Ερωτικό Instantane * Αφήγημα
Όταν πέθανε η γυναίκα του, ο 88χρονος Στέφανος, απέμεινε μόνος στο σπίτι. Τα παιδιά του έκαναν ότι μπορούσαν να τον φροντίζουν, όμως οι δικές τους υποχρεώσεις τους δυσκόλευαν αφάνταστα. Μια γυναίκα που προσέλαβαν να τον προσέχει απέτυχε τελείως διότι είχε τη συνήθεια να του φέρεται σαν ένα μικρό παιδί και αυτό δεν του άρεσε καθόλου, διότι ως συνταξιούχος εκπαιδευτικός, απαιτούσε περισσότερο σεβασμό στις προσωπικές του προτιμήσεις και στις ανάγκες του. Όσο ζούσε η γυναίκα του ποτέ δεν ένιωσε αυτό το τρομακτικό αίσθημα της μοναξιάς. Το άδειο σπίτι τον στοίχειωνε την κάθε του στιγμή. Μετά από πολλές συζητήσεις τελικά κατέληξαν ότι ένα καλό γηροκομείο θα είναι η καλύτερη λύση και για τον ίδιο. Ψάξανε με πολύ προσοχή και κατέληξαν στην «Ανοιξιάτικη Χαρά». Είχε άριστες συστάσεις και συμφώνησαν σε μια δοκιμαστική περίοδο. Εκεί θα είχε και παρέες, ώστε να μην νιώθει τη μοναξιά που βίωνε στο άδειο του σπίτι.
Η ζωή του Στέφανου στο νέο του χώρο ήταν από την αρχή προβληματική. Το προσωπικό ήταν άριστο. Ο σεβασμός προς τους τροφίμους ήταν εξαιρετική. Το φαγητό το ίδιο. Είχε τακτική ιατρική φροντίδα και τα πάντα στο χώρο του ήταν άψογα.
Ακόμη και με τόσο κόσμο ο Στέφανος ένιωθε ολομόναχος. Στο σαλόνι οι υπόλοιποι τον κάλεσαν κατ΄ επανάληψη να τους κάνει παρέα στα χαρτιά ή να παίξουν τάβλι ή να δουν μια κωμωδία στην τηλεόραση. Αρνιότανε ευγενικά και επέστρεφε στο δωμάτιό του, όπου περνούσε τις ώρες του ξεφυλλίζοντας ένα φθαρμένο παμπάλαιο μπλε τετράδιο.
Η Ελένη ήταν και αυτή εκπαιδευτικός. Πέρασε τη ζωή της διδάσκοντας σε διάφορα επαρχιακά σχολεία. Είχε αφοσιωθεί στη δουλειά της και δεν κατάλαβε ότι η ζωή περνούσε και η ίδια δεν έκανε οικογένεια. Ένα δυο προξενιά που τις έγιναν τα απέρριψε. Η Ελένη ερωτεύθηκε μόνο μια φορά στη ζωή της τον παιδικό της φίλο το Στέφανο. Με το Στέφανο, η Ελένη έζησε τα τέσσερα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της. Μαζί μπήκαν
στο φιλολογικό, μαζί μοιράστηκαν το πρώτο τους άγχος στις εξετάσεις, μαζί γιόρτασαν την αποφοίτησή τους. Ήταν αχώριστοι. Τα απογεύματα, καθισμένοι στο κυλικείο της Σχολής, έπιναν τον καφέ τους και ενώ εκείνος της έγραφε ποιήματα σε ένα μπλε τετράδιο, εκείνη του
τα σκίτσαρε γελώντας.
Η Ελένη μόνη της πια και με κάποια προβλήματα υγείας αποφάσισε να μπει σε ένα γηροκομείο. Με τα μαλλιά της λευκά και το βλέμμα κουρασμένο από τα χρόνια, πέρασε την πύλη της Ανοιξιάτικης Χαράς. Κρατούσε μια μικρή βαλίτσα με τα λιγοστά της υπάρχοντα
και έναν πίνακα του Στέφανου.
