Ερωτικό Instantane
Ο Άρης είναι 16 χρονών και ζει σε μια γειτονιά γεμάτη παιδικές φωνές και ζωηρά χρώματα.
Ωστόσο, η δική του ζωή είναι σιωπηλή, από τότε που γεννήθηκε. Είναι κωφάλαλος.
Παρόλο που τα παιδιά της γειτονιάς του, τον αποδέχονται και του φέρνονται με αγάπη,
είναι πολύ συνεσταλμένο παιδί. Η δυσκολία της επικοινωνίας τον έκανε να μένει συχνά μόνος
ή και να αποφεύγει να πάει στο πάρκο, όπου κάθε απόγευμα συγκεντρώνονται όλα τα παιδιά.
Η Μαρίνα είναι μία έφηβη που από τα 6 της χρόνια διαγνώσθηκε ότι πάσχει από τη νόσο του
Batten. Ακόμη και μετά τη διάγνωση παραμένει ένα ζωντανό και πρόσχαρο κορίτσι.
Στην αρχή, ένιωθε θυμό και απόγνωση, καθώς η πορεία της υγείας της ήταν προδιαγραμμένη
και μη αναστρέψιμη. Οι φίλοι της απομακρύνθηκαν σταδιακά, όχι από αδιαφορία, αλλά από
αμηχανία, καθώς δεν ήξεραν πώς να τη στηρίξουν. Τα προβλήματα της νόσου άρχισαν να
φαίνονται όταν ξεκίνησαν τα νευροεκφυλιστικά προβλήματα που επηρέαζαν την όραση και
την κινητικότητά της. Από τα 12της χρειάζονταν πια να κυκλοφορεί με αναπηρικό καρότσι.
Με το πείσμα της τέλειωσε το γυμνάσιο, παρόλο που είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα της
χρησίμευαν τα μαθήματα στο περιορισμένο προσδόκιμο ζωής που είχε. Μέσα στις δυσκολίες,
η Μαρίνα ανακάλυψε ότι η αγάπη της για τη δημιουργικότητα και τη φαντασία μπορούσε να
τη βοηθήσει να εκφραστεί και να ονειρευτεί ξανά. Άρχισε να ζωγραφίζει, να γεμίζει
καμβάδες με εικόνες κόσμων που ονειρεύονταν και δεν θα μπορούσε ποτέ να επισκεφθεί.
Ήθελε να αφήσει ότι μπορούσε περισσότερα στους γονείς της όταν…..
Την Καθαρή Δευτέρα όλα τα παιδιά της γειτονιάς μαζεύτηκαν όπως κάθε χρόνο στο πάρκο
για να πετάξουν τον χαρταετό. Με προτροπή των γονιών του και κυρίως με την επιμονή της
κοινωνικής λειτουργού που τον παρακολουθούσε, ο Άρης αποφάσισε για πρώτη φορά να
πάει και αυτός. Διάβασε με προσοχή τις οδηγίες και καθώς τα χέρια του έπιαναν
κατασκεύασε έναν δικό του χαρταετό.
Στο πάρκο πήγε και η Μαρίνα, με τη μητέρα της, καθισμένη στο αναπηρικό της καρότσι.
Έβλεπε τα παιδιά να πετούν ψηλά τους χαρταετούς. Γέλαγε όταν αυτοί έκαναν τούμπες και
γκρεμίζονταν στη γη.
Κάποια στιγμή η Μαρίνα πρόσεξε τον Άρη, που άπειρος καθώς ήταν, δεν είχε ιδέα πώς να
πετάξει τον χαρταετό του. Έμπλεξε την ουρά με τον σπάγκο, ενώ είχε ξεκολλήσει και ένα
αυτί από τα πλάγια. Το κορίτσι έσπρωξε το καρότσι προς το μέρος του. Ήξερε την αναπηρία
του. Του χαμογέλασε και ζήτησε με νοήματα να της δώσει τον χαρταετό του.
Ο Άρης έκπληκτος που τον πλησίασε αυτό το όμορφο κορίτσι, σαν μαγεμένος της τον έδωσε.
Αυτή επιδέξια ξεμπέρδεψε την ουρά και ξανάδεσε την πλαϊνή φούντα. Του έκανε νόημα να
πάρει αυτός το καρούλι και η ίδια κράτησε τον χαρταετό στα πόδια της. Γύρισε προς τα πίσω
και απομακρύνθηκε. Ο Άρης πήγε να την ακολουθήσει, όμως αυτή του έκανε γελώντας
νόημα να την περιμένει στο ίδιο σημείο. Απομακρύνθηκε καμία 20αριά μέτρα και του έκανε
νόημα να τραβήξει το σχοινί. Μόλις η Μαρίνα αισθάνθηκε τον σπάγκο να τεντώνει άφησε
τον χαρταετό, ο οποίος προς μεγάλη έκπληξη του Άρη άρχισε να ανυψώνεται.
