You are currently viewing Ουράνια Δροσιά – Ωφέλιμα αποσπάσματα από τα βιβλία του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ  –

Ουράνια Δροσιά – Ωφέλιμα αποσπάσματα από τα βιβλία του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ –

Ουράνια Δροσιά

Ωφέλιμα αποσπάσματα από τα βιβλία του Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Εκδόσεις Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός

Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού Ωρωπού

 

Γ. Βερίτης: «Σάν ἔρθει ὁ πόνος νά σέ βρῆ
νά τόν δεχθῆς παλικαρίσια.
Στάσου λεβέντης σάν τή δρῦ
τή λαμποδόκορμη τήν ἴσια»(MA, 15).

<>

 

Δημοτικό: «Καλότυχος πού πόνεσε, μά δέν τόν πῆρε ὁ πόνος»(Ματενόγλου Αἰκατερίνη, Μάριος, “Ὁ Λαβωμένος Σημαιοφόρος τῆς Χαρᾶς”, ἐκδ. Ὁσ. Ξένη, Πλαγιάρι Θεσ/νίκης 2007, 31).
«“Χριστέ μας”, σωστά εἶπε κάποιος Χριστιανός ποιητής: “δῶρο δικό Σου εἶναι ὁ πόνος. Δῶρο δικό Σου ἀπ᾽ τ᾽ ἀκριβά!”»(MA, 35).

<>

 

Ποιητικός στίχος:
«Μέσα στοῦ πόνου τό σκληρό τό πατητήρι
γίνεται τῆς ψυχῆς τό πιό γλυκό κρασί.
Μάτια πού δέν γνώρισαν τῶν δακρύων τό ποτήρι
σκορπίζουν λίγο φῶς γιά τή ζωή»(MA, 45).

<>

 

Ἅγ. Νεκτάριος: «Ὁ πόνος εἶναι τό δαχτυλίδι τό ὁποῖο προσφέρει ὁ Κύριος στούς ἐκλεκτούς Του»(MA, 69).

<>

 

Λ. Π.: «Πετῶ στό δρόμο. Δέν πατῶ,
Χριστέ μου, σέ ἀγγίζω.
Μονάκριβε τοῦ οὐρανοῦ,
χαρά κι Ἀνάστασι τοῦ νοῦ,
νά ζῶ τώρα ἀρχίζω»(MA, 97).

<>

 

«“Δέν ἔβαλα νόμο στοῦ Θεοῦ τό Νόμο”· αὐτό ἀπάντησε αὐθόρμητα πρίν χρόνια ἕνας ὑπερπολύτεκνος πατέρας στήν ἐρώτησι τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Νικοδήμου Μπιλάλη: “Γιατί ἔκανες τόσα παιδιά;”»(ΓΤ, 22).

<>

 

Elissa Bjeletich: «Θυμᾶμαι ἕνα τροπάριο τῆς Ἁγίας καί Μ. Παρασκευῆς: Λέει ἐκεῖ ὅτι μέ τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ “πεπλάνηται ὁ πλάνος”. Πάντα μοῦ ἄρεσει νά τό ἐξηγῶ στά παιδιά τοῦ Κατηχητικοῦ μου:
“Ἀπό τότε πού ὁ διάβολος ξεγέλασε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα μέσα στόν Παράδεισο, μάζευε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού πέθαιναν καί τίς ἔκλεινε στόν Ἅδη. Τή Μ. Παρασκευή βλέπει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ νά κρέμεται στό Σταυρό κάι πιστεύει ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά φυλακίση στόν Ἅδη καί τόν ἴδιο τό Θεό. Ὁ Χριστός κηδεύεται καί τοποθετεῖται στόν τάφο, κατέρχεται στόν Ἅδη μαζί μέ ὅλους τούς ἄλλους. Ὁ διάβολος εἶναι ἐνθουσιασμένος πού ὁ Χριστός ὑπῆρξε τόσο ἀπερίσκεπτος ὥστε νά προσλάβη ἀνθρώπινο σῶμα καί νά ‘ἐγκλωβιστῆ ̓ στόν Ἅδη. Τήν Τρίτη ἡμέρα, ὅμως, ὁ Χριστός συνέτριψε τίς πύλες τοῦ Ἅδη καί ἀνέστη, ἐλευθερώνοντας καί ὅσους ἐκρατοῦντο ἐκεῖ. Ὁ διάβολος σήμερα εἶναι μέ ἄδεια χέρια, γιατί ὁ Χριστός τόν νίκησε καί μᾶς ἐλευθέρωσε”»(ΒΕ, 22).