Η Ελένη, κρατώντας το μπαστούνι της, προχωρούσε αργά στους διαδρόμους του γηροκομείου, ακολουθώντας την επόπτρια που ήθελε να την συστήσει στους υπόλοιπους. Όταν άνοιξε η πόρτα του σαλονιού, ο χώρος γέμισε με τις φωνές των ηλικιωμένων. Όλοι
γύρισαν να την καλωσορίσουν.
– Και από εδώ, ο μοναχικός κύριος, είναι ο κύριος Στέφανος, της είπε η επόπτρια, δείχνοντας τον άντρα που καθόταν μόνος του σε ένα τραπέζι, σκυμμένος πάνω από ένα μπλε τετράδιο.
Ο Στέφανος, σήκωσε αδιάφορα το βλέμμα του από ευγένεια. Όμως, όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν, ο χρόνος πάγωσε. Δύο γέροι, ασπρομάλληδες, με πρόσωπα χαραγμένα από τις ρυτίδες της ηλικίας, έστεκαν αντικριστά. Τα πρόσωπα ήταν άγνωστα. Τα μάτια τους
όμως, αυτά που τους ένωσαν πριν τόσες δεκαετίες, είχαν μείνει αναλλοίωτα, σαν κρυστάλλινα παράθυρα σε έναν κόσμο που ποτέ δεν γέρασε.
Τα χέρια της Ελένης έτρεμαν και τα δάκρυα πλημμύρισαν στο πρόσωπο. Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος, σαν να φοβόταν πως αν ανοιγόκλεινε τα μάτια, το όραμα θα χανότανε. Ήταν εκείνη, η Ελένη του, η αγάπη του, η γυναίκα που λάτρεψε όσο τίποτε άλλο. Τα λόγια
κόπηκαν, η αναπνοή του έμεινε στο λαιμό του.
Η Ελένη έκανε ένα βήμα μπροστά, με την καρδιά της να χτυπά, σαν να ήταν ξανά κορίτσι.
– Στέφανε… ψιθύρισε, η φωνή της σπασμένη, γεμάτη πόνο, νοσταλγία και αγάπη. Ήταν ένα όνομα που δεν είχε προφέρει για δεκαετίες, αλλά που πάντα την ζέσταινε στις παγωμένες νύχτες της μοναξιάς.
Ο Στέφανος σηκώθηκε αργά με τη βοήθεια του μπαστουνιού. Τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του καθώς προχώρησε προς το μέρος της.
– Ελένη…
Εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν δύο γέροι σε ένα γηροκομείο. Ήταν ο Στέφανος και η Ελένη, οι ερωτευμένοι φοιτητές. Ο κόσμος στο σαλόνι χάθηκε και υπήρχαν μόνο αυτοί. Εκείνος της έπιασε τρυφερά το χέρι και της έδειξε το φθαρμένο μπλε τετράδιο που διάβαζε. Στην ετικέτα έγραφε την ημερομηνία της τελευταίας τους ημέρας μαζί. Ήταν το τετράδιο που της έγραφε τα ποιήματά του και που εκείνη τα σκιτσάριζε.
– Το θυμάσαι; της είπε. Ποτέ δεν το αποχωρίστηκα. Όταν ένιωθα μόνος, σου διάβαζα τα ποιήματα και μου έδειχνες τα σκίτσα σου και ήταν σαν να είσαι δίπλα μου. Και τώρα αυτό έκανα.
Σαν να βγήκες από τις σελίδες του. Η Ελένη αναγνώρισε το μπλε τετράδιο. Ήταν σαν μια γέφυρα πίσω στον χρόνο.
– Στέφανε… δεν είχα ιδέα ότι το είχες ακόμα. Και εγώ κουβαλώ ακόμη μαζί μου το πορτρέτο που σου ζωγράφισα θυμάσαι;
Κάθισαν μαζί, με τα χέρια τους ενωμένα πάνω στο μικρό τετράδιο. Δεν είναι πια μόνοι.
