Πεζό-ποίημα
Τι κρίμα να μην μπορώ να σπάσω τον πάγο,
που σφραγίζει βαριά τα χτυποκάρδια μου
και ασυναίσθητα να βγάλω στο φως,
όλες τις κρυφές επιθυμίες και τα όνειρα,
που θαμμένα βαθιά στα σωθικά μου
προσμένουν υπομονετικά μιαν άνοιξη.
Πώς να κοπάσω την αχαλίνωτη φαντασία μου και να σωπάσω,
μια και καλή την αδιάντροπη φωνή της συνείδησης,
που μου ερμηνεύει τρόπους και εικόνες;
Τις χαμένες ευκαιρίες που προσπέρασαν βιαστικά
και τις αναπάντητες ερωτήσεις,
πώς να ξαναφέρω πίσω από το χρόνο,
που μόνο μπροστά του κοιτά;
Τη μνήμη, πώς μπορώ ν΄απομονώσω και να της αφαιρέσω
το πιο καλό κομμάτι, εκείνο που αδιάκοπα μ΄αποσυντονίζει,
επηρεάζοντας συστηματικά την κρίση μου;
Πώς μπορώ να μπω μες στο μυαλό σου και να φυτέψω
εκεί την ελπίδα και ό,τι ακόμα μπορεί να συντροφεύει
τις ανήσυχες εκλείψεις της καρδιάς σου και το φόβο μου,
που τόσο τραγικά παρασύρει την απέριττη νηνεμία
της ιδιοσυγκρασίας μου,
σ΄ ακατανόητα τέλματα συναισθηματικού παραληρήματος;
Πώς θα περιορίσω, όταν η ευαισθησία της καρδιάς μου,
ανέμελα με ταξιδεύει σε κόσμους όμορφους,
απροσέγγιστους και φανταστικούς
και σε μακρινούς έρωτες χωρίς ανταπόδοση;
Μια ζεστή απογευματινή αύρα μ΄ανεβάζει
και μια αιθέρια μυρωδιά με ταξιδεύει πίσω,
εκεί που αχόρταγα ανάσαινα αυτήν την προνομιακή αίσθηση
της αιωνιότητας και μονοπωλούσα τ΄ανεκπλήρωτα αγαθά,
της υπαρξιακής παρουσίας μου στο χώρο.
©2025 Στέλιος Μωκιάτος
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