 

 

<>

 

 

«Ὅταν ἦταν νά πέση τό μπετόν τῆς πρώτης πλάκας στό μοναστήρι, ἀνήσυχοι οἱ ἐργάτες εἶπαν στό Άγιο Γέροντα Σίμων Ἀρβανίτη (+1988) πώς τούς εἶχε τελειώσει τό νερό. Ἦταν καλοκαίρι, καί ἡ κατάστασι φαινόταν κρίσιμη… Ὁ Γέροντας, τότε, ἔκανε κάτι τό ὁποῖο τό συνήθιζε στίς δύσκολες στιγμές. Πῆρε τό γνωστό του μονοπάτι, ἀπομακρύνθηκε γιά λίγο πρός τό βουνό, γονάτισε, ὕψωσε τά χέρια στόν Οὐρανό, καί προσευχήθηκε μέ θέρμη. Σέ λίγο συνέβη κάτι τό καταπληκτικό: Μαῦρα σύννεφα συγκεντρώθηκαν στόν οὐρανό πάνω ἀκριβῶς ἀπό ἐκεῖνο τό σημεῖο, καί ἄρχισε νά βρέχη καταρρακτωδῶς! Στό λεπτό γέμισαν σκάφες, βαρέλια, ὅ,τι εἶχαν. Εἶχαν πλεόν νερό, καί ἔτσι ἔπεσαν τά μπετά. Τό θαυμαστό ὅμως ἦταν, ὅτι ὅσοι κατέβαιναν ὕστερα ἀπ᾽ τό μοναστήρι, ἔκπληκτοι διαπίστωσαν ὅτι ὁ δρόμος ἦταν στεγνός! Εἶχε βρέξει μόνο στήν περιοχή τῆς Μονῆς!»(EE, 396).

<>

«Ὁ Ἅγιος Γέροντας π. Σίμων Ἀρβανίτης (+1988) τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονα τῆς Πεντέλης ἦταν ἕνας πολύ ἐλεήμων ἄνθρωπος. Δέν ἄφηνε νά φύγη κάποιος ἀπ᾽ τό μοναστήρι, χωρίς νά πάρη κάτι… Κάποτε, μετά τήν ἐξομολόγησι μοῦ λέει:
—Παιδί μου, πήγαινε στήν κουζίνα νά φᾶς ὅτι ὑπάρχει.
Ἔκανα τότε τό λάθος νά τοῦ πῶ:
—Ἔχω φάει, Γέροντα, δέν θέλω.
Τό πρόσωπό του ἀμέσως συνοφρυώθηκε:
—Τί λές, παιδί μου! Θέλεις νά μέ διώξη ὁ Ἅγ. Παντελεήμων ἀπ᾽ τό μοναστήρι του; Πήγαινε γρήγορα νά πάρης τήν εὐλογία τῆς Μονῆς!
Θεωροῦσε ὁ Γέροντας, ὅτι θά τόν ἔδιωχνε ὁ Ἅγιος ἀπ᾽ τό μοναστήρι του, ἄν δέν ἐκπλήρωνε τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης!»(ΣΑ, 395).

<>

 

 

«Μέσα σέ ἡμερολόγιο ἐφήβου ὑπάρχει γραμμένη ἡ παρακάτω σκέψι:
Παναγία μου, μάθε μου τά δύσκολα, νά μή μοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτα!».

<>

«Παναγία μου,
Πόσο Σ᾽ εὐχαριστοῦμε πού μποροῦμε νά Σέ ὀνομάσουμε:
Δύναμι τῶν ἀβοηθήτων!
Ἐλπίδα τῶν ἀπηλπισμένων!
Προστασία τῶν Χριστιανῶν!
Συμμαχία τῶν ἀσθενῶν!
Χαρά τῶν θλιβομένων!».

<>

«Μέσα σέ κελλάκι ὑπερήλικα μοναχοῦ ὑπάρχει εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού στό χέρι Της ἔχει σημάδια φθορᾶς, ἀπ᾽ τίς ἄπειρες φορές πού Τήν ἔχει ἀσπαστῆ».

<>

«Σέ σπίτι πολύτεκνης οἰκογένειας ὑπάρχει ἀκοίμητο καντήλι δίπλα στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τήν ὁποία τήν ἔχουν ὀνομάσει: “Οἰκονόμισσα”, ὡς ὑπενθύμισι στά μέλη τῆς οἰκογένειας, ὅτι εἶναι Ἐκείνη πού ὅλα τά φροντίζει».

 

<>

 