Η Μαρίνα έφερε το καρότσι κοντά του. Γελούσαν και οι δύο χαρούμενοι για την επιτυχία
τους. Ο αετός ανέβηκε ψηλά, όσο του επέτρεπε ο σπάγκος. Ο Άρης έδωσε το καρούλι στη
Μαρίνα. Αυτή αιφνιδιάστηκε, όμως το αγόρι επέμενε. Η Μαρίνα ένιωσε έναν πρωτόγνωρο
ενθουσιασμό να τη διαπερνά, καθώς ο σπάγκος τραβιόταν ελαφρά στα χέρια της. Ήταν σαν
να είχε στα δάχτυλά της έναν ζωντανό παλμό, μια αόρατη σύνδεση με τον ουρανό. Ένιωσε
επίσης μια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας. Μα πάνω απ΄όλα, ένιωσε μια βαθιά ευγνωμοσύνη και
τρυφερότητα για τον Άρη, που της χάρισε αυτή την όμορφη στιγμή.
Ο Άρης, βλέποντάς την τόσο χαρούμενη, έπιασε τις χειρολαβές από το καρότσι και άρχισε να
την τρέχει πέρα δώθε με τον χαρταετό να τους ακολουθεί καμιά εκατοσταριά μέτρα
ψηλότερα. Η Μαρίνα μήνες είχε να νιώσει τόση ένταση. Ουσιαστικά μετά τη διάγνωση όλοι
της φέρονταν ως εύθραυστο αντικείμενο. Η μητέρα της στην αρχή έκανε κίνηση να τον
σταματήσει, όμως όταν είδε την κόρη της να ουρλιάζει από ενθουσιασμό σταμάτησε. Απλά
σκούπισε κρυφά το δάκρυ από το μάγουλο.
Όταν κουράστηκαν ο Άρης άρχισε να μαζεύει τον σπάγκο και η Μαρίνα τον τύλιγε στο
καρούλι. Χαρούμενη του έκανε νόημα χτυπώντας το στήθος και κάνοντας με τα δάκτυλα το
σχήμα της καρδιάς θέλοντας να του πει ευχαριστώ. Ο Άρης τοποθέτησε την παλάμη του
ανοιχτή κοντά στο πηγούνι του, την κατέβασε προς τα εμπρός και την έσπρωξε προς εκείνη.
Αυτή έφερε το χέρι της στη μέση και έκανε μια μικρή υπόκλιση λάμποντας ολόκληρη. Αυτή
ήταν η πρώτη τους επικοινωνία στη νοηματική γλώσσα.
Ο Άρης επιστρατεύοντας όλο το θάρρος που είχε, της έκανε νόημα με τα δάκτυλα να βρεθούν
την άλλη μέρα και πάλι στο πάρκο. Η Μαρίνα έγνεψε καταφατικά και το αγόρι μόνο που δεν
πέταξε, σαν τον χαρταετό του, στον ουρανό.
Από εκεί και έπειτα οι συναντήσεις τους ήταν συχνές. Ο Άρης πέρναγε και την έπαιρνε από
το σπίτι και έσπρωχνε το καρότσι. Στο δρόμο η Μαρίνα του μίλαγε και του γέλαγε και ας
ήξερε ότι δεν μπορούσε να την ακούσει. Εκεί σε μια άκρη του πάρκου η κοπέλα έβγαζε από
την τσάντα της ένα μπλοκ ζωγραφικής και του μάθαινε σχέδιο. Τα κατάφερνε μια χαρά.
Χαιρόντουσαν και οι δύο για την πρόοδό του. Όταν τελείωναν άρχιζε εκείνος να της διδάσκει
τη νοηματική γλώσσα, που το κορίτσι την έμαθε πολύ γρήγορα. Έτσι μπορούσαν να
συνεννοηθούν καλύτερα.
Η υγεία της Μαρίνας επιδεινωνόταν, αλλά η σχέση της με τον Άρη άνθιζε με τρόπο που
κανείς δεν περίμενε. Τα απογεύματά τους στο πάρκο είχαν γίνει απαραίτητη συνήθεια. Η
Μαρίνα συνέχιζε να σχεδιάζει, παρά το ότι η όρασή της μειώθηκε ακόμη περισσότερο. Με τα
δάχτυλά της χάραζε γραμμές στον καμβά, εμπιστευόμενη την καθοδήγηση του Άρη. Εκείνος
της κρατούσε απαλά το χέρι και το καθοδηγούσε για να αποτυπώσει τις εικόνες που
δημιουργούσε η φαντασία της.
