Διήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * Δεύτερο μέρος –

You are currently viewing Διήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * Δεύτερο μέρος –

Διήγημα – ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΑΦΟΥΣ * Δεύτερο μέρος –

Διήγημα

ΜΕΡΟΣ 2ο
Ακούστηκαν παιδικές φωνές. Και ανάμεσα στα δυο κτήρια ένα μικρό κορίτσι ξεπρόβαλε τρέχοντας. Το γκριζωπό του φουστάνι ανέμιζε και κρατιόταν με δύναμη στις παχιές τιράντες. Τα χέρια και οι κάλτσες του είχαν καλυφθεί με λάσπες. Ο κύριος Στεφάνου έσπευσε με περιέργεια να μάθει τι ακριβώς υπήρχε εκεί.
Κατηφόρισε ανάμεσα στα δυο κτήρια και λίγο πριν χαθεί στη στροφή, έπεσε πάνω στο βλέμμα μιας μελαγχολικής γυναίκας που τον προσπέρασε αδιάφορη. Ήταν υπερβολικά χλομή και ντυμένη αλλόκοτα, η μακριά φούστα της έθρυβε στο έδαφος και σκούπιζε την υγρασία από τα χορτάρια. Ο αστυνόμος στάθηκε κοιτάζοντας πίσω του. Προφανώς αυτή η γυναίκα ακολουθούσε το παιδί. Πίσω από το ερειπωμένο κατάλυμα , φύτρωνε ένα μικρό μποστάνι . Τα φύλλα από τις ντοματιές σκάλωναν θριαμβευτικά πάνω σε ένα σκελετό από καλαμιές. Το χώμα απαλό και υγρό έμοιαζε να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του.
Τότε, μέσα στην κλεισούρα και το θάνατο της ρημαγμένης πτέρυγας, μία βαριά τάβλα σωριάστηκε στο δάπεδο και συντάραξε την ησυχία. Ο αστυνόμος ανήμπορος να δεχτεί οποιαδήποτε ταραχή έβαλε το δεξί χέρι στο μέρος της καρδιάς του , σαν να ήθελε να την ηρεμήσει. Κοίταξε ψιλά στα σπασμένα παράθυρα , αλλά το μόνο που άκουγε τώρα ήταν ένα κελαηδιστό τραγούδι που έσβηνε στον άνεμο.
-Συγχωρέσε τη γυναίκα μου. Είναι αρκετά ανυπόφορη
Χρειάστηκε μόνο να κοιτάξει λίγο πιο πάνω από τον ώμο του για να δει ποιος του απευθύνθηκε . Αν και το καινούργιο πρόσωπο στην ιστορία μας θέλησε να τον απαλλάξει από τον κόπο και στάθηκε δίπλα του.
-Είστε ο Αντώνης Ιατρίδης. Ο δικηγόρος του πρίγκιπα Δαμιανού
Ο άντρας αυτός χαμογέλασε κάτω από το παχύ του μουστάκι .
“Και όλος τυχαίος θα γνωρίζετε το λόγο της επίσκεψης μου.
-Γνωρίζω. και δεν τον θεωρώ τυχαίο. Ο πελάτης σας πλήρωνε ένα ενοίκιο στο τάγμα της Μάλτας για την καταπάτηση του πύργου. Τώρα που το τάγμα είναι εδώ δεν χρειάζεται να ταξιδέψετε.
– Είστε δαιμόνιος, γέλασε ο Ιατρίδης
-Όχι, είπε ο αστυνόμος ορθώνοντας το ανάστημα του, είμαι αυτός που συνέλαβε τους ενόχους. Που τελικά ίσως να μην ήταν τόσο ένοχοι, αν αναλογιστούμε τις πράξεις του πελάτη σας.
– Ο πελάτης μου πέθανε.
– Και εγώ μόλις σας ανέφερα το λόγο.
Ο κύριος Ιατρίδης παρέμεινε ψύχραιμος όπως όριζε το κύρος της δουλειάς του. Δεν μπορούσε να τα βγάλει κανείς πέρα με ανθρώπους όπως ο Στεφάνου.
– Εγώ απλώς έκανα το καθήκον μου.
– Τότε θα πρέπει να επιλέγετε καλύτερα τους πελάτες σας. Ίσως μια μέρα έρθετε και εσείς στη θέση της χήρας.
Ο κύριος Ιατρίδης και πάλι δεν πτοήθηκε. Αντίθετα όμως, χάρισε στο συνομιλητή του ένα βλέμμα ενθουσιασμού. Αξίζει να πούμε ότι ήταν ένας γοητευτικός και πειθήνιος άνθρωπος, που τα σκουρόχρωμα χαρακτηριστικά φανέρωναν την νησιώτικη καταγωγή του. Οι φαρδιοί του ώμοι και τα κοντόκανα πόδια του αποτύπωναν τα Δωρικά γονίδια που επιβιώνουν έως σήμερα.
-Σκοπεύετε να πάτε κάπου; Ο καιρός είναι ιδιαίτερα περίεργος . Είπε ο πονηρός αλλάζοντας θέμα.
– Ναι , παραδέχτηκε ο Στεφάνου, είχα σκοπό να περπατήσω έως το σανατόριο.
– Μη βιαστείτε, έγνεψε ο Ιατρίδης καταφατικά, τέτοια απόμακρα μέρη δεν είναι να τα επισκέπτεται κάποιος μόνος. Αν επιθυμείτε θα σας συνοδεύσω εγώ αύριο.

