Αφήγημα
-Για κοίτα ‘δω! Θυμάσαι που το κουβεντιάζαμε περνώντας απ’ έξω;
-Ποιο;
-Τι; Δε βλέπεις;
-Ναι ρε συ, η μεγάλη η κλάρα, η κλάρα της πορτοκαλιάς τσάκισε.
-Ναι που λέγαμε πως με λίγο χιονάκι αν φορτωθεί, δε θ’ αντέξει…
-Τώρα θυμάμαι και λέγαμε να κάνουμε κάτι να τη στηρίξουμε! Και τελικά δεν κάναμε τίποτα, μας πρόλαβε το χιόνι.
-Ε, ναι βρε αδερφέ, τόσο χιόνι πώς να το αντέξει;
-Μα και τούτο το σημερινό πια… καμμιά δεκαετία και βάλε είχαμε να δούμε τόσο χιόνι. Και θα ρίξει κι άλλο, άκουσα στο μεσημεριανό δελτίο καιρου.
-Το 77, 78 αυτό το σπίτι… Τι λεω σπίτι; Ξενοδοχείο ήταν, από αυτά της μιας ώρας, ξενοδοχείο κυρίως για παράνομα ζευγαράκια.
-Τί κυρίως; Αποκλειστικά γι’ αυτή τη δουλειά ήταν, πες καλύτερα.
-Είχαμε έρθει αρκετές φορές με την Ματίνα μεταξύ 70 και 80.
-Καλά, τότε δεν ήσουν παντρεμένος ακόμα με την Ευτυχία;
-Ναι αλλά…
-Παράνομο ζευγαράκι λοιπόν με τη Ματίνα…
-Ωρέ κάτι είπες τώρα που δεν το ηξέραμε. Μεγάλος έρωτας κεραυνοβόλος, στην πρώτη ματιά. Εδώ πιο κάτω στην πλατεία της Λυκόβρυσης, στο “‘Κουτούκι του Λύκου” συναντηθήκαμε σε διπλανές παρέες και γίναμε μια. Και μετά από κάμποσα ραντεβού…
-Και ερχόσασταν εδώ για…
-Ε, ναι, για τί άλλο ρε Γιώργο; Για να βρεθούμε μόνοι μας… Ήταν πανέμορφη…Ένα κορμί…. Έλιωνα με το που την έβλεπα αλλά κι εκείνη δεν ήθελε πολύ να πάρει φωτιά. Μοσχομύριζε σαν ανθισμένη πορτοκαλιά… Ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ περνούσαμε αξέχαστα. Ζητούσαμε πάντα το ίδιο δωμάτιο. Ένα μικρό δωμάτιο με σωμόν τοίχους, ντους, τουαλέτα δικά του, πολυτέλειες για κείνη την εποχή. Και με ένα κρεβάτι πελώριο…
-Σιγά ρε… θα λειώσει το χιόνι.
-Από την πίσω μεριά του κτιρίου έβλεπε, αλλά είχε ένα μικρό μπαλκονάκι. Εκεί όταν έκανε καλό καιρό κάναμε το τσιγαράκι μας πριν και μετά… Τότε δεν υπήρχαν σπίτια… εξοχή ήταν…Το κοντινότερο σπίτι στα εκατό, εκατό πενήντα μέτρα. Που να σε δει μάτι ανθρώπου… Άσε που πάντα βραδάκι ερχόμαστε… Και όταν ήταν η εποχή της ανθοφορίας της μοσχοβολούσε ο τόπος.
-Της Ματίνας;
-Άει βρε, της πορτοκαλιάς. Η Ματίνα, Θεός σχωρέσ’ τη, πάντα ανθισμένη ήταν…
-Και τι απέγινε το ξενοδοχείο; Θυμάσαι;
-Έκλεισε γύρω το 1995, το θυμάμαι καλά αυτό, ύστερα από διαμαρτυρίες των γειτόνων… Χτίστηκαν μονοκατοικίες στα διπλανά και στο απέναντι οικόπεδο… Καταλαβαίνεις διαμαρτυρίες στην αστυνομία για φωνές, φιλιά κι αγκαλιές ακόμα και για καυγάδες… Οικογενειάρχες άνθρωποι με παιδιά. Αλλά μετά…
-Έχει και μετά;
-Εδώ να δεις τι πάθαν οι γειτόνοι… Μετά τους ερωτευμένους ήρθαν οι τρελοί, στις αρχές της δεκαετίας του ’10.