Ένα απόγευμα πριν την γυρίσει στο σπίτι, ο Άρης έσκυψε και τη φίλησε. Η Μαρίνα,
ταράχθηκε αλλά έσφιξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του. Με τα δάκρυα να γλιστρούν
αθόρυβα στα μάγουλά της άρχισε να κουνά γρήγορα τα χέρια της:
-Άρη, ξέρω πως οι μέρες μου λιγοστεύουν. Αυτό που δεν αντέχω, είναι ότι σύντομα θα έρθει η
στιγμή, που δεν θα σε αναγνωρίζω. Δείχνε μου και τότε την αγάπη σου. Εγώ θα τη νιώθω και
ας μην μπορώ να στο δείξω. Και εσύ να ξέρεις ότι αυτή τη στιγμή… αυτό το φιλί, θα το κλείσω
βαθιά μέσα μου. Θα το κουβαλάω για πάντα, εκεί που δεν φτάνει ο χρόνος να το σβήσει.
Μπορεί η ζωή να μου στέρησε πολλά, όμως μου έκανε ένα τεράστιο δώρο, «εσένα». Ακούω
στον ύπνο μου να μου τραγουδάς. Έχεις την πιο μελωδική φωνή του κόσμου. Συνέχισε να πετάς
χαρταετούς. Συνέχισε να αγαπάς τη ζωή, όπως μου έμαθες. Ευχαριστώ που ήσουν ο δικός μου
ουρανός.
Ο Άρης την κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα που πάλευε να συγκρατήσει. Έπιασε τα χέρια
της απαλά, σαν να κρατούσε το πιο πολύτιμο κόσμημα, και της ψιθύρισε:
-Μαρίνα, δεν φοβάμαι τον χρόνο ούτε τις μνήμες που θα χαθούν. Γιατί αυτό που έχουμε είναι
πιο δυνατό από τον χρόνο. Δεν είναι μόνο στις αναμνήσεις· είναι στο αίμα μου, στην ανάσα
μου, στο κάθε μου βήμα. Αν κάποια μέρα δεν με αναγνωρίσεις, εγώ θα συνεχίσω να σου μιλάω,
να σε κρατάω, να σε αγαπάω όπως τώρα. Είσαι η αγάπη μου, το φως μου, ο λόγος που ζω και
θα συνεχίσω να σε βλέπω με την καρδιά μου. Και εσύ είσαι ο δικός ουρανός, Μαρίνα. Και όσο
υπάρχει αυτός ο ουρανός, θα υπάρχεις κι εσύ. Ευχαριστώ που με έκανες καλύτερο άνθρωπο.
Εσύ είσαι το δώρο μου, το θαύμα μου. Και όπου κι αν πας, εγώ θα σε βρίσκω, ακόμα και
ανάμεσα στα αστέρια.
Μετά από λίγο η ασθένεια άρχισε να προσβάλλει τον εγκέφαλο. Ο Άρης στεκόταν μπροστά
της, με τα χέρια του να σχηματίζουν απεγνωσμένα λέξεις στον αέρα, λέξεις που η Μαρίνα
δεν μπορούσε πια να καταλάβει. Τα μάτια της, άλλοτε γεμάτα ζεστασιά, ήταν τώρα άδεια,
αποκομμένα από το παρόν και από εκείνον. Ένιωθε την απόσταση μεταξύ τους να γίνεται
αγεφύρωτη. Παρόλα αυτά της έδειχνε την αγάπη του, όπως του το ζήτησε. Ευχότανε
ολόψυχα, κάπου εκεί στο σκοτάδι να το νιώθει. Η σκέψη αυτή τον παρηγορούσε.
Ένα απόγευμα ο Άρης της έφερε έναν καμβά. Την ανασήκωσε στο κρεβάτι έκατσε από πίσω
της και κρατώντας τα χέρια της άρχισαν να ζωγραφίζουν. Χρησιμοποιούσε τα χρώματα που
την άρεσαν το χρυσαφί του δειλινού και το γαλάζιο του ουρανού. Μαζί δημιούργησαν έναν
πίνακα γεμάτο φως, λουλούδια και θάλασσα, όλα όσα αγαπούσε. Όταν ολοκληρώθηκε, ένα
δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της και με αυτό έσβησε ήσυχα μέσα στην αγκαλιά του.
©2025 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