—————-

Ο άνεμος δεν ησύχαζε. Κατά την πάροδο της ημέρας, τρεις ένοικοι αναχώρησαν από το Έλαφος και το οίκημα πορευόταν πλέον με τους ελάχιστους απομείναντες . Ο ενοικιαστής του καταλήματος, το ζεύγος Ιατρίδη, μετά της κόρης τους Πολύμνιας. Ο αστυνόμος Άκανθος Στεφάνου. Η καμαριέρα Αφροδίτη Καλησπέρη – έτσι τουλάχιστον συστηνόταν. Οι νεόνυμφοι Μιχαήλ και Χριστίνα Διακάκη – που δεν εθεάθησαν σχεδόν ποτέ. Το σκοτάδι στης νύχτας σκέπασε τον κόσμο βίαια και απρόβλεπτα. Τα λίγα φώτα από τα παράθυρα, διέγραψαν αχνά περάσματα μέσα στην ερημιά του. Η κυρία Ιατρίδη, ένα πλάσμα εύθραυστο, γεμάτο φοβίες, κοίταξε πίσω από την πορφυρή κουρτίνα του δωματίου της. Το μυαλό της μέτραγε το σκοτάδι, σε ίντσες, μήκη, πλάτη και ύψη. Μολονότι το σκοτάδι δεν μετριέται, η σκέψη της οργίαζε. Μια τέτοια νύχτα, όλα έμοιαζαν να συμβαίνουν. Ο φόβος έπαιρνε σχήματα μέσα στα ψυχρά μάτια της. Και όσο θα έμενε μόνη στο δωμάτιο η διαίσθηση της θα παρέμενε ίδια. Στις 10:00 η ώρα πλάγιασε δίπλα στον κύριο Ιατρίδη , ο οποίος είχε τη συνήθεια να εξαφανίζεται τη μέρα και να επιστρέφει σαν κλέφτης όταν η μέρα έφευγε.
«Δεν είχε καλό καιρό σήμερα… Αύριο, που θα βγει ο ήλιος , θα είναι όλα πιο καλά» Είπε νιώθοντας να παραλύει και να βυθίζεται στο παχύ της μαξιλάρι. Μιλούσε με γρίφους και ο Ιατρίδης ήξερε, πως οι υποψίες της γυναίκας του ντύνονταν πάντα στο χρώμα του καιρού.
-Κοιμήσου, είναι αργά για κουβέντες.
Της αποκρίθηκε ξερά και άκαρδα. Ύστερα χωρίς δεύτερη σκέψη έσβησε το παλιό λαμπατέρ δίπλα του και όλα σκοτείνιασαν. Δεν πέρασε πάνω από μια ώρα. Στη στέγη της εγκαταλειμμένης ΕΛΑΦΙΝΑΣ, κάποιες φιγούρες υποχώρησαν κάτω από τον χύτη και χόρευαν τρίζοντας, κρεμάμενες ανάποδα, στον άνεμο. Μια τέτοια ώρα έμενε να απορείς , αν βρισκόσουν στο έλεος του θεού, ή στην άκρη ενός παραδείσου. Όχι, σίγουρα δεν ήταν ο παράδεισος. Αφού ηχήσαν τρομαγμένες φωνές. Η κυρία Ιατρίδη έτρεξε σύντομη έξω από το δωμάτιο, και από το διαμπερές καθιστικό εισχώρησε στο δωμάτιο της μικρής Πολύμνιας. Ο κύριος Ιατρίδης έτρεξε ξοπίσω της , ανάβοντας τα φώτα στο πέρασμα του.
-Πολύμνια, παιδί μου! Ήταν εφιάλτης
Είπε η κυρία Ιατρίδη παρηγορώντας με μια αγκαλιά την κόρη της.
-Εκεί ήταν… εκεί!
Μούγκρισε το αθώο πλάσμα και έτεινε το δείχτη του χεριού του προς το κλειστό παράθυρο. Τα μάτια του μούσκεψαν το γαλάζιο του πιτζαμάκι. Ο αστυνόμος Στεφάνου ξεπρόβαλε στην πόρτα του μονόκλινου κρατώντας το όπλο του.
-Τι συμβαίνει; Ελπίζω να μην ήρθα αργά
Ο Ιατρίδης, κοίταξε πάνω από τον ώμο του μεσόκοπου άντρα και διέκρινε για πρώτη φορά, το ζεύγος Διακάκη να παρακολουθεί τη σκηνή με αγονία.
Σε λίγο άπαντες έμειναν να κοιτάζουν το απαρηγόρητο κορίτσι. Ο αστυνόμος έψαξε λεπτομερώς το παράθυρο και κατέληξε στο συμπέρασμα: η μπαλκονόπορτα ήταν ξεκλείδωτη. Καμία παραβίαση δεν έγινε. Η κυρία Ιατρίδη κάλυψε το πρόσωπο της έντρομη. Στράφηκε προς το σύζυγο της και ήταν έτοιμη να του καταλογίσει κάθε ευθύνη.
-Τι μας έφερες σε αυτό το απόμερο πράγμα; Απαιτώ να μας πάρεις από εδώ!
-Η Πολύμνια είναι παιδί!
αποκρίθηκε ο Ιατρίδης με ένα αγριωπό βλέμμα
-Έχει ακούσει τόσες ιστορίες! Είναι λογικό, να βλέπει φαντάσματα. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Πολύμνιας πάντως, ο άγνωστος που στεκόταν στα σκοτεινά, την ξύπνησε φοβερίζοντας την με λέξεις , που οι γονείς της μετά βίας κατάφεραν να της πάρουν. Στο τέλος όμως, η αγωνία της έσβησε στο κρεβάτι των γωνιών της.

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση