Ποίημα
Πόλεις ερειπωμένες από χαρά
όνειρα σκορπισμένα θαρρείς απ’ τον Βοριά.
Άνθρωποι σκυθρωποί, αδιάφοροι με προσπερνούν
Το βλέμμα τους δεν με ζυγιάζει, μάλλον δεν με θωρούν.
Πυγολαμπίδες χώνονται μέσα από χαραμάδες
για να φωτίσουν νύχτες μοναχικές, ρημάδες!
Ψάχνω ένα δέντρο ψηλό για να ανέβω
ολημερίς πελάγη μακρινά εγώ να αγναντεύω.
Όσο κι αν το αναζητώ ω Θεέ μου δεν το βρίσκω,
κραυγή απελπισίας μου’ρχεται εγώ να μπήξω!
Πού πήγε η ελπίδα, η όρεξη για την ζωή
χάθηκε τάχα η αγάπη και το ζεστό φιλί;
Άνθρωποι με βλέμμα γυάλινο μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή
παραμερίσει έχουνε συναίσθημα και προσευχή.
Κι ο ουρανός ο κύρης μαζί μου βλέπω συμφωνεί
από την θλίψη του κι εκείνος παράταιρη ρίχνει βροχή.
Κι εκεί που στο μπαρμπούτι της ζωής
η αναλγησία μοιάζει να’ ναι ο νικητής
μια μπάλα πολύχρωμη και στρογγυλή
ρολάρει απ’το πουθενά σε αδειανή αυλή.
Στα χέρια μου την παίρνω για να την κρατήσω
σαν βρέφος αχ πως θέλω να την νανουρίσω!
Όπου υπάρχει μπάλα σίγουρα ακολουθούν παιδιά.
Με ανακούφιση πιστεύω τώρα πως όλα μπορούν να παν καλά…
©2024 Χριστίνα Καρρά
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

πολυ ομορφο! δυστυχως δεν ειναι ευκολο να δεις παιδια να παιζουν εξω…