«Ἔλεγαν γιά κάποιον Ἀρχιεπίσκοπο, πού ἦταν βαρειά ἄρρωστος —οἱ ἰατροί δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά κινηθῆ καθόλου, γιατί ἡ κατάστασι τῆς καρδιᾶς του ἦταν ἐπικίνδυνη καί μέ μία κίνησι μποροῦσε νά πεθάνη—, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκαν ἐπίσημα πρόσωπα, τούς παρακάλεσε μέ πολλή εὐγένεια νά βγοῦν ἔξω γιά λίγο. Οἱ ἐπισκέπτες σκέφθηκαν ὅτι ἤθελε νά προσευχηθῆ, καί τόν ἄφησαν μόνο του. Ὅταν ξαναμπῆκαν, τόν εἶδαν ὄρθιο, με´τό ζωστικό καί τό ράσο του. Ἔμειναν κατάπληκτοι. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤθελε νά τόν δοῦν εὐπρεπισμένο. Πρέπει, λοιπόν, νά ἔχουμε τό αἰσθητήριο τῆς εὐσχημοσύνης»(ΝΖ, 80).
«Ὁ Ἅγιος πού γιορτάσαμε σήμερα, ὁ Ἅγ. Παγκράτιος, ἔφυγε ἀπ᾽ τήν Ἀνατολή καί πῆγε στή Δύσι παίρνοντας μαζί του ἕνα σταυρό, ἕνα Εὐαγγέλιο καί μιά εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπου παρουσιαζόταν, ἔλαμπε σάν φῶς. Τόν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι καί φοβοῦνταν νά τόν πλησιάσουν. Νόμιζαν πώς ἦταν κάποιος Θεός. Αὐτός ὁμολογοῦσε πώς δέν ἦταν Θεός, καί τότε πίστευαν στόν ἀληθινό Θεό καί γίνονταν πολλά θαύματα. Ἄλλες φορές ἔρχονταν ἐχθροί, καί ἐκεῖνος συνέχιζε τή λειτουργία μπροστά στά μάτια τους. Ὅλοι ἔβλεπαν τό πῦρ τῆς θεότητος στό πρόσωπό του καί βαπτίζονταν. Βάπτιζε ἑκατοντάδες ἀνθρώπων τήν ἡμέρα, ἀναλόγως μέ τήν μαρτυρία τῆς πίστεως.
Στό τέλος, ἕνας δαιμόνιος ἄνθρωπος, σέ συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς καί τούς Ἰουδαίους, κατάφερε νά καλέση τόν Ἅγιο, γιά νά τόν σκοτώσουν. Ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι ἤθελαν νά τόν φονεύσουν, ἀλλά ἤθελε νά δώση τήν ὑστάτη ὁμολογία, διότι ζωή χωρίς μαρτύριο εἶναι γράμμα χωρίς ὑπογραφή καί σφραγίδα. Ἀλλά γράμμα χωρίς ὑπογραφή καί σφραγίδα δέν ἔχει κύρος. Καί ἡ Παλαιά καί ἡ Καινή Διαθήκη χωρίς τό αἷμα δέν θά εἶχε κύρος. Ὁμοίως καί ἡ ζωή μας, χωρίς τήν ὑπογραφή καί τή σφραγίδα τοῦ αἵματός μας, δέν ἔχει ἰσχύ. Εὐτυχῶς ὅμως πού χύθηκε τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί μποροῦμε καί σωζόμαστε διά τῆς μετανοίας.
Ὅταν ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι θά τόν σκοτώσουν, κοινώνησε, πῆρε τό ὠμοφόριό του —συνήθιζε νά μιλάη στούς ἀνθρώπους μέ τά ἱερά του ἄμφια— καί πῆγε νά συμμετάσχη στό τραπέζι τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἔφαγαν, ἤπιαν καί ἄρχισαν νά βλασφημοῦν, νά βρίζουν. Ὁ Ἅγιος, ἤρεμος, τούς εἶπε ὅτι δέν εἶναι καλό αὐτό πού κάνουν. Τότε τόν ἔσυραν ἔξω ἀπ᾽ τήν πόλι, τόν σκότωσαν καί τόν πέταξαν στή ρωγμή ἑνός βράχου. Ἐνῶ κάποιοι ἔψαχναν νά τόν βροῦν, ξαφνικά εἶδαν ἕνα παράξενο φῶς. Πηγαίνουν καί τόν βρίσκουν στή ρωγμή τοῦ βράχουν χωρίς πληγές, ὁλοφώτεινο καί ἀναδίδοντα εὐωδία· τό τελευταῖο μαρτύριο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ Ἁγίου. Μετά τό θάνατό του οἱ Χριστιανοί γιά νά τόν τιμήσουν τόν τοποθέτησαν σέ χρυσή λάρνακα. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, παρουσιάσθηκε καί ζήτησε νά τόν ἐνταφιάσουν στή γῆ ἀπ᾽ τήν ὁποία ἐξῆλθε»(ΝΖ, 394).

<>

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Πόσο ἀπίστευτα διαφορετικό εἶναι τό λουλούδι ἑνός δένδρου ἀπ᾽ τή ρίζα του! Καί ὅμως ὁλόκληρο καί ταυτόσημο τό δένδρο περιέχεται στή ρίζα, καί πάλι ὁλόκληρο καί ταυτόσημο δένδρο περιέχεται στό λουλούδι. Καί ὅπως τό λουλούδι μέ τήν ὀμορφιά του ὑπερβαίνει τή ρίζα, ἔτσι τά ἀναστημένα σώματα μέ τήν ὀμορφιά τους θά ὑπερβοῦν τά γήινα σώματά μας»(ΔΦ, 24).

