Αφήγημα
Όχι, δεν ήμουν μόνη… το ένιωθα πως δεν ήμουν μόνη… μια αόρατη σκιά ήταν εκεί, στο πλάι μου.
Πάντα εκεί.
Μια ανάσα μακριά μου.
Για ν΄αναγνωρίζει τον φόβο μου.
Για να διασκεδάζει με την απέχθειά μου.
Ήταν αδύνατο ν΄ανοίξω τα μάτια, αισθανόμουν κουρασμένη, μα ένιωθα άβολα, όσο αισθανόμουν εκείνην τη σκιά τόσο κοντά μου.
-Φύγε! Φύγε μακριά μου!
Ήθελα να βάλω όλη τη δύναμη της ψυχής μου και να φωνάξω, μα δεν μπορούσα.
Κρύωνα. Έκανα να τραβήξω το σεντόνι μα κάτι εμπόδιζε τα χέρια μου. Ήταν η σκιά… μ΄εμπόδιζε, με κράταγε αιχμάλωτη.
-Γιατί; Γιατί μου το κάνεις αυτό;
Σκληρή και απάνθρωπή όπως πάντα, μ΄άφησε να κρυώνω. Μέχρι που το δωμάτιο γέμισε ψιθύρους.
Ήρθαν και πάλι να μου αποδείξουν πως πρέπει να παραμείνω αιχμάλωτη της, μέσα σ΄αυτό το άθλιο δωμάτιο, με τις γαριασμένες κουρτίνες και τα θολά τζάμια.
Χέρια παγωμένα άρχισαν να μ΄αγγίζουν, να μου χαϊδεύουν αδιάφορα τα μαλλιά, να ψαχουλεύουν το κορμί μου, που ξαφνικά άρχισε να τρέμει έντονα από το κρύο και… την αηδία.
Θέλω να φωνάξω δυνατά :
‘Σας σιχαίνομαι…. όλους σας σιχαίνομαι.!
Ανακατεύεται το στομάχι μου, μ΄αυτήν τη μυρωδιά που κουβαλάτε, σαν να γέμισαν οι τσέπες σας μουχλιασμένα λουλούδια πλαστικά’.
Τα χέρια συνεχίζουν να μαγαρίζουν το κορμί μου, που έχει κυριολεκτικά μουδιάσει. Ίσως να΄ναι και καλύτερα έτσι. Να σταματήσω να νιώθω.
Οι ψίθυροι απομακρύνονται και η σκιά ξανά κοντά μου.
Έρχονται στιγμές που δεν τη φοβάμαι.
Έρχονται στιγμές που τη νιώθω τον πιο δικό μου ‘άνθρωπο’.
Από την ώρα που έφυγε η μάνα και έμεινα μόνη με το ‘τέρας’, δεν είχα κανέναν να μου μιλάει, κανέναν να με νανουρίζει τα βράδια, που η βροχή έδερνε το παραθύρι του δωματίου, κανέναν να μου χτενίζει τα μαλλιά και να μου τραγουδάει για το πριγκιπόπουλο που θα΄ρθει να με πάρει…
Κανένα πριγκιπόπουλο δε χτύπησε την πόρτα με το χαλασμένο πόμολο, κανένα πριγκιπόπουλο δε σύρθηκε γυμνό πάνω μου σαν σίχαμα, όπως το ‘τέρας’, που είχε κλέψει τη μορφή του κύρη μας.
-Γιατί δεν με πιστεύετε… το ‘τέρας’ έφαγε τον κύρη μας, αλήθεια σας λέω, τον κατάπιε πριν κλέψει τη μορφή του… Γιατί δεν με πιστεύετε; Γιατί;
Φώναζα, φώναζα δυνατά, μέχρι που ένα χέρι έπεσε με δύναμη πάνω μου και με σταμάτησε. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια βρισκόμουν κλειδωμένη σ΄ένα παρόμοιο δωμάτιο, χωρίς παράθυρα, χωρίς χαλασμένα πόμολα και με τα δυο μου χέρια βουτηγμένα στο αίμα….
Ακόμη έτσι είναι… παρακαλάω να μου τα πλύνουν… μα κανείς δεν με λυπάται….
Η μάνα δεν μ΄άφηνε ποτέ με λερωμένα χέρια. Το΄ξερε πως ανακατευόμουν με τη θέα του αίματος. Το΄ξερε και όταν πληγωνόμουν σκούπιζε βιαστικά την πληγή και μετά μου φορούσε ένα ζευγάρι πράσινα γάντια, που μου είχε πλέξει η ίδια.
-Μάνα μου…. μάνα μου… κανείς δεν με λυπάται….
Ξαφνικά αισθάνθηκα μια γλυκιά θαλπωρή, σαν να με είχε αγκαλιάσει αγαπημένος…. Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα. Άρχισα να ψιθυρίζω το νανούρισμα της και όσο ψιθύριζα τόσο το κορμί μου ζεσταινόταν….
‘Νάνι, νάνι το μωρό μου….
Νάνι το πολύτιμο μου…’
………………………………
-Αδελφή, ποιος φόρεσε γάντια στην ασθενή του 388;
-Δεν ξέρω γιατρέ, σήμερα το πρωί η τραπεζοκόμος τη βρήκε να τα φοράει, όταν μπήκε στο δωμάτιο για να της δώσει το πρωινό.
-Πώς είναι δυνατόν; Αυτή η εμμονή με τα χέρια με προβληματίζει. Υποστηρίζει πως ακόμη είναι λερωμένα με το αίμα του πατέρα της. Από την ώρα που τη βρήκανε δίπλα στο πτώμα του, μέχρι σήμερα δεν αντέχει στη θέα των χεριών της. Γι΄αυτό ζήτησα να είναι πάντα δεμένη στο κρεβάτι. Νομίζω πως ήμουν ξεκάθαρος με τις οδηγίες που σας έδωσα.
-Απόλυτα και γι΄αυτό ήταν δεμένη, σήμερα το πρωί όμως τα χέρια της ήταν καλυμμένα μ΄ένα ζευγάρι φθαρμένα πράσινα γάντια!
©️2024 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
