Διήγημα
Την Γιορτή της Ανάληψης του Κυρίου, μια ζεστή και υγρή βραδιά του Ιουνίου του 1818 είχε επιλέξει η Εταιρία Φωταερίου και ο Δήμαρχος της πόλης του Παρισιού για να φωταγωγήσουν με λάμπες γκαζιού την πλατεία του Καρουζέλ. Η πλατεία εκτεινόταν στα ανατολικά της ομώνυμης αψίδας του Θριάμβου που ήταν και ή είσοδος στον Κήπο του Κεραμεικού. Στα ανατολικά της πλατείας απλωνόταν η μεγάλη τετράγωνη αυλή του παλατιού του Λούβρου. Το ομώνυμο μουσείο εκείνη την εποχή κατελάμβανε πάνω από το μισό κτίσμα.
Επρόκειτο για ένα σπουδαίο γεγονός που είχε κάνει το γύρο της πόλης από στόμα σε στόμα. Χώρια από τη δημοσιότητα που είχε δοθεί στον ημερήσιο τύπο. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί ο φωτισμός της πλατείας της Όπερας του Γκαρνιέ και του βουλεβάρτου των Ιταλών. Εκεί λοιπόν, εκτός από τους δημόσιους χώρους, φωτίστηκαν οι βιτρίνες των μεγάλων οίκων μόδας, τροφίμων και κρασιών. Ο κόσμος, υποψήφιοι αγοραστές και μη, σπρώχνονταν για να θαυμάσουν τα απαστράπτοντα προϊόντα με τα έντονα χρώματα που άλλαζαν όψη και διαστάσεις και αποκτούσαν σκιά κάτω από το δυνατό φως. Όπου υπήρχε χρυσός, έλαμπε με τη σημασία της λέξης, ακόμα κι αν ήταν ψεύτικος.
Δεν είχε δύσει ακόμα η ήλιος στον Σηκουάνα και το πλήθος άρχισε να συνωστίζεται στον χώρο της γιορτής. Ζευγάρια με μικρά παιδιά κρατώντας τους γονείς τους από το χέρι, ζευγαράκια ερωτευμένων, αντροπαρέες και κοριτσοπαρέες, ακόμα και μπουλούκια νέων από αγόρια και κορίτσια, κατέφθαναν από όλα τα σημεία του Παρισιού καθώς και από κοντινά προάστια. Για να δουν το φώς να νικά το σκοτάδι. Ο συνηθισμένος φωτισμός της πλατείας, με τα έτσι κι αλλιώς αδύναμα φανάρια του λαδιού, ήταν πιο διακριτικός από ποτέ ώστε να αναδειχτεί ακόμα περισσότερο η διαφορά του φωτισμού με γκάζι.
Στην πλατεία, από τη μεριά της Αψίδας είχε στηθεί μια ξύλινη σκηνή με στύλους, δοκάρια και μαδέρια. Τα μαδέρια που αποτελούσαν και το δάπεδο της σκηνής τα είχαν βάψει με μια καφεκόκκινη μπογιά, στο χρώμα της γης. Το βάθος της σκηνής χρώμα ουρανί, σιέλ. Και κάτι πρόχειρα παρασκήνια από τάβλες και τσίγκους. Οι πεντέξι ηθοποιοί μπαινόβγαιναν στη σκηνή πού ήταν υπερυψωμένη κατά έξι σκαλοπάτια, πιο πολύ για να χαζέψουν το πλήθος παρά για να προβάρουν τον ρόλο τους. Και ποιόν ρόλο άραγε; Η αφίσα που είχε κυκλοφορήσει σε όλες τις Παρισινές συνοικίες, ανάγγελλε μια παράσταση με θέμα το καλωσόρισμα του φωταερίου στο Παρίσι, που σαν σκηνοθέτης την υπέγραφε κάποιος Ντε Λασέν.
Ο ήλιος είχε βουλιάξει για τα καλά μέσα στο ποτάμι και η δεξιά όχθη, η ρίβ ντρουάτ, άρχισε να βυθίζεται στο σκοτάδι. Ο αδύναμος δημοτικός φωτισμός με λάμπες του λαδιού από το 1766, τα παληά ρεβερμπέρ, εξασφάλιζαν στην πλατεία Καρουζέλ μια στοιχειώδη ασφάλεια στις κινήσεις του πλήθους που συνέχεια αυγάταινε, έτσι ώστε να μη πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, δηλαδή να βλέπουν τη μύτη τους και λίγο πιο πέρα.