 

<>

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Κάποιος ἄνθρωπος νοικοκύρης εἶχε ἕνα μοναχογυιό. Ὅμως, υἱοθετεῖ κάποιο φτωχό, καί ἄρχισε καί ἐκεῖνο νά τόν θεωρῆ ὡς πραγματικό παιδί του. Ἀλλά σ᾽ αὐτόν τόν υἱοθετημένο ἦρθε κρυφά ἕνας μαῦρος μάντης καί τόν ἔπεισε, νά φύγη ἀπ᾽ τό σπίτι τοῦ εὐεργέτη του, καί τοῦ ὐποσχέθηκε νά τόν βοηθήση μέ τίς μαγγανεῖες του νά φτάση σέ μεγαλύτερη δόξα ἀπ᾽ τή δόξα τοῦ νοικοκύρη. Πεσμένος γι᾽ αὐτό ὁ υἱοθετημένος ζήτησε τήν ἐλευθερία του ἀπ᾽ τόν εὐεργέτη του. Ἐκεῖνος ἀντιλαμβανόταν τό ὅλο πράγμα, ὅμως δέν ἔφερε ἀντίρρησι, ἀλλά ἄφησε νά γίνη τό θέλημα τοῦ υἱοθετημένου. Λυπήθηκε, ὅμως, καί στό χωρισμό ἔδωσε στόν υἱοθετημένο ἕνα κεντητό πουγκί, γεμάτο χρυσό καί πολύτιμα πετράδια. Καί τόν ἄφησε μέ δάκρυα στά μάτια. Ἔτσι ξεκίνησε ἐκεῖνος ὀ φτωχός γιά τό ταξίδι. Ἀλλά ὁ μαῦρος μάντης ὄχι μόνο δέν βοηθοῦσε αὐτόν τόν ἔρημο ταξιδιώτη, ἀλλά, ἀντίθετα, ἔστελνε τούς μαύρους συγγενεῖς του στό δρόμο μπροστά του, γιά νά τόν ληστεύουν. Βλέποντας πώς βρίσκεται σέ δυσκολία ὁ φτωχός ἐξαγόραζε τόν ἑαυτό του ἀπ᾽ τούς ληστές μέ τό χρυσό καί τά πολύτιμα πετράδια· μόνο τούς παρακαλοῦσε, νά μήν τοῦ πάρουν τό κεντητό πουγκί. Ταξιδεύοντας ἔτσι, μόνος του ἔπεφτε ἀσταμάτητα ἀπ᾽ τή μία ἐνέδρα τῶν μαύρων στήν ἄλλη. Καί ἐξαγόραζε μέ αὐτόν τόν τρόπο κατά σειρά τούς ληστές μέ τό χρυσό καί τά πολύτιμα πετράδια, ἕως ὅτου τό πουγκί ἄδειασε. Τότε βγῆκε μπροστά του ἐκεῖνος ὁ μαῦρος μάντης αὐτοπροσώπως. Ὅταν τόν εἶδε ὁ φτωχός, τοῦ ἀπευθύνθηκε γιά βοήθεια σάν σέ φίλο. Ἀλλά ὁ μαῦρος μάντης συμπεριφέρθηκε ὡς ὁ χειρότερος ληστής. Τρίζοντας τά δόντια ἔπιασε τό κεντητό πουγκί, καί ἄρχισε νά τό τραβᾶ γιά νά τό ἁρπάξη. Ὅλο ἐκεῖνο τό διάστημα ὁ νοικοκύρης ἀπό μακρυά ἔβλεπε καί ἀντιλαμβανόταν τί συμβαίνει μέ τόν υἱοθετημένο του γυιό. Καί λυπήθηκε γιά τή μοίρα του, καί ἔστειλε τό μοναχογυιό του, νά σώση ἐκεῖνο τό φτωχό ἀπ᾽ τήν καταστροφή. Ἔφτασε ὁ γυιός τήν τελευταία στιγμή, ὅταν ὁ φτωχός εἶχε ἤδη ἐξαντληθῆ ἀπ᾽ τή μάχη γιά νά κρατήση τό κεντητό πουγκί. Καί χτύπησε ὁ γυιός ἐκεῖνο τό μαῦρο μάντη καί τόν πλήγωσε θανάσιμα. Τότε τό πουγκί τοῦ φτωχοῦ γέμισε πάλι μέ χρυσό καί πολύτιμα πετράδια καί τοῦ εἶπε, ἐπειγόντως νά ἐπιστρέψη σπίτι ὅπου τόν περιμένει ὁ πατέρας νοικοκύρης.
Καταλάβατε αὐτή τήν ἱστορία; Ὁ νοικοκύρης εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ υἱοθετημένος εἶναι ὁ Ἀδάμ καί τό γένος του. Ὁ μαῦρος εἶναι ὁ σατανᾶς. Τό κεντητό πουγκί εἶναι τό ἀνθρώπινο σῶμα. Ὁ χρυσός καί τά πολύτιμα πετράδια εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, χαρισμένη μέ πλούσια δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἀπομακρυσμένο ἀπ᾽ τό Θεό, τό αὐτόβουλο ἀνθρώπινο γένος ἔχασε βαθμιαῖα ὅλο τόν πνευματικό πλοῦτο, καί παρέμεινε μόνο μέ τή σωματική ζωή του. Καί ὅταν ὁ σατανᾶς ἔκανε τήν προσπάθεια, νά πάρη γιά τόν ἑαυτό του καί αὐτό, καί ἔτσι νά καταστρέψη ἐντελῶς τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἐμφανίσθηκε στόν κόσμο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πλήγωσε θανάσιμα τό σατανᾶ, καί πληγωμένο καί ἀκίνδυνο τόν κατέρριψε στά βάθη τῆς κολάσεως. Ἐνῶ στή σωματική ζωή τῆς ἀνθρωπότητος πάλι ἐνεφύσησε τή ζώσα ψυχή καί τή γέμισε μέ θεϊκά δῶρα. Ταυτόχρονα διατάχθηκε τό γένος τοῦ Ἀδάμ, νά ἐπιστρέψη μέ τόν καινούργιο πλοῦτο στόν οἶκο τοῦ Οὐράνιο Πατέρα»(ΔΦ, 27).

