Διήγημα
Μέρος 1ο
Το τσάι με τη διάφανη φέτα από το λεμόνι άρχισε κιόλας να κρυώνει πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι του ξενοδοχείου ΕΛΑΦΟΣ. Ο αστυνόμος Στεφάνου αισθανόταν μικρός κάτω από τη ρομβική καμάρα , που θύμιζε την Ιταλική επικράτεια. Το ΈΛΆΦΟΣ, ένα ιστορικό χτίσμα που κάθε άνθρωπος θα ήθελε θα για σπίτι, στεγαζόταν ανάμεσα στα δάση του Προφήτη Ηλεία στο Σμαραγδένιο νησί. Ντυμένο με βελούδο και σκαλισμένο ξύλο, φιλοξενούσε στην απλότητα όσους θέλανε να απομονωθούν. Όμως ο Άκανθος Στεφάνου δεν έμοιαζε να ικανοποιείται με τίποτε. Άλλωστε ο οικογενειακός γιατρός τον είχε προετοιμάσει για κάτι αναπότρεπτο. Δίπλωσε την εφημερίδα που από ώρα ξεφύλλιζε, καταλήγοντας πάντα στα κοινωνικά νέα. Ο τύπος ασχολούνταν επί τρείς εβδομάδες με το έγκλημα στον πυργίσκο. Για τον άγνωστο πρίγκιπα που εξάλειψε την περιουσία μιας κοινής θνητής και το θάνατο του, που προήλθε μετά από ένα καυγά με τον γραμματέα – εραστή της γυναίκας – του. Ο κύριος Λεοντής – ένας επίσης άγνωστος πρίγκιπας – πλήρωσε την εγγύηση αποφυλάκισης, για να βρίσκετε στο πλευρό της εγκυμονούσας χήρας.
«Μέγα σκάνδαλο»
Γρύλισε ο ενοικιαστής του καταλύματος που έστεκε δίπλα στο παράθυρο. Έπειτα κοίταξε έξω και είδε την σκόνη από τα δέντρα να σχηματίζει μια απαλή κουβέρτα στο χώμα. Ο άνθρωπος που επίλυσε το έγκλημα πάθους έδωσε άσυλο στον άνθρωπο αυτό και την άγνοια του. Όπως και να είχε, ο Πρίγκιπας Λεοντής ήταν χαμένος και κερδισμένος μαζί.
«Είναι αλήθεια ότι, ο Λεοντής είναι ο πατέρας ;»
Είπε πάλι ο ενοικιαστής με φανερή αδιακρισία. Ο κος Στεφάνου απάντησε ότι του είναι εντελώς αδιάφορο. Άθελά του όμως, αναπόλησε την στιγμή που η αυτή η άμοιρη γυναίκα του εξομολογούνταν.
Ο Πρίγκιπας Δαμιανός κατέφυγε σε κάποια άλλη γυναίκα για να χτίσει τη δυναστεία του, προσάπτοντας της κάθε ευθηνή. Ο Λεοντής γλύτωσε την αγαπημένη του από μεγάλα βάσανα. Ωστόσο το έγκλημα παραμένει έγκλημα. Ανασηκώθηκε ελαφρά από το κάθισμα του και ένας οξύς πόνος του διαπέρασε τα κόκαλα.
«Θα ήθελα να περπατήσω λίγο»
«Ασφαλώς»
είπε ο κύριος Χρηστίδης αλλάζοντας ύφος
«Θα σας συμβούλευα να μην πλησιάσετε την αριστερή πτέρυγα. Έχει στηθεί ένα ολόκληρο εργοτάξιο και τα ταβάνια είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση»
«Θα το έχω υπόψιν μου»
Αποκρίθηκε ο Κος Στεφάνου με την ίδια υπηρεσιακή ψυχρότητα. Αναλογιζόμενος της αντοχές που απέμειναν , υπέθεσε ότι τα βήματα του θα τον έπαιρναν ως το σανατόριο των φυματικών.
Μα προς Θεού! Δεν είχε γεράσει τόσο πολύ, ωστόσο κατέβηκε το μικρό σκαλί προς τη βεράντα δισταχτικός. Τόλμησε απλά να κάνει λίγα βήματα και να παρατηρήσει από μακριά την αριστερή πτέρυγα. Η εικόνα της ήταν πράγματι λυπηρή. Οι σιδερένιοι χύτες στην οροφή στηρίζονταν με κόπο στις φιγούρες των κρίνων. Ένας μυστηριώδης άνεμος σφύριζε μέσα από τα σπασμένα παράθυρα και τα έλατα με μία ελαφριά κίνηση φοβέριζαν τους επισκέπτες , σαν να τους προειδοποιούσαν να φύγουν. Να φύγουν, όσο είναι νωρίς. Και όλα μέσα στο έρημο χτίριο ρήμαζαν, λες και το μόνο που περίμεναν πια ήταν η φθορά και ο θάνατος …

Προσοχή, η συνέχεια ακολουθεί….