Ερωτικό Insantane
Απόψε έχω μια ιστορία για τη τζαζ. Μπορεί να αρέσει, μπορεί και όχι. Όμως αν
αποφασίσετε να τη διαβάσετε συνδεθείτε συγχρόνως με τα link στο τέλος του
κειμένου. Τότε θα νιώσετε το πνεύμα της ιστορίας, το πνεύμα ενός ολόκληρου
κόσμου, το πνέυμα της τζαζ!!!!
Η Σοφία φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής. Περιπλανιέται στις δρόμους γύρω από την Ομόνοια. Σε μια μικρή πάροδο βλέπει ένα ημιυπόγειο που έχει μια παλιά σκουριασμένη ταμπέλα που μόλις διακρίνονται τα γράμματα The Blue Note. Η Σοφία συγκινείται. Είναι το παλιό αυθεντικό μπαρ της δεκαετίας του 50, ένα από αυτά που πάντα ονειρευότανε να είχε ζήσει την ατμόσφαιρά τους. Λατρεύει τη τζαζ. Παίζει πιάνο και το ρεπερτόριο της είναι σχεδόν αποκλειστικά κλασσικά κομμάτια τζαζ. Κοιτά το ρολόι της. Η ώρα είναι ακόμη 11.10. Προλαβαίνει να ρίξει μια ματιά στο χώρο. Κατεβαίνει τα φθαρμένα σκαλοπάτια. Παντού σκουπίδια και σημάδια σήψης. Το σκοτεινό εσωτερικό, με ξεθωριασμένα πόστερ και κατεστραμμένα έπιπλα, αναδίδει την αίσθηση ενός παλιού μεγαλείου, που έχει χαθεί στην εγκατάλειψη. Και όμως η Σοφία νιώθει στο χώρο τόσο ζωντανό!! Στην άκρη του μπαρ, βρίσκεται ακόμη ένα παλιό πιάνο. Εννέα από τα πλήκτρα είναι ραγισμένα, αλλά παίζει ακόμη.
Στο αναλόγιο υπάρχει μια παλιά παρτιτούρα. Αντί για νότες κάποιος έγραψε
‘Όποιος αγγίζει τα πλήκτρα με ειλικρίνεια, θα ανακατέψει το χρόνο’
Παίρνει ένα σκισμένο σκαμπό και κάθεται στο πιάνο. Άρχισε να παίζει το «Take Five». Συνεπαρμένη αισθάνεται ότι μεταφέρεται σε άλλη διάσταση. Τα δάκρυά της μπλέκονται με την ένταση της μουσικής. Σε λίγο η μελωδία αρχίζει να παίρνει μια μαγευτική και σχεδόν υπερβατική διάσταση. Και τότε ακούγεται ένα σαξόφωνο πίσω της. Οι νότες ξεχύνονται με έναν απαράμιλλο ρυθμό και συμπληρώνει το πιάνο. Ο ήχος του έχει έναν μελαγχολικό τόνο, καθώς κινείται με ευκολία μέσα στη ρυθμική ακολουθία του κομματιού. Η Σοφία γυρίζει έκπληκτη. Ο σαξοφωνίστας, με κλειστά μάτια, χάνει τον εαυτό του στη μουσική. Εντυπωσιασμένη, παρατηρεί το πρόσωπό του – έχει μια απλή, αλλά γοητευτική εμφάνιση. Η Σοφία σταματά και τον ρωτάει.
«Ποιος είσαι;». Ο νεαρός σταματά και αυτός και την κοιτάζει με ένα ζεστό χαμόγελο.
«Είμαι ο Άγγελος,» λέει, «Χρόνια σε περιμέναμε. Πάντα ξέραμε ότι θα ερχόσουν και θα ξαναζωντάνευες τις σκιές αυτού του μπαρ».
Η Σοφία νιώθει ένα ρίγος «Μα πως!!».
«Όταν κάποιος παίζει με αγνό πάθος, η μαγεία μπορεί να ξυπνήσει και να ενώσει διαφορετικούς κόσμους. Μην σταματάς όμως. Ας συνεχίσουμε πριν χαθεί η μαγεία και χαθούμε και εμείς».
Η Σοφία ξανασκύβει στο πιάνο. Σύντομα βυθίζεται στη μουσική. Νιώθει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Κάθε νότα βγαίνει απευθείας από την ψυχή της. Ο Άγγελος τη συνοδεύει. Ο χώρος ζωντανεύει. Κανείς τους δεν μιλάει. Επικοινωνούν με τις νότες. Η αρμονία ανάμεσά τους γίνεται όλο και πιο έντονη. Το σαξόφωνο του Άγγελου την φέρνει ανατριχίλα. Νιώθει ασφάλεια και ζεστασιά. Η παρουσία του στο πλάι της την ενθαρρύνει να εκφραστεί ακόμη πιο ελεύθερα. Ένας διάλογος σχηματίζεται ανάμεσα στις νότες τους, γεμάτος από ένταση και αρμονία.
Καθώς η μουσική συνεχίζεται, η Σοφία αρχίζει να νιώθει μια σύνδεση, όχι μόνο με τον Άγγελο, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό. Ο ρυθμός της καρδιάς της συγχρονίζεται με τις νότες. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιεί ότι η μουσική τους δεν είναι απλώς ήχος, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης αλήθειας. Παίζουν διαδοχικά τα κορυφαία κομμάτια της τζαζ, so what, a love supreme, moanin, blue in green, giant steps round midnight, song for my father.
