Ερωτικό Instantane * Αφήγημα
Η Ελένη στεκόταν μπροστά από το μικρόφωνο, του νυχτερινού κέντρου, περιμένοντας ν΄ακούσει την απόφαση του μαγαζάτορα. Ήταν η τρίτη οντισιόν της εβδομάδας και η αγωνία την έπνιγε. Είχε δώσει τον καλύτερό της εαυτό.
– Λυπάμαι, κοπέλα μου, η φωνή σου είναι καλή, αλλά δεν έχεις αυτή την τσαχπινιά που ψάχνουμε για το μαγαζί, της είπε ο ιδιοκτήτης.
Η Ελένη απογοητεύτηκε, αλλά προσποιήθηκε ότι το πήρε ψύχραιμα. Καθώς μάζευε τα πράγματά της, ο Αλέξανδρος, που περίμενε και αυτός τη σειρά του, την πρόλαβε στην έξοδο. Ήταν γύρω στα τριάντα, με μακριά μαλλιά και ένα ζεστό βλέμμα.
– Είσαι πολύ καλή, της είπε.
Η Ελένη χαμογέλασε αχνά.
– Σ΄ ευχαριστώ, αλλά δεν είναι αρκετό. Όπου και να πάω, μου λένε το ίδιο. Μου λείπει η τσαχπινιά, λες και αυτό είναι το μόνο που μετράει.
– Η φωνή σου έχει κάτι πολύ ξεχωριστό. Το στυλ σου και η φωνή σου με αυτούς τους απαλούς τόνους και την τρυφερότητα, που ακουμπάει κατευθείαν στην καρδιά ταιριάζει σε μπουάτ.
– Λατρεύω τις μπουάτ, είπε. Όμως με τρομάζει η αμεσότητα. Εκεί είσαι εσύ και οι υπόλοιποι. Δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από την ορχήστρα.
– Ακριβώς αυτό είναι το δυνατό σου σημείο,” της απάντησε ο Αλέξανδρος. Η φωνή σου είναι φτιαγμένη για ν΄ακούγεται καθαρά, χωρίς περιττά στολίδια και το παρουσιαστικό σου ταιριάζει στο να τραγουδάς, σαν να είσαι ανάμεσα σε φίλους.
– Τελικά δεν κάνω για τραγουδίστρια. Ίσως θα πρέπει να επιστρέψω στα μαθήματα που άφησα στη Νομική. Μάλλον η φωνή μου στα δικαστήρια θα ακούγεται καλύτερα. Είπε με πίκρα.
– Η φωνή σου έχει κάτι ξεχωριστό, για να τη σπαταλήσεις στα δικαστήρια. Θα το δεις. Άφησε την αμφιβολία στην άκρη δοκίμασε.
Η Ελένη τον κοίταξε αβέβαια, αλλά τα λόγια του την άγγιξαν. Αυτός ο άγνωστος άνδρας πίστευε σε εκείνη περισσότερο απ’ ότι η ίδια στον εαυτό της.
– Γιατί δεν το δοκιμάζεις; Ξέρω μια μπουάτ που τραγουδάνε και οι θαμώνες, της είπε ο Αλέξανδρος. Κι εγώ, δεν ταιριάζω εδώ. Σκεφτόμουν… μήπως να πάμε μαζί; Ξέρεις εγώ φωνή καλή δεν έχω. Παίζω όμως πιάνο. Μπορούμε να κάνουμε πρόβες και να παρουσιαστούμε ως ντουέτο.
Η Ελένη τον κοίταξε με έκπληξη. Δεν περίμενε μια τέτοια πρόταση.
– Εννοείς να τραγουδήσουμε μαζί; Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, είπε διστακτικά. Δεν θα τραγουδήσουμε μαζί. Εσύ θα τραγουδήσεις και εγώ θα σε συνοδεύω με το πιάνο. Τι λες;
– Γιατί όχι, είπε τελικά. Θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον από τη μελέτη των νόμων.
– Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις, της είπε. Έχουμε τρεις μέρες μπροστά μας για πρόβες. Ας το δοκιμάσουμε. Αν δεν μας βγει, τουλάχιστον θα έχουμε κάνει κάτι διαφορετικό.
Η μπουάτ ήταν ένας μικρός, ατμοσφαιρικός χώρος, κρυμμένος σε ένα στενό δρομάκι κοντά στον Λευκό Πύργο. Κατέβαινες μερικά σκαλοπάτια. Με κομψά, χειρόγραφα γράμματα έγραφε απέξω «Ηλιοστάσιο». Η Ελένη μπαίνοντας μέσα, ένιωσε τη φιλική ατμόσφαιρα. Πολλά χαμηλά κρεμασμένα φωτιστικά έδιναν ένα ζεστό ημίφως, και υπήρχε διάχυτη η μυρωδιά από τα κεριά που βρίσκονταν διάσπαρτα στα μικρά, ξύλινα τραπέζια, που ήταν στριμωγμένα κοντά το ένα στο άλλο. Στη γωνία, πάνω σε μια μικρή σκηνή, υπήρχε ένα πιάνο και ένα μικρόφωνο. Μία κοπέλα τραγουδούσε παίζοντας κιθάρα. Η Ελένη ενθουσιάστηκε. Ήταν ένας χώρος φτιαγμένος για ζωντανές ερμηνείες, χωρίς εντυπωσιακά σκηνικά, προβολείς ή
τεχνολογικά τρικ. Το κοινό ήταν εκεί για να ακούσει τη μουσική και τους καλλιτέχνες, να νιώσει την κάθε λέξη και την κάθε νότα.
Οι συζητήσεις γίνονταν σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά και όλοι είχαν στραμμένα τα μάτια τους προς τη σκηνή, σιγοτραγουδώντας και αυτοί. Ήταν σαν μια ιεροτελεστία που συνδεόταν άμεσα με τη μουσική, χωρίς τίποτα περιττό.
Κάθε τραγουδιστής έλεγε δύο τρία τραγούδια. Όταν τέλειωνε η παρέα του χειροκροτούσε με θέρμη.
Η Ελένη ανέβηκε στη μικρή σκηνή με τα πόδια της να τρέμουν. Τα χαμηλά φώτα και η λάμψη των κεριών έριχναν σκιές στο πρόσωπό της. Ένιωθε εκτεθειμένη. Οι θαμώνες την κοιτούσαν με περιέργεια. Όλοι αυτοί θα λένε να ένα ακόμη ψώνιο σκέφτηκε. Το στομάχι της ήταν σφιγμένο και τα χέρια της παγωμένα. Ο Αλέξανδρος έκατσε στο πιάνο. Την κοίταξε με ένα καθησυχαστικό χαμόγελο, ξεκινώντας να πατά τα πλήκτρα. Οι πρώτες μαγικές νότες του Χατζηδάκι που γέμισαν το χώρο, απαλές, μελωδικές, ήταν βάλσαμο για την ίδια.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να τραγουδά «σ΄ αγαπώ κι απόψε θα στο πω». Η φωνή της ακούστηκε αβέβαιη στην αρχή, αλλά γρήγορα βρήκε το ρυθμό της. Οι ψίθυροι στο κοινό σταμάτησαν. Το άγχος της Ελένης διαλυόταν σε κάθε στοίχο, καθώς η μελωδία του πιάνου
την έσπρωχνε να συνεχίσει. «Σ΄ αγαπώ καλέ μου σαν Θεό». Η ατμόσφαιρα έγινε σχεδόν μαγική.