Ήταν μια βραδιά χωρίς φεγγάρι και με αρκετά σύννεφα, τόσα ώστε να κρύβουν τα αστέρια. Οι ολοκαίνουργιοι, σε σκούρο καφέ γυαλιστερό χρώμα φανοστάτες, μεγαλύτεροι σε όγκο από τους παλιούς… περίμεναν την εντολή για να αρχίσουν να επιτελούν το «λαμπερό» έργο τους.
Η Ζάν έφτασε στην πλατεία από την πλευρά της “αποβάθρας του Λούβρου”, παρέα με δυο φιλενάδες της. Ερχόντουσαν από το χωριό Σαρόν. Στα όρια του βορειοανατολικού Παρισιού. Η μητέρα της δούλευε εκλησάρισα στον Σάν Ζερμαίν του Σαρόν και καντηλανάφτισσα στο ομώνυμο μικρό διπλανό νεκροταφείο. Η Ζαν δεν είχε βγάλει πέρα από τρείς τάξεις από το μικρό σχολείο. Έμεινε να βοηθάει τον πατέρα της στο τσαγκαράδικο που διατηρούσε σε ένα στενό της πλατείας Γκαμπετά. Ήξερε να πλέκει μάλλινα γάντια για κυρίες, που τα μοσχοπουλούσε γιατί το μαγαζί του πατέρα της ήταν σε πολύ καλό πόστο. Η Ζαν είχε πέντε αδέρφια, τρία κορίτσια και δυο αγόρια, όλα μικρότερα από αυτή. Είχε κλείσει τα δεκαεννιά και ονειρευόταν μια καλύτερη ζωή, στον ύπνο και στο ξύπνιο της. Της άρεσε να διαβάζει ό,τι έπεφτε στα χέρια της και μιλούσε σωστά σαν να είχε τελειώσει το κολέγιο.
Δεν ήταν ψηλή, όμως ήταν λυγερόκορμη. Με σταρένια επιδερμίδα. Μαλλιά μακριά καστανόξανθα. Δυο μεγάλα μάτια ανάμεσα στο πράσινο και στο γαλάζιο. Με τονισμένους τους γυμνασμένους γλουτούς σ’ ένα κορμί προικισμένο με αρμονικές αναλογίες. Είχε απαλά χέρια με μακριά δάχτυλα. Πάντα τα κουνούσε κάνοντας χαριτωμένες χειρονομίες, κυρίως όταν προσπαθούσε να περιγράψει κάτι που της είχε κάνει εντύπωση. Οι άντρες την χάζευαν όπου την συναντούσαν. Οι περισσότεροι την σχολίαζαν. Άλλοι κολακευτικά κι άλλοι πρόστυχα.
Στο χωριό πολλά λέγονταν μια άλλη ζωή της Ζάν που εκείνη με επιμέλεια κρατούσε κρυφή. Κάτι τέτοιο κυκλοφορούσε ανάμεσα στις κουτσομπόλες του χωριού. Έτοιμες να την τσακίσουν τον καθένα που έπιαναν στη γλώσσα τους.
Η Ζαν και οι δυο φίλες της ανακατεύτηκαν με το πλήθος που εκείνη την ώρα βρισκόταν σε αναταραχή καθώς πλησίαζε η μεγάλη στιγμή. Ένα βουητό ανυπόμονου μελισσιού ανέβαινε στον σκοτεινό ουρανό του Παρισιού. Οι χωροφύλακες (ζαντάρμ) που βρισκόντουσαν παραταγμένοι ανά τριάδες μέσα στο πλήθος επέβαλαν την τάξη και όση ησυχία μπορούσαν, σε όλη την πλατεία και τους γύρω δρόμους. Επρόκειτο να μιλήσουν ο πρόεδρος της επιχείρησης του γκαζιού και ο δήμαρχος της πόλης.