<>

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Βγῆκαν μιά φορά μερικοί κόλακες μπροστά στόν αὐτοκράτορα Κων/νο τό Μεγάλο, καί ἄρχισαν νά κακολογοῦν κάποιους κακοήθεις ἀνθρώπους, πού συκοφαντοῦσαν τόν αὐτοκράτορά τους. Ὅμως, αὐτοί οἱ συκοφάντες, λένε, δέν κρατήθηκαν μόνο στά ἄσχημα λόγια καί στά ψέμματα, ἀλλά προσέφυγαν καί σέ μιά φοβερή κακουργία: Πῆγαν μπροστά στό μαρμάρινο ἄγαλμα τοῦ αὐτοκράτορα στήν πόλι, καί τό χτυποῦσαν μέ πέτρες καί σίδερα ὥσπου νά παραμορφώσουν τό πρόσωπο τοῦ αὐτοκράτορα στό ἄγαλμα, ἀποκόλλησαν τή μύτη, καί τρύπησαν τό μέτωπο. Ὁ αὐτοκράτορας Κων/νος ἄκουσε σιωπηλά αὐτή τήν κατηγορία. Καί ὕστερα ψηλάφησε μέ τό χέρι τό πρόσωπό του, τή μύτη καί τό μέτωπο, καί τούς ἀπάντησε: “Καί τό πρόσωπό μου εἶναι καθαρό, καί τό μέτωπο ὑγιές, καί ἡ μύτη στή θέσι της!”. Ντράπηκαν οἱ κόλακες, καί ἔφυγαν μπροστά ἀπ᾽ τό πρόσωπο τοῦ αὐτοκράτορα»(ΔΦ, 29).
Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Σ᾽ ἔκλεψαν οἱ νεαροί ὑπάλληλοί σου, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο, καί ὅλοι μέ τή σειρά. Καί ἀπέλυες τόν ἕνα μετά τόν ἄλλο μέ τή σειρά, καί τούς ἄλλαζες μέ ἄλλους καί αὐτούς μέ ἑπόμενους. Προσελάμβανες τούς νέους μέ τίς καλύτερες συστάσεις ὡς ἔντιμους καί σωστούς, καί ὅλοι ἀπεδείχθησαν κλέφτες. Αὐτό μερικές φορές σέ ἐξόργιζε καί ἄλλες σέ ἔθλιβε. Ἀσταμάτητα παραπονιόσουν στούς φίλους σου στήν ἀγορά καί κανείς δέν μποροῦσε νά σέ συμβουλεύση κάτι. Συνήθως σοῦ ἀπαντοῦσαν:
—Τί τα θές, ἔτσι εἶναι ὁ κόσμος σήμερα!
Ὥσπου ὁ Θεός σοῦ ἔστειλε τό σωστό σύμβουλο. Ἔφθασαν στήν πόλι σας κάποιοι Ρῶσοι καλόγεροι ζητώντας ἐλεημοσύνη γιά τό μοναστήρι τους. Ἕνα πρωΐ μπῆκαν στό κατάστημά σου. Συζήτησες ἀρκετά μαζί τους. Τελικά παραπονέθηκες γιά τούς νεαρούς βοηθούς σου καί ὁ Γέροντας καλόγερος διαρκῶς κοιτοῦσε τό πρόσωπό σου καί σιωποῦσε. Ὅταν ὁλοκλήρωσες τόν παραπονετικό λόγο σου, εἶπε ὁ Γέροντας:
—Ὑπάρχει φάρμακο γι᾽ αὐτό!
—Πῶς; Ποῦ;
—Τό φάρμακο βρίσκεται μέσα σου, ἀπάντησε ὁ Γέροντας. Πρόσεχε ἀπό δῶ καί μπρός, πῶς ζυγίζεις ἐσύ ὁ ἴδιος τά προϊόντα. Βάζε περισσότερο στό ζύγισμα, πάντα γέμιζέ το! Καί οἱ κλέφτες θά πάψουν νά σέ κλέβουν.
Κεραυνοβολημένος σάστισες! Αὐτό οὔτε κἄν τό ὑπαινίχθηκε ποτέ κανείς, δηλαδή ὅτι σέ κλέβουν ἐπειδή ἐσύ κλέβεις τούς ἄλλους. Ἔκλεβες τούς πελάτες σου στό ζύγισμα, γι᾽ αὐτό οἱ νεαροί ἔκλεβαν ἐσένα. Ἀμέσως ξεκίνησες διαφορετικά. Ἔβαζες περισσότερο στό ζύγισμα. Λίγη ζάχαρη παραπάνω, λίγους κόκκους καφέ περισσότερους, ἤ ρύζι, ἤ ὅποιο ἄλλο προϊόν. Ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ παλαιοί ἔμποροι. Καί ἀπό τότε ποτέ πιά δέν ἀντελήφθηκες ὅτι κάποιος σέ ἔκλεψε. Οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι νεαροί βοηθοί σου, πού κάποτε σέ ἔκλεβαν, ἐδῶ καί πολλά χρόνια εἶναι μαζί σου. Ὅλοι ἐργάζονται ἔντιμα, καί κανείς δέν κλέβει. Καί τό κατάστημά σου πηγαίνει καλύτερα. Ἁπλά ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα αἰσθάνεσαι τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ πνευματικός Γέροντας σοῦ ἄνοιξε τά μάτια καί εἶδες τήν ἀλήθεια»(ΔΦ, 33).