Ο χρόνος χάνεται. Πέρασαν ώρες, μέρες, μήνες; Τα δάχτυλα της Σοφίας αρχίζουν να πονάνε, αλλά η καρδιά της δεν την αφήνει να σταματήσει. Κάθε νότα είναι σαν μια γέφυρα που τη συνδέει με τον Άγγελο, και ο φόβος ότι αν σταματήσει η μουσική, θα διαλυθεί αυτή η μαγική στιγμή, την κρατάει εκεί, να συνεχίζει να παίζει. Νιώθει μια παράξενη έλξη για εκείνον, μια αίσθηση που δεν ένιωσε ποτέ μέχρι τώρα και που δεν
μπορεί να αγνοήσει. Ο ήχος του σαξοφώνου της δίνει κουράγιο. Καθώς κοιτάζονται, αισθάνεται ότι και εκείνος νιώθει το ίδιο. Η μουσική είναι το μέσο επικοινωνίας τους και δεν θέλει να τη χάσει. Καταλαβαίνει ότι αν σταματήσουν τα δάκτυλά της να χτυπούν τα πλήκτρα, θα σπάσει και η λεπτή κλωστή που τους ενώνει. Συνεχίζει να παίζει απελπισμένα. Έξω νύχτωσε, όμως ένα απαλό φως τους κρατά σε οπτική επαφή.
Ο Άγγελος την κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα, που λέει περισσότερα από οποιαδήποτε λέξη. Τα δάχτυλά της τρέμουν, κουρασμένα αλλά γεμάτα συναισθήματα και εκείνος, με μια κίνηση που είναι γεμάτη τρυφερότητα και φροντίδα, αγγίζει απαλά το χέρι της. Σταματά τη μουσική, αλλά όχι τη μαγεία που κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Τα δάχτυλά του τυλίγονται γύρω από τα δικά της με στοργή, σαν να προσπαθεί να μεταδώσει τη ζεστασιά του στην ψυχή της. Η Σοφία νιώθει την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα, καθώς τον κοιτάζει στα μάτια. Δεν είναι απλώς η μουσική που τους συνδέει, αλλά κάτι περισσότερο, κάτι αδιόρατο αλλά ισχυρό. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά καθώς της κρατά το χέρι με αυτή τη γλυκιά οικειότητα.
«Ευχαριστώ για τις στιγμές που μου χάρισες», συνεχίζει και η φωνή του φέρνει μια ζεστή αίσθηση στην ψυχή της. «Πες μου ονειρεύομαι;»
Τον ρώτησε με αγωνία.
«Την απάντηση θα τη βρεις στην τσάντα σου» Τα λόγια του είναι γεμάτα τρυφερότητα. Οι ματιές τους μπλέκονται, και υπάρχει μια σιωπή που λέει ακόμη περισσότερα από ότι προηγουμένως η μουσική τους.
Ο Άγγελος αρχίζει να εξαφανίζεται, το σώμα του θολώνει καθώς τον τυλίγει ένα αχνό, σχεδόν ονειρικό σύννεφο. Η Σοφία, ξαφνιασμένη και γεμάτη πανικό, φωνάζει με όλη της τη δύναμη: «Πάρε με μαζί σου!». Η καρδιά της χτυπάει γρήγορα, γεμάτη φόβο ότι θα τον χάσει για πάντα. Τρέχει προς το μέρος του, τα χέρια της απλωμένα να τον φτάσουν, να αρπαχτούν από πάνω του. Όμως, εκείνος της κάνει ένα απαλό, σχεδόν γαλήνιο νεύμα να σταματήσει. Το βλέμμα του είναι ήρεμο, γεμάτο κατανόηση και μια παράξενη αίσθηση αποδοχής. Καθώς η ομίχλη τον τυλίγει περισσότερο, η φωνή του φτάνει στα αυτιά της σαν ψίθυρος:
«Κράτα ζωντανή τη τζαζ, Σοφία. Αυτό σου ζητούμε όλοι εδώ». Γύρω του εμφανίζονται μέσα από το σύννεφο ο Γιώργος Θέμελης, ο Τάκης
Σωτηρχέλης, ο Σταύρος Λαβράνος, ο Αλέκος Σαντοριναίος, ο Μάρκος Αλεξίου, ο Τάκης Θεοδοσίου. Όλοι έλληνες μουσικοί της τζαζ της δεκαετίας 50-60 της χαμογελούν παίρνοντας μαζί τους τον Άγγελο. Καθώς το σύννεφο τους καλύπτει ακούγεται η θεϊκή φωνή του Λούις Άρμστρονγκ και το What A Wonderful World.
Σε λίγο όλα χάνονται και μια απόκοσμη ησυχία υπάρχει μέσα στα ερείπια του μπαρ. Η Σοφία περνά τη σπασμένη πόρτα, έξω είναι ακόμη ημέρα. Κοιτά το ρολόι της. Η ώρα είναι 11.10. Θεέ μου σκέπτεται όνειρο είδα ξύπνια; Θυμάται τα λόγια του Άγγελου. Στην τσάντα της υπάρχει ένα τριαντάφυλλο και η παρτιτούρα που υπήρχε στο πιάνο!!!
Γυρίζει για να επιστρέψει στα ερείπια. Θέλει να ξαναδεί τον Άγγελο και ας της κοπούν τα δάκτυλα. Κατεβαίνει τα σκαλιά, αλλά εκεί υπάρχει τώρα ένα μικρό μαγαζάκι που πουλάει παλιούς δίσκους. Ο Άγγελος κάθεται πίσω από το ταμείο. Της χαμογελά ευγενικά. «Παρακαλώ τι θα θέλατε»; Από ένα παλιό πικάπ η φωνή του Άρμστρονγκ συνεχίζει το What A Wonderful World.
Dave Brubeck “Take Five” https://www.youtube.com/watch?v=vmDDOFXSgAs…
Louis Armstrong “What s wonderful day”
https://www.youtube.com/watch?v=VqhCQZaH4Vs…
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

υπέροχα!