Διηγηματική ιστορία
Ρίχνει κλέφτες ματιές στον καθρέπτη του αυτοκινήτου. Έχει αγωνία. Όπως όταν περνάς από συνέντευξη για δουλειά.
Η κίνηση είναι πολύ αραιή. Τα τελευταία σπίτια, έμειναν πίσω τουλάχιστον είκοσι λεπτά πριν.
Το δάσος πυκνώνει. Χιονίζει από την ώρα που άφησε την εθνική οδό. Χοντρές νιφάδες που πέφτουν από τον ουρανό σαν πούπουλα. Στροβιλίζονται για λίγο και ξαπλώνουν απαλά στο έδαφος. Όσες πέφτουν στο καπό του αυτοκινήτου ή πάνω στο παρμπρίζ λιώνουν αμέσως. Οι άλλες έχουν ήδη σχηματίσει ένα αφράτο στρώμα. Ο ουρανός φαίνεται πιο φωτεινός, πιο άσπρος. Της αρέσει να ταξιδεύει με τέτοιον καιρό. Κλείνει τη μουσική για ν’ απολαύσει τη σιωπή του χιονιού .
Της είχε πει πως ο οικισμός «η Φτελιά», βρίσκεται ένα μισάωρο έξω από το χωριό.
«Θέλω να σε δω μια φορά πριν κλείσω τα μάτια μου», είχε επιμείνει στο τηλεφώνημα.
«Μη μάθει τίποτα η μητέρα σου», είχε συμπληρώσει.
«Δεν υπάρχει λόγος να τη συγχύζουμε για τόσο παλιές ιστορίες».
Παλιές ιστορίες; Έχεις να δεις το παιδί σου πάνω από τριάντα χρόνια. Εμφανίζεσαι ξαφνικά και είναι απλά «παλιές ιστορίες»;
Στην αρχή ήταν πυρ και μανία. Ο Πάνος της έλεγε να ηρεμήσει και να πάρει μια απόφαση ψύχραιμα. Ο Πάνος, ο σύντροφός της, με την τετράγωνη λογική και την καρδιά μικρού παιδιού.
«Δε θα το κάνεις γι’ αυτόν. Θα το κάνεις για σένα. Να ξεμπερδεύεις μ’ αυτό το σκοτεινό κομμάτι. Η μάνα σου δε ζει πια. Δεν αθετείς καμία υπόσχεση».
Δυό μέρες την πιλάτευε ο αγαπημένος της. Στο τελικό του επιχείρημα:
«Να κάνουμε κι εμείς Χριστούγεννα σαν άνθρωποι», έβαλαν τα γέλια και πάρθηκε η απόφαση. Θα τον συναντούσε.
Την πόρτα άνοιξε ένας εύσωμος άντρας, με άσπρα μαλλιά και γενειάδα. «Μοιάζει με τον Άγιο Βασίλη», σκέφτηκε.
«Γι’ αυτό η μάνα μου είχε απέχθεια για τα Χριστούγεννα».
Από μικρή θυμάται να περνούν τις διακοπές, σε προορισμούς που δεν είχαν στην παράδοσή τους αυτές τις γιορτές.
Η εξήγησή της μητέρας ήταν, ότι οι λαμπερές γιορτές της θύμιζαν τον ατυχή γάμο της. Για την εξαφάνιση του πατέρα, έλεγε απλά, ότι είχε φτιάξει τη ζωή του κάπου μακριά.
Τις είχε εγκαταλείψει.
Η Άννα δεν τον θυμόταν. Ήταν μόλις τριών ετών, όταν χώρισαν οι γονείς της. Πέρασε μια περίοδο έλλειψης – όταν ξεκίνησε το σχολείο και είδε πως πολλά παιδιά είχαν μπαμπά. Με την κατάλληλη βοήθεια, όμως, αποδέχτηκε ότι υπάρχουν πολλών ειδών οικογένειες.
Η μητέρα της, έκανε από μόνη της μια πολυμελή. Ήταν υπερδραστήρια, κεφάτη, κοινωνική…
«Βγάλε το παλτό σου», την επανάφερε ο νεοαποκτηθείς πατέρας.
«Έχω φουλάρει το τζάκι από νωρίς. Είναι ζεστά».
Έβλεπε σχεδόν με συμπάθεια αυτόν τον ηλικιωμένο, να την περιποιείται. Την είχε κυριεύσει μια ευγενική αδιαφορία, λες και βρισκόταν με πελάτη κι επρόκειτο να μιλήσουν για την υπόθεσή του. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να εμφανιστεί ο φάκελος με τα συμβόλαια.
«Έγινες όμορφη κοπέλα» ξεκίνησε αυτός την κουβέντα μόλις ακούμπησε το δίσκο με τις κούπες του τσαγιού στο τραπεζάκι.
Τότε ένιωσε ένα παράξενο φούντωμα.
«Γιατί μας εγκατέλειψες;» του γύρισε απότομα την ερώτηση .
Την πλημμυρίζει απροειδοποίητα ο συσσωρευμένος θυμός.
«Εξαφανίζεσαι για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Παρουσιάζεσαι ξαφνικά γιατί θέλεις να με δεις μια φορά πριν πεθάνεις. Αυτό βρήκες να μου πεις;».
Την κοιτά αποσβολωμένος.
Κι αυτή η ίδια ξαφνιάζεται με την ένταση των συναισθημάτων της. Παλεύει να την αγκαλιάσει. Κλαίνε κι οι δυό.
Από την τηλεόραση ακούγονται χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Εκείνη νιώθει άβολα αλλά συνεχίζει να κλαίει. Είναι πια στην αγκαλιά του.
«Μου παν έλα να πάμε να δεις, ραπ παμ παμ παμ, Χριστός γεννήθηκε στην άκρη της γης, ραπ παμ παμ παμ, …».
Νιώθει στο αυτί της το μουρμουρητό:
«Μου παν έλα , να πάμε να δεις». Το ραπ παμ παμ του τυμπάνου σαλιώνει το λοβό της. Ξυπνάει. Στέκεται από πάνω της με τις ριγέ φανελένιες πιζάμες του και μετά την κρατάει στην αγκαλιά του και διασχίζουν τον σκοτεινό διάδρομο.
Το σαλόνι φωτίζουν οι αντανακλάσεις από τα λαμπάκια του δέντρου. Πράσινες, κόκκινες, χρυσαφιές λάμψεις. Πονάει. Μάλλον έβαλε τις φωνές:
«μαμά, μαμά», ακούει το ουρλιαχτό της. Πεντακάθαρα.
Σαν να είναι πάλι τριών χρόνων.
Τον σπρώχνει μακριά. Η φρίκη μυρμηγκιάζει τα μέλη της. Πνίγεται. «Μακάρι να είχες πεθάνει. Μακάρι να μη σε είχα ξανασυναντήσει ποτέ» είναι το μόνο που λέει, κλείνοντας με δύναμη την ξύλινη πόρτα πίσω της.
Δε δίνει σημασία στις φωνές που την ακολουθούν. Βιάζεται να γυρίσει στον Πάνο. Να βρεθεί στην σιγουριά της αγκαλιάς του. Να ξαναθάψει το παρελθόν. Να κάνουν κι αυτοί Χριστούγεννα, σαν άνθρωποι επιτέλους.
©2023 ΖΑΓΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Καθηλωτική γραφή …
Εξαιρετικό κείμενο