«Μια φορά θα το πω πάλι, δεν έχει τίποτα μέσα τον βλέπω είναι άδειος.
Την κοίταζαν σαν χαζοί όλοι και ο άντρας της που από το ύφος της κατάλαβε, ότι μίλαγε άλλος όχι η ίδια και κάνοντας νόημα στους άλλους τούς είπε να φύγουν και μια άλλη μέρα να πάνε να δούνε μόνοι τούς. Έτσι ξεκίνησαν για τον γυρισμό που όσο παράλογο και να φαίνεται αυτό δεν έβρισκαν τον δρόμο να γυρίσουν. Τα βουνά που περάσαν τα δάση με τον Ήλιο να τούς ζεσταίνει, μετά από κάποιες ώρες και φωνές μεταξύ τους, επιτέλους βρήκαν τον δρόμο. Μέσα στο φέρι ηρέμησαν όλοι και τότε ακούει μια φωνή …
«Στο είπα ε δεν θα κάνετε τίποτα, τώρα πια με πίστεψες ;»
Είχε πέσει ο ήλιος όταν έφτασαν σπίτι τούς έκανε λίγο ψύχρα τα παιδιά έβλεπαν τηλεόραση «Γυναικούλα δεν βάζεις κάτι να φάμε ;
«Εγώ δεν θέλω να σάς ετοιμάσω να φάτε εσείς ;»
και αρχίζει να ζεσταίνει το φαΐ, σε λίγο κάθισαν στο τραπέζι … Η Ηρώ δε μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα όλο σκέψεις και ερωτηματικά στο μυαλό έτσι πήρε ένα καφέ και τα τσιγάρα και βγήκε λίγο στο μπαλκόνι …
Έπιασε πάλι συνομιλία με την Κατερίνα, την ρώταγε πως πέθανε ; Η Κατερίνα της είπε και της έδειχνε κιόλας πως έγινε μια μέρα καλοκαιρινή στην θάλασσα εκεί έγινε το κακό.
«Θέλω να πας στην μαμά μου να της πεις να σταματήσει να κλαίει ποια» λέγοντας που έμενε η μάνα της στην Ηρώ και ότι θα την βρει εκεί μετά το μεσημέρι .
«Α Άκου να σου πω εσύ δεν θα με τρελάνεις, από εχθές ζω ένα εφιάλτη, έχω παιδιά και με τρομάζεις πολύ ,όπου θα τα πω αυτά και οποίος τα ακούσει θα με περάσουν για θεότρελη , νομίζω ότι όλα συμπτώσεις ήταν τελικά, σιγά μην υπάρχεις στα αλήθεια, δεν κάνω τίποτα άλλο και δεν σε πιστεύω άλλο … Παρατάμε ήσυχη ως εδώ».
«Μα εγώ ήμουν σήμερα κοντά σου, πως τα έβλεπες όλα ; Βρήκες που με θάψανε, σου τα είχα πει όλα πιο μπροστά, τι να κάνω για να με πιστέψεις τελικά ;»
Παίρνει τον καφέ η Ηρώ και πάει μέσα ήσυχα δεν της μίλαγε τώρα ..
«Τι έπαθες ; τι έχεις λέγε ;» ο Σταύρος την ρωτά,
«Α σε με και εσύ τώρα» , όλο νεύρα
Λέγε τι έγινε έλα κοντά μου και την αγκάλιασε έτρεμε ολόκληρη, από νευρά και φόβο.
Η Ηρώ απευθύνετε στην κόρη της.
«Κοπέλα μου βάλε ένα χεράκι να μαζέψουμε το τραπέζι σε παρακαλώ ;»
«Ναι μαμά έλα μικρέ ,σήκω η μαμά δεν είναι καλά» ..
Κάθεται δίπλα στον άντρα της και του λέει τι έγινε, χαμηλόφωνα μην ακούσουν τα παιδιά
«Καλά βρε γυναικά γιατί αμφιβάλλεις πάλι ; ξέρεις εγώ αμέσως κατάλαβα ότι κάτι έχεις φαίνεται στο πρόσωπο σου. ρώτα την κάτι να πιστής τελικά, τι θα γίνει τώρα θα αρρωστήσεις ;
«Τι να την ρωτήσω ; δεν θέλω φοβάμαι , ότι εγώ έχω πρόβλημα ποια αυτό είναι όλο άστο…
«Άκουσε καλά τι θα σου πω τώρα, χωρείς να φοβάσαι» η Κατερίνα πάλι..
Εδώ που κάθεσαι δεν βλέπεις τον πάγκο της κουζίνας σου έτσι ;»
«Φυσικά δεν τον βλέπω, ολόκληρο πάσο και τόσο ψηλό πώς να βλέπω τον πάγκο ; από εδώ τι λες τώρα ; η Ηρώ με νεύρα πολλά..
«Πες στον άντρα σου, να πάει και να κάνει ότι σου λέω εσύ θα κάτσεις εδώ , τότε να δω αν με πιστέψεις ;»
Τα παιδιά είχαν τελειώσει και ήταν στο δωμάτιο τους.