<>

 

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Σέ κάποιο ἀπ᾽ τά χωριά τῆς περιοχῆς μας γινόταν λιτανεία μέσα στούς ἀγρούς. Ἕνας ἄνθρωπος, πού εἶχε ἐπιστρέψει λίγο καιρό πρίν ἀπ᾽ τήν Ἀμερική ὅπου ἐργαζόταν, στεκόταν μπροστά ἀπ᾽ τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καί χλεύαζε τούς “σταυροφόρους”. Σύντομα παρά τήν ξηρασία πού ἐπικρατοῦσε ξέσπασε δυνατή βροχή στό χωριό. Στό χωριό δέν συνέβη τίποτε, ἀλλά στό δικό του ἀγρό, πού ἦταν φυτεμένος μέ σιτάρι, ἔπεσε τόσο πολλή ἄμμος, πού δέν φαινόταν οὔτε τό σιτάρι οὔτε τό χῶμα»(ΔΦ, 38).

<>

 

 

 

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Οἱ Τοῦρκοι δέν κάνουν λιτανεῖες. Ἀλλά συνέβη τήν ἐποχή τῆς τουρκοκρατίας σέ μιά μακεδονική πόλι κάτι, πού ἀκόμα θυμοῦνται καί περιγράφουν ζωντανοί μάρτυρες. Ἐπικρατοῦσε μεγάλη ξηρασία. Οἱ Τοῦρκοι παρακάλεσαν τούς Χριστιανούς νά κάνουν λιτανεία. Ὁ ἐπίσκοπος μέ τούς ἱερεῖς καί τό λαό ξεκινοῦν τή λιτανεία βαστώντας τούς σταυρούς καί ὁδηγοῦν τή λιτανεία ἔξω ἀπ᾽ τήν πόλι κοντά στίς πηγές. Στή μιά πλευρά βάδιζαν οἱ Χριστιανοί καί στήν ἄλλη οἱ μουσουλμάνοι. Δέν πρόλαβαν νά ἀναγνώσουν ὅλες τίς προσευχές καί ὁ οὐρανός σκοτείνιασε καί ἄρχισε νά βρέχη τόσο πολύ πού οἱ “σταυροφόροι” γύρισαν τρέχοντας στά σπίτια τους»(ΔΦ, 38).

<>

 