Ακόμα και οι σερβιτόροι σταμάτησαν. Ένας άνδρας κοντά στη σκηνή άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και δάκρυσε. Κάθε στίχος έβγαινε πιο δυνατός, με περισσότερο συναίσθημα. Η ζωή περνά και πίσω δεν γυρνά». Η Ελένη είχε πάψει να βλέπει πρόσωπα, δεν ένιωθε πια την
αγωνία της. Μόνο η μουσική υπήρχε. Οι τελευταίες νότες και η φωνή της που έσβηνε απαλά άφησαν ένα δευτερόλεπτο σιωπής που φάνηκε αιώνιο. Μετά, ένα κύμα από ενθουσιώδη χειροκροτήματα ξέσπασε. Ήταν ένας θρίαμβος, η στιγμή της. Η Ελένη χαμογέλασε και έδειξε τον Αλέξανδρο. Εκείνος σηκώθηκε και τη χειροκρότησε μαζί με τους θαμώνες. Τα μάτια της γεμάτα ευγνωμοσύνη και ικανοποίηση. Είχε κερδίσει τον εαυτό της και το κοινό της.
Οι επόμενες εβδομάδες κύλησαν με την ίδια και τον Αλέξανδρο να εμφανίζονται συχνά στο Ηλιοστάσιο. Έγιναν γνωστοί στους θαμώνες της μπουάτ, και η φήμη τους άρχισε να μεγαλώνει.
Η Ελένη, νιώθοντας την αποδοχή του κοινού, την ικανοποίηση και την επιτυχία, είχε χάσει τον κόσμο γύρω της. Στη σκηνή, μέσα στη δική της πραγματικότητα, δεν υπήρχε χώρος για τίποτα άλλο. Ούτε μπορούσε να διακρίνει τον απελπισμένο έρωτα του Αλέξανδρου.
Μια βραδιά, καθώς ετοιμάζονταν για ακόμα μία παράσταση, η Ελένη δέχτηκε πρόταση από έναν γνωστό παραγωγό να ξεκινήσει σόλο καριέρα, σε ένα μεγάλο μαγαζί στην Αθήνα, αφήνοντας έξω τον Αλέξανδρο. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία που έψαχνε να της αλλάξει τη ζωή.
Ήταν η δικαίωση που άφησε τις σπουδές της και που στερήθηκε τα πάντα για να πληρώνει το ωδείο.
Η Ελένη δέχτηκε την πρόταση. Στην τελευταία τους εμφάνιση στο Ηλιοστάσιο ο Αλέξανδρος έπαιζε με περισσότερο πάθος από ποτέ. Τα πλήκτρα πήραν φωτιά. Και εκείνη τραγούδησε με το ίδιο πάθος, ξέροντας ότι αυτή θα ήταν η τελευταία τους παράσταση μαζί.
Μετά το τέλος του τραγουδιού, ενώ το κοινό τους χειροκροτούσε, ο Αλέξανδρος πλησίασε την Ελένη και της είπε χαμηλόφωνα:
– Το ήξερα ότι κάποια στιγμή θα φύγεις. Σου εύχομαι ολόψυχα να πετύχεις τα όνειρά σου.
Η Ελένη γύρισε κάτι να του απαντήσει, αλλά αυτός είχε ήδη φύγει από τη σκηνή και τη μπουάτ. Ούτε να τον αποχαιρετήσει δεν τον έβρισκε.
Την επόμενη ημέρα ο Αλέξανδρος ανέβηκε μόνος στη σκηνή. Θα έπαιζε και θα τραγουδούσε ο ίδιος τα τραγούδια που έλεγε η Ελένη. “Όπως βλέπετε είμαι μόνος σήμερα. Ας ευχηθούμε όλοι μαζί της Ελένης, να την αγαπήσουν το ίδιο με εμάς εκεί που πήγε.” Οι νότες που
ξεκίνησαν πρόδιδαν τη συγκίνησή του. Με σκυμμένο το κεφάλι άρχισε να παίζει. Όταν ήλθε η στιγμή να τραγουδήσει, η φωνή της Ελένης ακούστηκε:
– Σ΄ αγαπώ Αλέξανδρε και απόψε θα στο πω.
Από την πόρτα χωρίς μικρόφωνο, ανέβηκε στη σκηνή.
– Σ΄ αγαπώ καλέ μου σαν Θεό. Τέλειωσε το τραγούδι χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον Αλέξανδρο.
Πριν τελειώσουν οι νότες τον αγκάλιασε.
– Σ’ αγαπώ καλέ μου, σ’ αγαπώ!
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

πολύ καλό!