Διηγηματική ιστορία
«Αγάπη Τρέχα δεν θα προλάβουμε!!! Πήρε φωτιά η αυλή του Κωνσταντή!! Πάρε μαζί σου μόνο εσένα».
Φώναξε σαν τον Σαβάς που κάθε πρωί με το χαρακτηριστικό του χωνί πουλούσε τα μυρωδάτα λαχανικά του
στο νοτιοανατολικό μαχαλά της Πόλης.
Αρμονία χρωμάτων, αισθήσεων και αγαθής συμφωνίας στην καθημερινή ρότα της ζωής, κατακρημνίζεται
μονομιάς με την αγριότητα της φωτιάς του πρωτόγονου ενστίκτου, της επανάληψης του Κάιν και του Άβελ.
Τα μπαχάρια που άλλοτε, έμεναν στον αέρα να θυμίζουν τον επίγειο παράδεισο παρέα με τα χαμόγελα
και τα φρεσκοκομμένα λουλούδια έδωσαν τη θέση τους στην απαίσια και απόκοσμη κάπνα από σάρκες και κραυγές.
Αυτή η προκυμαία που έσφυζε από ζωντάνια και εδραίωνε στη συνείδηση όλων την ομόνοια και την ανταλλαγή,
τη συμπόνια με το κουτσομπολιό, της λάγνες ματιές και τα ροδοκοκκινισμένα μάγουλα των κυριών,
τώρα ουρλιάζει σαν ξύπνημα ηφαιστείου που η λάβα του λιώνει τα πάντα στο διάβα της.
«Ακόμα;»
«Έρωτα έρχομαι!! Κατέβα και κλείδωσε την εξώπορτα του σπιτιού μας!»
«Δεν φεύγω χωρίς εσένα!!»
«Ε! Εσύ!! Τι κάνεις εδώ;»
Φώναξε έξαλλος ο λοχαγός ενός αποσπάσματος από τα πολλά που κατέκλυζαν τις αγαπημένες γειτονιές.
«Φύγε τώρα πριν σε χαλάσω!!».
«Περιμένω την αγάπη! Έρχεται!!».
«Φύγε τώρα!! Δεν ακούς;».
«Περιμένετε σας παρακαλώ!».
«Πάρτε τον!! Έχε χάρη που ξέρω ποιος είσαι. Αλλιώς, τώρα θα είχες βρει τους ομοίους
σου στην άλλη ζωή…».
« Όχι!!!…».
Κατέβηκε η Αγάπη να τον βρει, αλλά ο Έρωτας είχε, ήδη, αναγκαστεί να φύγει έμεινε
πίσω από την πόρτα, την κλειδωμένη πόρτα να κλαίει.
Ήξερε βαθιά μέσα της πως δεν θα τον ξαναβρεί….
Ο Έρωτας χτυπήθηκε άσχημα από τους στρατιώτες. Με βαριά ανάσα, μόλις μετά βίας,
σήκωσε το μελανιασμένο κορμί του να τρέξει στη θάλασσα.. Στα καράβια….
Χαλασμός.
Οι «σύμμαχοι» έδωσαν άλλη.. έννοια στην ανθρωπιά και στη βοήθεια.
Σκότωσαν και αυτοί κάθε «παρείσακτο» που επιχειρούσε
να σωθεί από το ατσάλι και τη μανία των αλλοτινών αδελφών.
«Αγάπη μου»…φώναξε και αποφάσισε να γυρίσει με κάθε κόστος.
Δεν τον ένοιαζε να σωθεί χωρίς εκείνη.
Γύρισε απότομα κόντρα στη ροή του πλήθους. Μία παγωμένη λεπίδα βυθίστηκε στη δεξιά
του πλευρά. Το πουκάμισό του, δώρο της Αγάπης στα γενέθλια του, γέμισε μονομιάς αίμα.
Όλα γύρισαν γύρω του…Τα μάτια του έβλεπαν σε αυτή τη δίνη τα δικά της μάτια.
Ο Σάββας, ο αγαπημένος φίλος του, τον είδε σωριασμένο. Ούρλιαζε να σταματήσει το
κακό. Οι φίλοι του, οι γείτονες του, αυτοί που μοιραζόταν τις χαρές και τους καημούς του,
πεθαίνουν….
Σήκωσε τον Έρωτα στην πλάτη του και πλήρωσε τον πονηρό καπετάνιο ενός πλοιαρίου που
του έφερνε πραμάτειες. Ήξερε ότι για κάποιους είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία για πολύ μπαξίσι.
«Σώσε τον!! Είναι αδερφός μου!! Πάρτον από δω!! Έχεις αρκετά με αυτά που σου έδωσα!
Αλίμονό σου, αν πάθει κάτι!!».
Ο παραδόπιστος καπετάνιος πείστηκε να το κάνει όχι από ανθρωπιά ή εκτίμηση στο Σάββα,
αλλά με το βλέμμα στη μελλοντική χασούρα αν πάθαινε κάτι ο Έρωτας.