…Κανείς ωστόσο δεν πρόσεξε τι είπαν. Άλλωστε ο λόγος τους δεν περιείχε κάτι το αξιομνημόνευτο. Αμέσως μόλις ο δήμαρχος Ντοραί είπε: «γεννηθήτω φως», άναψε η πρώτη ομάδα των φανοστατών. Φως αδύναμο, θαμπό, χωρίς ακτινοβολία. Αμέσως μετά όμως δυνάμωσε η φλόγα, ενώ σιγά σιγά άναψαν όλοι οι φανοστάτες και πολύ απλά η νύχτα έγινε μέρα. Ένα φως λευκό απλώθηκε στην πλατεία πάνω και γύρω από αυτήν. Τρύπωσε στους γύρω δρόμους στα σπίτια και τις ταβέρνες. Έτρεψε σε φυγή τα φαντάσματα και τους βρικόλακες και κυνήγησε τις σκιές. Τέλος, φωτίστηκαν και οι πινακίδες των εμπορικών καταστημάτων που εκείνη την ώρα ήσαν κλειστά.
Η προγραμματισμένη παράσταση δεν ξεκίνησε ποτέ γιατί το πλήθος βρισκόταν σε μια διαρκώς αυξανόμενη ένταση που θα μπορούσε κάποιος να την αποκαλέσει και έκσταση. Το κρασί είχε ξεφύγει από τις ταβέρνες και πότιζε τους αλαλάζοντες που κάτω από την επήρεια του οινοπνεύματος τραγουδούσαν και χόρευαν ευχαριστώντας τον Θεό για τη νίκη που πέτυχε το φως κόντρα στο σκοτάδι. Μέχρι τότε το μόνο ισχυρό φως που μπορούσε να διαλύσει το σκοτάδι της νύχτας ήταν αυτό των πυροτεχνημάτων. Μόνο που τα πυροτεχνήματα ήταν για να ευχαριστήσουν την αυτού μεγαλειότητα και ένα είδος σπονδής προς τον Ύψιστο. Και ναι, εντυπωσίαζαν τον λαό, μα όταν τελείωνε το πανηγύρι, το σκοτάδι που έπεφτε ήταν ακόμα πιο βαρύ. Ενώ τούτο ‘δω το φως είχε γήινη αποστολή: να φωτίσει το λαό, τα σπίτια, τους δρόμους, τις πλατείες, τα δημόσια κτήρια, τα πάρκα και να δυσκολέψει τη ζωή των κάθε λογής κλεφτών και μπουκαδόρων που επωφελούνταν από το πηχτό σκοτάδι. Τέλος ήταν ακόμα πιο καλοδεχούμενο γιατί ο πρόεδρος κι ο δήμαρχος με τα λεγόμενά τους εδώ και πολύ καιρό, έκαναν τους πανηγυριώτες να πιστεύουν ότι το φωςς αυτό ήταν και θα συνέχιζε να είναι μια δωρεάν παροχή της πόλης του Παρισιού, στους δημότες.
Ανάμεσα στους πανηγυριώτες και η Ζάν. Κάπως ζαλισμένη από το κόκκινο χύμα κρασί που άγνωστοι μεταξύ αγνώστων της πρόσφεραν, έντονα επηρεασμένη από μια αίσθηση παραμυθιού και πολυτέλειας που αυτή η φωταψία δημιουργούσε και αρκετά κουρασμένη από το κουτσομπολιό που την κατέτρεχε στο χωριό της, πήρε την απόφαση να ανέβει στην πρόχειρα στημένη σκηνή. Εκείνη την ώρα δυο, τρεις ηθοποιοί είχαν ξεμείνει να κάνουν πρόστυχες παντομίμες προσπαθώντας να διασκεδάσουν τους λιγοστούς μεθυσμένους, κυρίως άντρες αλλά και κάμποσες γυναίκες εξακολουθούσαν να δίνουν σημασία στην παρουσία τους.
Και άρχισε να χορεύει έναν χορό μοναχικό που εκείνη τη στιγμή επινοούσε, με τέμπο πολύ αργό στο ξεκίνημά του που σιγά σιγά γινόταν όλο και πιο αλέγκρο. Έναν χορό που επιτακτικά προσπαθούσε να επικοινωνήσει στους όλο και περισσότερους θεατές τον έρωτά της για τη ζωή, τους απλούς καθημερνούς ανθρώπους αλλά και για το άλλο Παρίσι, αυτό το λουσμένο στο φως και στα χρώμα, το Παρίσι των συγγραφέων, των ποιητών, το Παρίσι της Επανάστασης και της χλιδής μαζί. Άπλωνε τα χέρια της προς τον ουρανό, σαν να ευχαριστούσε τον αποστολέα του θείου δώρου που αυτή και όλο το μαζεμένο πλήθος απολάμβανε και δεν ήταν άλλο από το άπλετο.. νυχτερινό φως. Οι θεατές αυτής της μοναδικής παράστασης πλήθαιναν γύρω από τη σκηνή. Ιδίως οι άντρες που κρατούσαν την αναπνοή τους ανάμεσα σέ δυό ανασηκώματα της μακριάς κιτρινωπής, με κεντημένα διάσπαρτα, μικρά κόκκινα ανθάκια, φούστας της καθώς το ευλύγιστο κορμί της στροβιλιζόταν γύρω από τον άξονά του.