-Τρελοί;
-Ναι μωρέ μια οργάνωση που φρόντιζε άτομα με ψυχικές παθήσεις.
-Τρελοί κι ερωτευμένοι λοιπόν, χαχαχα. Κι η Ματίνα;
-Αχ, το Ματινάκι… Το Ματινάκι αρρώστησε το 90, ταλαιπωρήθηκε δυο χρόνια πολύ άσχημα κι έφυγε το 92. Της παραστάθηκα όσο μπορούσα. Μπαινοβγαίναμε στα νοσοκομεία, θυμάσαι…
-Αν θυμάμαι λέει… Κρίμα…
-Λοιπόν το ξενοδοχείο έκλεισε γύρω στο 1995 και η οργάνωση μεταφέρθηκε εδώ το 2011, 2012… Όλο αυτό το διάστημα που του κτίριο έμεινε ξενοίκιαστο, ρήμαζε εγκαταλειμμένο.
Το λοιπόν, μετά που έκλεισε το ξενοδοχείο, κι έχασκε η ξώπορτα ανοιχτή, πάντα ερχόμουν και φρόντιζα την πορτοκαλιά. Πότισμα, ράντισμα, κλάδεμα. Πότε πότε στεκόμουν κι έτρωγα κανένα πορτοκάλι. Μου θύμιζε τη Ματίνα αυτό το δέντρο, τρισάγιο για την ψυχή της έλεγα πως κάνω.
Πάνε κάμποσα χρόνια τώρα που έφυγε και η κλινική, τί ήταν αυτό τέλος πάντων και το κτίριο έμεινε σε άθλια κατάσταση, σα φάντασμα από το παρελθόν. Εδώ και κάνα δυό τρία χρόνια έπαψα να τη φροντίζω την πορτοκαλιά. Απότιστη, ακλάδευτη πήρε προς τα πάνω και δεν αντέχει να μεγαλώσει τους καρπούς της. Τα ρίχνει μισερά τα πορτοκάλια πριν την ώρα τους. Γέρασα Γιώργο. Εδώ τα δικά μου δεν μπορώ καλά καλά να φέρω βόλτα και έχω και τα παιδιά που μου λένε πως δε νοιάζομαι ούτε για τα δέντρα, πως έχω παραιτηθεί απ’ όλα, ακόμα και τα εγγόνια δεν μου δίνουν την χαρά που μου έδιναν πιο μικρά.
-Ε ναι ρε Μητσάκο. Τα εγγόνια μεγάλωσαν, έκαναν πέρα που λέμε κι εμείς οι Αρβανίτες.
-Τέλος πάντων. Αλλά άκου και το πιο σπουδαίο. Στο εμπιστεύομαι γιατί είσαι ο κολλητός μου… Τσιμουδιά, σε κανένα. Εντάξει; Και κυρίως στα παιδιά που άμα το μάθουν θα πουν “πάει ο μπαμπάς τρελλάθηκε”…
– Έλα ρε Μήτσο άσε τους προλόγους μ’ έσκασες.
– Άκου λοιπόν, ένα βράδυ πήγα στο οστεοφυλάκιο, Χειμώνας του 1998 πρέπει να ήταν, εδώ πιο πάνω στο κοιμητήριο των Αγίων Πάντων και πήρα το κασελάκι με τα οστά της Ματίνας και το έθαψα δίπλα στην πορτοκαλιά. Δηλαδή την έκλεψα. Μακάβριο κλέψιμο. Αλλά κλέψιμο. Επιτέλους κλεφτήκαμε…. Έλα πάρε ένα χαρτομάντηλο, που μου συγκινήθηκες κιόλας. -Πέστα ρε Μήτσο, άει μτ γκίθ*, γέρος άνθρωπος μη πάθω και τίποτα…
– Δεν παθαίνεις τίποτα. Σαν την πορτοκαλιά. Τη βλέπεις; τον βγάζει κι αυτόν τον χειμώνα… και τους επόμενους. Έστω με κλάρα λιγότερη. Έτσι κι εμείς ρε συ Χρήστο. Άιντε πάμε τώρα, ξεπαγιάσαμε.
*άιντε από ‘κει
Δουλεμένο και παιδεμένο από τον Φλεβάρη του 2021 ως τον Γενάρη του 2024.
©2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Υπεροχο Δημήτρη