Περίεργο ον ο άνθρωπος. Μέχρι και τέρας γίνεται σκληρό και ανθρωποφάγο για το συμφέρον του.
Η διαφορά του με τα υπόλοιπα όντα του ζωικού βασιλείου….
Ο χειρότερος είναι…
Ξύπνησε στη Χίο… σε αυτό το μαρτυρικό, αλλά τόσο όμορφο νησί με ιστορία ανδρείας και ναυτοσύνης.
Πονούσε στην ψυχή και στο σώμα.
Μόλις ένιωσε ότι μπορεί να περπατήσει ξανά, αποφάσισε να πάει στο Κάστρο στα Μεστά
να προσκυνήσει τον Ταξιάρχη να φυλάει την Αγάπη, όπου κι αν είναι, ό,τι κι αν απέγινε.
Εκείνη περιφέρεται πια σαν σκιά στα σοκάκια της Πόλης.
Τη φωνάζουν μα δεν τη βλέπουν πραγματικά. Θέλουν να τους κάνει συντροφιά.
Να την κεράσουν το ποτό της λησμονιάς που εκείνοι πίνουν…
Πολλοί και πολλές τις γράφουν σημειώματα, ποιήματα, άρθρα σε τοπικές εφημερίδες.
Πόσο όμορφα είναι… Πόσο τους γεμίζει η παρουσία της….
Ο Έρωτας;
Εκείνος παραμένει εκδιωγμένος. Είναι ο μοναδικός που την αγάπησε πραγματικά.
Θεωρείται, όμως, επικίνδυνος..
Θα την πάρει. Θα την κλέψει. Θα τους πονέσει η δική του παρουσία…
Ορθώς, λοιπόν, έγινε ο χωρισμός τους.
Πόσο όμορφα νιώθουμε το φάντασμα της Αγάπης. Λόγια τόσο αστραποβόλα, τόσα κοσμήματα του λόγου…
Ανθοδέσμες χαράς με πλαστικά λουλούδια για να μην μαραίνονται στο πέρασμα του χρόνου…
Μέχρι και ρήμα έφτιαξαν αγαπώ, αγαπάω, θ΄ αγαπώ, σ’ αγαπώ, αγάπησα, να αγαπηθώ.
Δεν άφησαν, όμως, εδώ τον Έρωτα έτσι… Έφτιαξαν ρήμα και για εκείνον…
Ερωτεύτηκα, ερωτεύομαι, θα ερωτευτώ συχνά με μία ενοχική, σχεδόν, πίκρα με χροιά καταστροφής
της ηρεμίας που προσφέρει η μακάρια ψευδαίσθηση της Αγάπης που θέλουν να είναι στη γειτονιά τους.
Περίπου τον θεωρούν ανόητο… Θα χάσουν την ευταξία του μυαλού τους…
Τα κουτάκια της ζωής τους…
Ρώτησαν την Αγάπη πώς νιώθει για εκείνον ή να νοιάζονται μόνον πώς νοιώθουν εκείνοι;
Ρώτησαν γιατί είναι τόσο επιθυμητή τόσο ήρεμη και τόσο γλυκιά η προσμονή της;
Ρώτησαν γιατί τα μάτια της φεγγοβολούν, όταν μιλάς για τον δικό της αγαπημένο;
Αυτόν που εξόρισαν και εξορίζουν καθημερινά;
Αυτόν που κρατούν σε ένα δωμάτιο ξεχασμένο να πονά από την απουσία της;
Ρώτησαν πώς είναι; Πώς νιώθει εκείνη όταν χρησιμοποιούν την παρουσία της για να μην ξοδέψουν
ενέργεια, χρήματα, προσπάθεια, χρόνο και ελπίδα. Να μη ψάχνουν ποιοι είναι και τι ζητούν;
Δεν ξέρουν ότι αυτό που ζητούν είναι το απείκασμα της όχι την ίδια;
Ό,τι προσφέρει; Ότι βολεύει;
Αν νιώσουν ποτέ την ίδια την Αγάπη για ό,τι θα ήθελαν να μάθουν, να ασχοληθούν, να βιώσουν, να συνενωθούν,
τότε θα καταλάβαιναν ότι εκείνη δεν υπάρχει χωρίς το σύντροφό της. Τον Έρωτα.
Εκείνος την κάνει από φάντασμα, την πιο όμορφη και τρυφερή γυναίκα του κόσμου την πιο δυνατή.
Αυτή που μεταμορφώνει το τέρας μέσα μας σε ήρεμη ύπαρξη που συνταξιδεύει στην αέναη χρονογραμμή.
Εκείνη και Eκείνος.
Η Αγάπη του Έρωτα και ο Έρωτας της Αγάπης.
©2024 Νικόλαος Μώρος Πιτασάκης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