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Ὁ Θεός σοῦ δώρισε τή μοναχοκόρη. Τό δῶρο αὐτό ἐσύ ἀνόητα τό κατέστρεψες. Εἶχες τήν ἐμμονή ὅτι τή μοναχοκόρη σου θά κάνη εὐτυχισμένη μόνο μιά μεγάλη προίκα. Καί ἀμέλησες νά παράσχης στήν κόρη σου ἐκεῖνα πού πράγματι συνεισφέρουν στήν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου σ᾽ αὐτό τόν κόσμο: τήν ἐκπαίδευσι, τή συμπεριφορά, τήν καρδιά, τήν ψυχή. Μόνο μάζευες χρήματα γιά τήν προίκα της. Σκέφθηκες: ὅσο μεγαλύτερη προίκα τόσο βεβαιότερη τύχη. Ἤθελες νά κάνης τό παιδί σου ὅσο πιό ἀκριβό, καί νά τοῦ ἀγοράσης τόν πιό ἀκριβό γαμπρό. Στήν παράλογη σκέψι πρόσθεσες καί ἄδικη πράξι, δηλαδή ὅταν πέθανε ὁ συνέταιρός σου, μέ ψευδεῖς λογαριασμούς ἅρπαξες τό μερίδιό του καί ἔτσι ἄφησες τή γυναῖκα του καί τά παιδιά του χωρίς ψωμί. Παραγέμισες τό βιβλιάριο καταθέσεων μέ χρήματα γιά τήν προίκα της, ἀλλά καί τήν ψυχή σου μέ τήν ἀδικία. Δηλαδή, στήν ἀφροσύνη καί στήν ἀδικία ἔκτιζες τήν εὐτυχία τοῦ πιό ἀγαπημένου πλάσματος, γιά τό ὁποῖο ζοῦσες καί ἐργαζόσουν. Γιατί εἶναι παράξενο, πού τό οἰκοδόμημα, τό ὁποῖο κτίστηκε σέ τέτοια θεμέλια, κατέρρευσε καί ἔπεσε πάνω σέ σένα καί τήν κόρη σου; Ξέχασες —ἄν ποτέ τό γνώριζες— ὅτι τά ἅγια οὐράνια μέ ὀργή τιμωροῦν τήν ἀφροσύνη καί τήν ἀδικία.
Μνηστῆρες, πλεονέκτες γιά τό χρῆμα, κατέλαβαν τό σπίτι σου. Καί ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς, ὁμοϊδεάτης σου στόν τρόπο πού βλέπεις τό χρῆμα, κατάφερε νά παντρευτῆ σωματικά τήν κόρη σου καί μέ τήν καρδιά τά χρήματά σου. Δέν πέρασε οὔτε ἕνας χρόνος, ὅταν ἡ καλοπροικισμένη σου χτυπᾶ κάποιο βράδυ τήν πόρτα σου μαλλιοτραβηγμένη, ματωμένη, ντροπιασμένη κάι κυνηγημένη. Μεθυσμένος ὁ ἄντρας της, τήν ἔδειρε καί τήν πέταξε ἀπ᾽ τό σπίτι ἔγκυο. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα τό πρωΐ, ἐγκατέλειψε τό σπίτι καί χάθηκε στόν κόσμο μέ τά χρήματά σου. Τώρα κουνᾶς τό ἐγγονάκι δίπλα ἀπ᾽ τό μαξιλάρι τῆς κόρης σου, γιά τήν ὁποία εἶπαν οἱ γιατροί ὅτι πάσχει ἀπό φυματίωσι καί πρέπει νά τήν στείλης στίς Ἄλπεις. Ἀλλά ἐσύ δέν ἔχεις πιά χρήματα νά τήν στείλης οὔτε στό Zlatibor, πόσω μᾶλλον στίς Ἄλπεις. Καί ρίχνοντας κατάρες στό γαμπρό σου ρωτᾶς, ἄν ὑπάρχη στόν κόσμο Θεία δικαιοσύνη;
Μά πῶς δέν ὑπάρχει Θεία δικαιοσύνη; Καί ὅποιος δέν πιστεύει σ᾽ αὐτή, πρέπει νά πειστῆ μέ τή δική σου περίπτωσι. Μέ τήν προίκα νόμιζες πώς θά κάνης εὐτυχισμένη τήν κόρη σου, μέ τήν προίκα τήν ἔκανες δυστυχισμένη. Ἔκλεψες τό ψωμί τῶν ὀρφανῶν γιά νά σιγουρέψης τή σαμπάνια τῆς κόρης σου, μά ὁδήγησες στήν πείνα καί τόν ἑαυτό σου καί τήν κόρη σου καί τό ἐγγονάκι σου. Μέ τήν προίκα ἀγόρασες δυστυχία γιά τέσσερεις: καί γιά τούς τρεῖς σας καί γιά τό γαμπρό σου. Ἐφόσον καί τή δική του ψυχή σκότωσες μέ τήν προίκα. Καλομαθημένος ἀπ᾽ τά χρήματα τά ὁποῖα δέν δούλεψε, θά προοδεύση γρήγορα ἀπό ἐδῶ καί πέρα στό συνάφι τῶν ἀπατεώνων, τῶν ὁποίων οἱ τάφοι βρίσκονται πλάι στό δρόμο.
Ἡ Θεία δικαιοσύνη ἐμφανίσθηκε καί τά παράπονά σου ἐναντίον της ἀποδεικνύουν μόνο τό δικό σου συσκοτισμό ἀπ᾽ τήν ἀδικία. Ἰδού, θά γίνης παραμάνα στό ἐγγονάκι σου, συνεχῶς γεμάτος μέ ἀνησυχίες, τί νά πωλήσης ἀπ᾽ τό σπίτι, γιά νά ἐξασφαλίσης σ᾽ αὐτό φαγητό καί στήν κόρη σου φάρμακα. Θά ξεπουλᾶς ὅλα ὅσο ὅσο, ὥστε νά παρατείνης τή ζωή τῶν τριῶν σας στό σπίτι ἀπό μέρα σέ μέρα. Μέ φόβο θά περιμένης τή κάθε καινούρια μέρα σάν αἰώνια πεῖνα. Καί θά ἀκοῦς τό κλάμμα τοῦ παιδιοῦ καί τόν βήχα τῆς μάνας σάν σύριγμα ἀπ᾽ τό μαστίγιο τῆς μοίρας, πού ψάχνει τήν πλάτη σου.
Μά ἄν ἤσουν ταπεινός θά μάθαινε καί ἡ κόρη σου τήν ταπείνωσι! Ἡ μοναχοκόρη σου θά τραγουδοῦσε τώρα στό σπίτι κάποιου ταπεινοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ἠ ταπείνωσι, ὅπως καί κάθε ἄλλη ἀρετή, σοῦ φαίνονταν σάν κάποιος εὐαγγελικός ὕμνος, γιά ἄλλες ἐποχές. Δέν γνωρίζες, ὅτι οἱ εὐαγγελικές ἀρετές εἶναι ἀμετακίνητοι βράχοι, πάνω στούς ὁποίους κτίζεται ἤ συνθλίβεται ἡ εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων»(ΔΦ, 39).

