Ποίημα
Έχεις ανάγκη ν΄αποδείξεις πως η ανασφάλεια δεν υπάρχει,
κατάφερες να τη διώξεις μακριά από τα φιλιά,
που έγιναν ανάγκη ουσιαστική, για να νιώθεις ζωντανός,
δυνατός, αγωνιστής και δολοφόνος δίχως αμοιβή.
Όχι, δεν υπάρχει αυτή η μικρή σουσουράδα
που δε σταματά να σε ζαλίζει με τα κουνήματά της,
με το ασταμάτητο τιτίβισμα της, που σ΄εκνευρίζει,
που ωθεί τον θυμό σου, σε διαδρομές μιας παράλογης εκστρατείας.
Γδέρνεις το μυαλό, σε μια προσπάθεια
να σβήσεις για πάντα τις σκέψεις, που σου φανερώνονται,
όταν η ησυχία έχει ξαπλώσει δίπλα σ΄εκείνην και τη νανουρίζει,
όταν βλέπεις τ΄όνειρά της ν΄ανασαίνουν και δεν είσαι σίγουρος
αν ο πρωταγωνιστής έχει τη μορφή σου
ή σε λίγο θα ξεγυμνωθεί η αλήθεια, που δεν αντέχεις ν΄αντιμετωπίσεις
και κάποιος άλλος… άγνωστος… μισητός
είναι ο άνδρας που τη φιλάει, που την ξεσηκώνει,
που ανατριχιάζει κάθε κύτταρό της ύπαρξης της από πόθο.
Παραλογίζεσαι
ή μήπως από δειλία αποφασίζεις να κουκουλώσεις την αλήθεια,
που δεν θέλεις ν΄αντικρύσεις;
Μια οργή που σιγοβράζει μέσα στα σωθικά σου,
που ντύνει τις ιερές στιγμές – που προσκύνησες αυτόν τον έρωτα –
με μαύρο βελούδο, που τις μεταμορφώνει σε Δαίμονες,
σ΄ άσπονδους εχθρούς που ετοιμάζεσαι ν΄αφανίσεις… σ΄αρρωσταίνει.
Τρίβεις με δύναμη πάνω στην πέτρα
ξανά και ξανά το μαχαίρι… το λειαίνεις, το μυρώνεις, το διαφεντεύεις,
όπως θα ήθελες να διαφεντεύεις και την ψυχή της.
Μια αφύσικη ζάλη που έχει θολώσει το βλέμμα
για μια στιγμή σ΄ακινητοποιεί… δε θέλεις να κάνεις κακό…
Πώς θα μπορούσες να της κάνεις κακό
όταν αυτή είναι ο λόγος της ύπαρξης σου;
Τα μαχαίρι σε προσκυνά και εσύ σιωπηλός
κοιτάζεις το πουκάμισο που βαφτίζεται στο αίμα…
©2024 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