Όργανα μουσικά εκεί γύρω δεν υπήρχαν, η μπάντα του δήμου της πόλης είχε αποχωρήσει ώρα πριν. Οι μερικές εκατοντάδες θεατές άρχισαν να χτυπούν ρυθμικά τις παλάμες τους, μερικοί και τα άδεια από κρασί μπρούτζινα κύπελλά τους με ό,τι άλλο μεταλλικό ή ξύλινο αντικείμενο κουβαλούσαν επάνω τους. Και αυτή η «μουσική» έδινε ρυθμό στον μοναδικό, διονυσιακό χορό της και ταυτόχρονα έκλεβε ρυθμό από αυτόν.
Είχε περάσει μισή ώρα που ταραζόταν σύγκορμη σε κάθε της κίνηση, τα στήθη της, κάποιες στιγμές έλεγες θα επιστρέψουν στον πλάστη τους, σκορπίζοντας πένθος και θλίψη στους γήινους θαυμαστές της. Όταν έστρεφε το κεφάλι της προς τα σύννεφα, προς το άπειρο, το χνώτο της πάγωνε και έμοιαζε θυμίαμα στον Πλάστη για το δώρο εκείνης της βραδιάς που ωστόσο δεν ήταν της μιας βραδιάς όπως εκείνα, τα άλλα που κάποιοι της έταζαν για να τρυγήσουν τους χυμούς της… Οι κινήσεις των χεριών της τόσο αέρινες, τόσο λεπτεπίλεπτες και αισθησιακές, πότε έμοιαζαν σκάλα που οδηγούσε στο σύμπαν, έμοιαζαν να αγκαλιάζουν ένα αέρινο, άφυλο, αγγελικό κορμί που τελικά ξεγλιστρούσε ανάμεσα από τα δάκτυλά της! Τα δάχτυλα των ποδιών της -χόρευε ξυπόλητη νυχοπατώντας- υπέροχο στήριγμα στις περιστροφές του κορμού της, σταματούσαν αυτή την περιστροφική κίνηση μόνο όταν έπρεπε, με την ακρίβεια εκτέλεσης καλογυμνασμένου αλόγου που ακινητοποιείται στην εντολή τού ιππέα, ο οποίος σφίγγει το χαλινάρι. Αυτά τα ίδια δάχτυλα παρασύροντας την τορνευτή γάμπα και τον βγαλμένο από καλλιτεχνικό χυτήριο, μηρό της υψώνονταν κάθετα προς το δάπεδο της σκηνής, τεντωμένα και στιβαρά, δίνοντάς της την ώθηση να τρυπήσει τον ουράνιο θόλο και να σκορπίσει τα άστρα στο σύμπαν.
Πέρασαν τα μεσάνυχτα και οι λιγοστοί θεατές που είχαν απομείνει αποχωρούσαν επευφημώντας με χλιαρό, πλέον, χειροκρότημα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας, κατάκοποι κι αυτοί από την μεγάλη γιορτή . Το κορμί της Ζαν είχε αρχίσει να μην υπακούει στις εντολές του μυαλού της. Μια γλυκιά κούραση γεμάτη ένταση και ευχαρίστηση μαζί την είχε κυριεύσει και άρχισε να την παραλύει. Πρόλαβε να υποκλιθεί πριν καταρρεύσει. Οι δυο φίλες της παρακολουθώντας την βήμα προς βήμα, με δυο δρασκελιές ανέβηκαν πάνω στη σκηνή και την πρόλαβαν πριν το κεφάλι της έρθει σε ανεπιθύμητη επαφή με το σκληρό ξύλο. Την ξάπλωσαν απαλά πάνω στα μαδέρια. Η μια της έτριψε τα χέρια και η άλλη της σήκωσε τα πόδια. Της έδωσαν και νερό από ένα παγούρι που η μια είχε δεμένο στη ζώνη της. Την βοήθησαν να φορέσει τα πανέμορφες χαμηλοτάκουνες γόβες που της είχε φτιάξει ο πατέρας της.