<>

«Μιά φορά χρειάστηκε νά βγῶ ἀπ᾽ τό Ἅγ. Ὄρος καί δέν εἶχα χίλιες δραχμές, τόσο κόστιζε ἡ ἔξοδος. Στό ταχυδρομεῖο εἶχα πεῖ ὅσες ἐπιταγές ἔφταναν νά τίς ἐπιστρέφουν. Δέν περίμενα, λοιπόν, ἀπό πουθενά χρήματα. Ὅταν, ὅμως, μοῦ ἔφεραν τήν ἀλληλογραφία, ὑπῆρχε ἕνας φάκελος πού μέσα εἶχε χίλιες δραχμές. Στή θέση τοῦ ἀποστολέα, προσέξτε, ἔγραφε: “Παντάνασσα”! Ἀναλύθηκα σέ δάκρυα »(ΜΜ, 84).

 

<>

 

 

«Ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης ὅτι ποτέ κανείς δέν πρόκειται νά φύγη ἀπό Σένα [τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο], χωρίς νά βρῆ ἔλεος!
Αὐτή τήν ἀλήθεια Ἐσύ ἡ ἴδια μᾶς τήν ἀποκάλυψες καί τότε πού ἐμφανίστηκες στό Γέροντα Ἀναστάσιο τοῦ Κουδουμᾶ, ὅπως ὁ ἴδιος διηγεῖται:
“Στόν καιρό τῆς θλίψεώς μου, ξαφνικά κάλυψε τό κελλί μου ἕνα ἐκτυφλωτικό φῶς καί ἁπλώθηκε μιά ἄρρητη εὐωδία. Τότε ἐμφανίστηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος καί μέ ρώτησε τί μοῦ συμβαίνει. Ἐγώ δέν ἤμουν σέ καλή κατάστασι καί τῆς εἶπα:
—Παναγία μου, τόν Υἱό σου ἀναζητῶ.
Ἡ Θεοτόκος μέ ξαναρώτησε καί δεύτερη καί τρίτη φορά τί μοῦ συμβαίνει, ὅμως, ἐγώ καί πάλι τῆς ἀπάντησα:
—Τόν Υἱό σου θέλω.
Τότε ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἀφοῦ μέ εὐλόγησε, μοῦ εἶπε ἁπαλά:
—Νά ξέρη, παιδί μου, ὅτι ἐγώ εἶμαι ἡ Διαχειρίστρια τοῦ ἐλέους τοῦ Υἱοῦ μου.
Καί ἀφοῦ πῆρε ὅλη τή θλίψι μου, μέ εὐλόγησε κι ἔγινε ἄφαντη!”»(ΜΜ4, 80).

<>

 

Άβελ-Τάσος Γκιουζέλης

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΗΣ - Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981. Τα τελευταία χρόνια ζει μόνιμα στον Ωρωπό, του αρέσει να αποτυπώνει τις σκέψεις του σε μορφή ποίησης από τα 17 του, ερασιτεχνικά. Κάποια από τα ποίηματά του έχουν συμπεριληφθεί σε λίγα βιβλία φίλων του, τα οποία δεν ήταν βιβλία ποίησης, ενώ τα ποιήματά του φιλοξενούνται σε διάφορες σελίδες και ομάδες Ποίησης στο διαδίκτυο, και φυσικά βρίσκονται στο blog του: http://poemsagkiouzelis.blogspot.com. Η ποιητική του συλλογή ονομάζεται "Ποιήματα των Φύλλων..." εννοώντας τα φύλλα των δέντρων αλλά και τους φίλους με γιώτα. Η φιλοσοφία του, ότι κάθε μορφή ποίησης είναι ξεχωριστή και σου δίνει νέες ευκαιρίες έμπνευσης για καινούργια ποιήματα.