«Πες του να πάει στην κουζίνα, και να βάλει σε μια άκρη του πάγκου ψωμί, και στην άλλη μεριά ζάχαρη , εσύ μην κοιτάς»
Ο Σταύρος ότι του έλεγε η Ηρώ το έκανε . Εκείνη δεν έβλεπε που έβαζε το κάθε ένα ο πάγκος είχε μια απόσταση 4 μέτρα από την μια μεριά ως την άλλη ..
«Τώρα ‘φερε τα παιδιά , ανοιχτό το παράθυρο να μπω μέσα εγώ ,το κάθε παιδί να κάτσει όπου θέλει» .
Ήρθαν τα παιδιά και ο Σταύρος τούς μίλησε να κάτσουν ήρεμα για λίγο και κάτι θα έκανε η μαμά μην φοβηθούν όμως ; Βασικά θα μιλάει τούς είπε …και ανοίγει το παράθυρο της κουζίνας ….
«Τώρα μπαίνω κοίτα και ξαφνικά μια μύγα μπαίνει μέσα εκείνη δεν την έβλεπε, την έβλεπε ο άντρας της …
«Τώρα θα πάω στο κεφάλι του γιου σου «και η μύγα πήγε» …
«Τώρα θα πάω στο ψωμί , και πάλι πήγε, τα έλεγε φωναχτά και φυσικά όλοι παρακολουθούσαν τι θα γίνει ;
«Τώρα στο κεφάλι της κόρη σου . ο Σταύρος κοίταζε τόση ώρα την μύγα να πηγαίνει όπου του έλεγε .. «Τώρα θα πάω στην ζάχαρη, μόνο άσε με λίγο να κάτσω εκεί. Ε αυτό ήταν όλοι της έλεγαν ότι ναι έκανε η μύγα αυτά όλα που της έλεγε .
Άρα δεν τρελάθηκα; Και γιατί μύγα ; Σηκώνετε και πάει στην κουζίνα και της λέει ..
«Θέλω να κάτσεις να σε χαϊδέψω, αλλιώς δεν σε πιστεύω …
Η μύγα πάει στον πάγκο εκεί που ήταν η Ηρώ κοντά στον νεροχύτη …
«Έλα εδώ είμαι» η Ηρώ την κοίταζε σαν χαζή
«Μιλάω σε μια μύγα; Παναγιά μου» και με νεύρα, χτυπά το χέρι της πολύ κοντά να φύγει η μύγα. Η μύγα ακούνητη εκεί,. σιγά σιγά απλώνει το μικρό της δάχτυλο και αρχίζει να την χαϊδεύει ! Η μύγα εκεί ακούνητη, τότε την ακούει να της λέει
«τώρα θα φύγω ηρέμησε αύριο πάλι θα τα πούμε και φεύγει όντως»
ενώ η Ηρώ να κλαίει με λυγμούς ….
Τα παιδιά είχαν φοβηθεί και τη χάιδευαν …
«Έλα μαμά ηρέμησε μην φοβάσαι πια έφυγε , της έλεγαν, πώς να του εξηγήσει, ότι τώρα δεν φοβόταν αλλά έκλαιγε από χαρά.
« Δεν ήταν θεότρελη! υπάρχει ζωή μετά θάνατο ! και ήταν τυχερή πολύ, που είχε κοντά της , την Κατερίνα της..
«Αύριο θα πάω να βρω την μαμά της είπε φωναχτά , άντε πάμε για ύπνο τώρα ήρεμα πια και χαμογελώντας..
«Έλα έχεις δουλειά απόψε εσύ , στον άντρα της, και εσείς σχολείο, α και προσευχή ε καληνύχτα αύριο πάλι .. Ξημέρωσε η δεύτερα, τα παιδιά σχολείο εκείνη δουλειές . Περίμενε τον άντρα της το μεσημεράκι να έρθει να πάνε μαζί στον συνοικισμό που ήταν η μάνα της Κατερίνας , φυσικά την βρήκαν είχε γεράσει η έρημη μάνα, από τον καημό της.
«Με λένε Ηρώ γεια σας η κυρία Χρυσούλα ;»
Ναι εγώ είμαι τι θέλεις ; Η Ηρώ είχε πολύ βαρύ φορτίο στις πλάτες τις τώρα, όμως έπρεπε να της μιλήσει.
«Μπορούμε να τα πούμε λιγάκι σας παρακαλώ, έχω να σας πω για την Κατερίνα κάτι .πολύ σοβαρό . Η Χρυσούλα τα έχασε – «έλα μέσα έλα» . Η πόρτα έκλεισε μετά από μια ώρα βγήκε η Ηρώ, πότε δεν συζητείσαι με κανένα τη είπαν ; τα κράτησε μέσα της φυλαχτό λόγια πόνου ; αγάπης ;ελπίδας ; για ένα αύριο καλύτερο πια για την Χρυσούλα μα και για την φίλη της την Κατερίνα … Ένα ήταν βέβαιο η Κατερίνα ησύχασε και την θέση της στην ζωή τής Ηρώς πήρε μια άλλη οντότητα πολύ πιο δυνατή. Μια μορφή μοναδική που όλα πια τα έβλεπε ολοκάθαρα …
