78 Κεφάλαιο 13 Έτος 1984
Η ιστορία είναι πολύ μεγάλη θα παραβλέψω την ζωή της Ηρώς και θα πάμε όταν ποια έχει οικογένεια και δυο παιδιά, πιο πολύ για την υπερφυσική δύναμη που την βρήκε σε πολύ μικρή ηλικία.
Αύγουστος του 1984 η αποκάλυψη.
Μετά από μια νύχτα που είχε περάσει σε αγωνιά από ένα όνειρο ξύπνησε και έπιασε να συμμαζέψει, ο άντρας της έλειπε. Σάββατο πρωί την προηγούμενη είχε κάνει ένα τεστ, με τη βέργα που ψάχνουν νερό η Μέταλλα, μαζί με τον Ανδρέα τον κουμπάρο τους, φοβήθηκε πολύ, όταν άρχισε να γυρνάει, της είπαν ότι έχει πολύ δύναμη και η Ηρώ …
Αυτά τα φοβόταν πολύ ! Αφού τελείωσε της δουλείες της λούστηκε και βγήκε στη βεράντα μ΄ένα καθρεφτάκι να βγάλει τα φρύδια της όπως τα έβγαζε ακούει μια φωνή κοριτσίστικη να της μιλά και να κλαίει κιόλας …
«Ποιος είναι ;» φωνάζει από κάτω στην αυλή τα παιδιά παίζανε.
«Εγώ- εγώ πω – πω τι όμορφα μαλλιά που έχεις ;»
Σηκώνετε και κοιτά μήπως της κάνουν πλάκα τα παιδιά της
«μπα κανένας δεν είναι εδώ …»
Ξανακάθεται στην πολυθρόνα να φτιάξει τα φρύδια της …
«Εγώ εδώ σου μιλάω δεν μ΄ακούς ; Μη φοβάσαι δε μπορείς να με δεις ε ;»
«Παναγιά μου τρελαίνομαι» αρχίζει η Ηρώ και κάνει τον Σταυρό της.
«Όχι – όχι δεν τρελαίνεσαι έμενα ακούς, άκουσε με και μη φοβάσαι δε θα σε πειράξω, σε παρακαλώ πολύ σε παρακαλώ» και ακούει τότε και κλάμα πολύ δυνατά πια …
«Ποια είσαι τι θες ; και κοίταζε γύρω – γύρω ούτε στο δρόμο από το μπαλκόνι, μήπως πέρναγε κανένας, ούτε στο σπίτι ήταν κάποιος ….
«Με λένε Κάτια είχα και εγώ τόσο όμορφα μαλάκια, άκουσε με σε παρακαλώ πολύ έχω πεθάνει ακούς έχω πνιγεί»
Αυτό ήταν μπήκε μέσα στο σπίτι και έβαλε το ράδιο τέρμα.
«Όχι δε μπορεί όχι τρελαίνομαι πια …» όσο όμως και να έβαζε ράδιο, άκουγε και τη φωνή την άλλη στα αυτιά της.
«Τώρα θα σε πάρουν τηλέφωνό η αδερφή σου από τον Βόλο».
Και πραγματικά αμέσως το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά, το σηκώνει.
«Καλημέρα αδερφή !» και άρχισε να την ρωτά τι κάνουν και να μιλάνε …
«Έλα Ασημί κλείνω ρε δε μπορώ τώρα να μιλήσω έκανα μπάνιο» τι να της έλεγε ότι μίλαγε μ΄ένα φάντασμα ;
«Δε μπορεί δεν είναι δυνατόν Παναγιά μου τρελαίνομαι πια»
«Και πως σου είπα ότι θα σε πάρει τηλέφωνο η αδερφή σου ε μου λες ;»
«Δεν ξέρω, δε θέλω να ξέρω, ακούς φύγε άφησε με ήσυχη»
«Δε μπορώ θέλω να με βοηθήσεις, εσύ που με ακούς»
«Τι θες παράτησε με, σε παρακαλώ πολύ» .
«Όχι δε σ΄αφήνω, πάρτο απόφαση θέλω τη βοήθεια σου, τώρα θα΄ρθει ο άντρα σου και θα σου πει να πάτε αύριο εκδρομή με τον κουμπάρο σας, και ένα φίλο του για ψάξιμο, θα πας και εσύ μαζί τους μόνο που όλη μέρα θα ψάχνουν το μέρος που έχουν ξαναπάει και δε θα το βρίσκουν στο τέλος της μέρας θα τσακωθούν ο κουμπάρος σου με τον φίλο του … Θα γυρίσετε πίσω κουρασμένοι και τίποτα δε θα κάνουν. Κατάλαβες τώρα τι είπα ; Πριν όμως ξεκινήσετε έλα να με δεις»
«Που καλέ τι λες τώρα ; Εγώ σε νεκροταφείο αποκλείεται»
«Θα΄ρθεις και θα μου φέρεις λίγο ψωμί και λουλούδια από τον κήπο σου ακούς ; Εγώ δε θα σ΄αφήσω αν δεν το κάνεις και όταν δεις ότι σου λέω αλήθεια τότε θα κάνεις κάτι για εμένα»
Τι να κάνω Παναγιά μου, σκεφτόταν η Ηρώ
Μετά από λίγο ακούει τη βέσπα του άντρα της.
«Ήρθε τώρα τι του λένε ;»
«Τι έγινε γυναικούλα τα παιδιά ;»
«Έξω παίζουν να τους φωνάξω να φάμε ;»
«Νωρίς είναι ακόμα κάτσε να σου πω κάτι, είδα τον Αντρέα τον κουμπάρο και είπαμε αύριο να πάμε μια βόλτα, μαζί με τον Νίκο θες να έρθεις παρέα μας ;»
Τον κοίταζε σα χαζή, δε μπορούσε να μιλήσει, είχε σοκαριστεί ποτέ δεν πήγαινε μαζί τους, τι να του πει ότι ήδη το ήξερε ;
«Άκουσε με για λίγο γιατί θα τρελαθώ …» και του εξιστορεί ότι έγινε από το πρωί τα έλεγε και έτρεμε ολόκληρη, την κοίταζε μ΄ένα ύφος λες και την έβλεπε πρώτη φορά …
«Ηρώ μου λες αλήθεια, η μου κάνεις πλάκα τώρα ;»
«Πες του να σε ρωτήσει κάτι που δεν ξέρεις» ακούει πάλι τη φωνή της
«Σταύρο μου ξέρω ότι αυτά που σου λέω δεν μπορείς να τα πιστέψεις μη νομίζεις ότι είναι εύκολο και για έμενα αυτό και εγώ προσπαθώ να καταλάβω γιατί σ΄εμένα ;»
(Συνεχίζεται …)
©2023 Αναστασία Βάττη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
