Ποίημα
Τώρα τα πρωινά μου δεν είναι πολυάσχολα
Ο βροντερός ψίθυρος της θάλασσας
δεν φτάνει ως εδώ.
Τα σύννεφα παίζουν ξένοιαστα στον άνεμο
Καμμιά βιάση
Το κελάηδισμα των πουλιών
δίνει μια ένταση στην ατμόσφαιρα.
Ακούω τι έχουν να πουν τ’ ανθισμένα δέντρα
Το γρασίδι τρέχει στις πλαγιές
κι εγώ μένω καθηλωμένη στο μπαλκονάκι
Τ’ αστέρια κατά χιλιάδες, διαμάντια
που αστράφτουν σε μαύρο βελούδο,
από πού έρχονται;
Το φεγγάρι – ασημένιος δίσκος
εκεί ψηλά, στην κορφή των πάντων
περπατά στα ίδια μονοπάτια
όπως κάθε μέρα χωρίς να νοιάζεται.
Ξανά και ξανά,
ο ίδιος βόμβος από συζητήσεις χαμηλόφωνες,
ανθρώπων τρομαγμένων
που καθηλώνονται στους τηλεοπτικούς δέκτες
μετρώντας απώλειες.
Τα παιδιά δεν ακούγονται
Ανοίγουν την πόρτα την ώρα του ύπνου
να μπουν τα όνειρα.
Από τα ανοιχτά σχολικά βιβλία
πέφτουν μικρά άσπρα βότσαλα
που λάμπουν από το αλμυρό νερό.
Λέξεις πλανιόνται πάνω απ’ το χαρτί
‘Οπως τα έντομα στη βροχή
Οι σκιές τους μέσα στο νου
ψάχνουν τη διαδρομή τους χωρίς πλοηγό.
Σε μια γλώσσα που καίγεται
ένα δάσος πευκόφυτο αφανίζεται
δίχως έμπνευση.
Η αναγκαιότητα να έχεις μια τέχνη
από που έρχεται και πού πάει;
Ίσως κάποτε, ένας ιστορικός άνεργος
να λύσει το αίνιγμα της χαμένης έμπνευσης.
Μονάχα αυτή η σκέψη με κρατά στην εποχή της απόγνωσης.
©️2025 Κωνσταντίνα Ζαγάρη
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