Η Ζαν ήταν μπαλαρίνα. Έπαιρνε μαθήματα χορού στη σχολή στο τέρμα της οδού Μπανιολέ. Από πιτσιρίκι μέχρι που έκλεισε τα δεκαπέντε. Σταμάτησε για λόγους οικονομικούς, καθώς άλλα πέντε παιδιά περίμεναν στη σειρά να μεγαλώσουν… Πάντως ήταν η πρώτη φορά που χόρεψε σε τόσο μεγάλο κοινό. Ήταν η παράσταση της ζωής της ίσως…
Αφού ξαναπήρε δυνάμεις κατέβηκαν και οι τρείς τους στην πλατεία, την σχεδόν άδεια και μισοσκότεινη. Μόνο μερικά ρεβερμπέρ του λαδιού έκαιγαν ακόμα. Μέσα στο μισοσκόταδο ξυπνούσε η ιστορία της πλατείας. Τώρα η Ζαν άκουγε το τρότ και τον καλπασμό των αλόγων του καρουζέλ, απ’ όπου η πλατεία πήρε το όνομά της στα μέσα του 17ου αιώνα. Και στη συνέχεια «είδε» να κοκκινίζουν μέσα στο σκοτάδι τα μάτια των τριανταπέντε αποκεφαλισμένων τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, από μια γκιγιοτίνα στημένη στη μέση της πλατείας. Ίδια με την γκιγιοτίνα που ένιωθε να χάσκει πάνω από τον μακρύ λαιμό της κάθε που ζούσε την πιο σκληρή και ανάλγητη στιγμή, της σκοτεινής πλευράς της ζωής της.
Είχαν φτάσει στην έξοδο της πλατείας προς το δρόμο που οδηγεί βορειοανατολικά ανάμεσα από τον τεράστιο όγκο του Λούβρου και τον Σηκουάνα, όταν μια γνώριμη φωνή πίσω από μια συστάδα πελώριων θάμνων την επανέφερε στην πραγματικότητα που έμοιαζε πολύ χειρότερη από τις στενάχωρες σκέψεις της. «Ζαν, σταμάτα! Τσακίσου κι έλα ‘δώ βρωμιάρα» Ήταν η φωνή του Πιέρ – Ανρί του νταβαντζή της. Ναι η Ζαν ήταν πόρνη. Ναι η Ζάν ειχε νταβαντζή. Τον παιδικό της φίλο Πιέρ – Ανρί! Πρώτα παιδικό φίλο, μετά εραστή, στο τέλος προαγωγό της. Από τα δεκαπέντε της ξεκίνησε να πουλάει το κορμί της για λογαριασμό του Πιέρ – Ανρί.
Το αίμα της πάγωσε. Μόνο αυτό δεν περίμενε εκείνο το βράδυ. «Πες στις φίλες σου να μας αφήσουν μόνους. Αμέσως! Τώρα λοιπόν!» Η Ζαν είχε χάσει τη μιλιά της. Τα κορίτσια απομακρύνθηκαν χωρίς να τους πεί τίποτα εκείνη. Ο Πιεράν ( έτσι τον φώναζαν στην πιάτσα, από το Πιέρ – Ανρί) είχε στη ζώνη του περασμένο ένα μαχαίρι και δίπλα του έναν όμοιό του, ίσως και χειρότερο απ’ αυτόν, τον Γκύ. Γνωστός κι αυτός στις πιο κακόφημες συνοικίες του Παρισιού.
Έμειναν οι τρείς τους. Πρέπει να ήταν περασμένες δύο τα χαράματα. Μια περίπολος χωροφυλάκων, η τελευταία που είχε μείνει στην πλατεία, αποχωρώντας, πέρασε σε απόσταση μικρότερη των δέκα μέτρων από το σημείο. «Όλα καλά εκεί;» φώναξε ο επικεφαλής. «Όλα εν τάξει, κύριε ενωμοτάρχα» απάντησε ο Γκι, ο μόνος που δεν είχε πιεί αλκοόλ εκείνο το βράδυ. Από το μυαλό της Ζάν δεν πέρασε ούτε στιγμή η ιδέα να καλέσει σε βοήθεια. Γνώριζε με ποιον τρόπο απαντούσαν ο Πιέρ – Ανρί και οι όμοιοί του σε παρόμοιες συμπεριφορές.