Οι μέρες περνούσαν στο γηροκομείο και η Ελένη και ο Στέφανος ζούσαν κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία. Ήταν μαζί, γελώντας, θυμώνοντας, κλαίγοντας, αλλά κυρίως αγαπώντας ο ένας τον άλλον, αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν τόσα χρόνια. Όμως, οι σιωπηλές στιγμές
γίνονταν πιο πολλές, καθώς η υγεία του Στέφανου χειροτέρευε.
Ένα απόγευμα, καθώς κοίταζαν από το παράθυρο το χιόνι να στρώνει στην αυλή, ο Στέφανος κοίταξε το σκοτεινό ουρανό.
– Θυμάσαι που λέγαμε για τα ταξίδια που θα κάνουμε στον κόσμο; είπε με νοσταλγία.
– Και τι μας εμποδίζει να τα κάνουμε, Στέφανε. Ας πάρουμε ότι πιο πολύτιμο έχουμε και ας ξεκινήσουμε.
Εκείνο το βράδυ, πήραν μια κουβέρτα, το μπλε τετράδιο και το πορτρέτο του Στέφανου και βγήκαν στο μπαλκόνι, που το σκέπαζε ήδη το χιόνι. Τυλίχθηκαν στην κουβέρτα, αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον, κάτω από τον παγωμένο νυχτερινό ουρανό. Στην αυλή το χιόνι κάλυπτε μια στοίβα από ξερά φύλλα.
– Θυμάσαι τότε που μάζεψες από το δρόμο κίτρινα φύλλα; μου τα έδωσες και είπες: αυτά τα φύλλα είναι σαν τις αναμνήσεις μας όλες μοναδικές και όμορφες. του ψιθύρισε η Ελένη.
– Και εσύ μου απάντησες ότι εσύ είσαι η πιο όμορφη ανάμνησή μου,” απάντησε ο Στέφανος και συνέχισε δείχνοντας τον πίνακα:
– Θέλω να με ζωγραφίσεις, σου είπα,
-Αλλά να μου υποσχεθείς ότι θα είμαι ο πιο όμορφος πίνακας σου! και εγώ σε απάντησα
-Είσαι ήδη. Και τελικά τον ζωγράφισα και τον κουβαλούσα μαζί μου σε όλες τις πόλεις που δούλεψα. Ποτέ δεν τον αποχωρίστηκα.
Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του όπως παλιά και άρχισε να του σιγοτραγουδά “περασμένες μου αγάπες” το παλιό αγαπημένο τους νεανικό τραγούδι. Ο Στέφανος, με τη φωνή του αδύναμη, βήχοντας τραγούδησε μαζί της.
– Σαν να φοράς λευκή τουαλέτα“ της είπε βλέποντας το χιόνι να τους καλύπτει.
– Είναι το νυφικό μου αγάπη μου του είπε. Απόψε θα γίνω γυναίκα σου.”
– Νιώθω ότι πετάω, Ελένη,” ψιθύρισε ο Στέφανος, κοιτώντας τις νιφάδες.
– Φοβάμαι ότι θα τις ακολουθήσω και δεν θέλω να σε ξαναφήσω μόνη σου.
Η Ελένη τον έσφιξε πιο δυνατά, νιώθοντας το σώμα του να χαλαρώνει στην αγκαλιά της.
– Μαζί θα πετάξουμε γλυκέ μου, του απάντησε και έμειναν έτσι, απολαμβάνοντας την πρώτη νύχτα του γάμου τους.
Το επόμενο πρωί, οι υπάλληλοι του γηροκομείου τους βρήκαν στη βεράντα, αγκαλιασμένους και γαλήνιους, σκεπασμένους από το χιόνι, με ένα απαλό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Δίπλα τους ένα πορτρέτο και ένα ανοιχτό από τον αέρα μπλε τετράδιο που
έγραφε:
Ελένη, της καρδιάς μου φως, που σβήνει το σκοτάδι
γέλιο απαλό σαν της άνοιξη το αθόρυβο το χάδι.
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