-Πού το είδες γραμμένο, παλιοβρώμα, να παρατάς τη δουλειά σου και να τρέχεις σαν την κυρία, σε φανφάρες μαζί με τις φίλες σου, τις παλαβές;
-Μη φοβάσαι, δε θα μπεις μέσα στις εισπράξεις… Αύριο θα δουλέψω «διπλοβάρδια», απάντησε με ειρωνική διάθεση η Ζάν.
-Εμένα μη με ειρωνεύεσαι, γιατί σου κόβω λουρίδες τα μάγουλα και τα πετάω στα γουρούνια του μπαρπα – Σονιέ. Το κατάλαβες μωρή ότι σήμερα χάσαμε δύο από τους καλύτερους πελάτες μας τον μεσιέ Τορνιέ στην οδό Μπανιολέ και τον γερο Αντερζώ διπλα στου Όμπερκαμπφ;
– Σιγά τα αυγά. Να πάψεις να μπεκρουλιάζεις και να κουνήσεις τον κώλο σου, να πας να βρείς καλύτερους.
Η απάντηση του Πιεράν ήταν ένα δυνατό, ανάποδο χαστούκι που γέμισε αίματα το όμορφο πρόσωπο της Ζάν. Εκείνη έβαλε τα κλάμματα, κάτι που εξόργισε ακόμα περισσότερο τον νταβατζή. Από κει και πέρα αγρίεψε κι άλλο ο καυγάς. Χτύπησε πολύ με γροθιέςτη Ζάν. Και θα την είχε σκοτώσει αν δεν τον συγκρατούσε ο Γκυ, ο “καλός κακός” της ιστορίας. Ήταν ακόμα ζωντανή όταν την βίασαν άγρια, ο ένας μετά τον άλλο. Σταμάτησαν όταν το αίμα κυλώντας κατά μήκος των μηρών της στράγγιξε στο νοτισμένο χώμα εκεί στην δεξιά όχθη του Σηκουάνα, μπροστά από το παληό ανάκτορο του Λούβρου. Εκεί ξεψύχησε η όμορφη Ζαν, η Ζανώ όπως τη φώναζε ο πατέρας της.
Όταν το φονικό μαθεύτηκε στο χωριό του Σαρόν έπεσε μεγάλη στεναχώρια. Πένθος βαρύ. Όλοι αγαπούσαν τη Ζαν, ακόμα και οι κουτσομπόλες λυπήθηκαν για το κορίτσι. Ο πατέρας της ο γερο-Κορντιέ, πέθανε πέντε χρόνια αργότερα βυθισμένος στη βαθιά θλίψη του. Είχε χάσει την βοηθό του στο μαγαζί, την αγαπημένη πρωτότοκη κόρη του, τη Ζανώ του.
Ο Πιεράν ζούσε κυνηγημένος, καταζητούμενος από την χωροφυλακή μεχρι το 1827. Εννιά ολόκληρα χρόνια. Η χωροφυλακή τον έπιασε σε μια απόπειρά του να επιστρέψει στο Παρίσι. Καταδικάσθηκε σε θάνατο με αποκεφαλισμό. Φυλακίστηκε για έξι χρόνια στη φυλακή της Ροκέτ, στο Παρίσι. Αποκεφαλίστηκε στις 12 Ιουλίου του 1836, χαράματα στο προαύλιο της φυλακής.
Κάποιοι στο χωριό του Σαρόν, ίσως και οι γονείς της, υποπτεύονταν ή και γνώριζαν ασύνδετα γεγονότα ή φήμες, από τη σκοτεινή πλευρά της ζωής της Ζάν η οποία επαληθεύτηκε με τον πιο τραγικό τρόπο. Όμως στην καρδιά τους κράτησαν ζωντανή την όμορφη στην όψη και στην ψυχή, την καλοπροαίρετη, την δοτική, την πονόψυχη Ζάν.
Με τον καιρό, περνώντας τα χρόνια, η ιστορία της Ζάν διάβηκε τα όρια του χωριού του Σαρόν και εξελίχθηκε σε ένα από τους πιο δημοφιλείς αστικούς μύθους στο Παρίσι του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού. Όμως το παραμύθι δεν έχει τέλος…
©2028 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Εξαιρετικό