Αφήγημα
Ο μπαμπάς μου ήταν δυνατός.
Είχε μεγάλα χέρια και με σήκωνε ψηλά, πιο πάνω και από το κεφάλι του.
Εγώ σήκωνα τα χεράκια μου και φώναζα «πετάω, μπαμπά, πετάω!».
Μύριζε πάντα καφέ το πρωί και σαπούνι το βράδυ όταν με αγκάλιαζε. Ήμουν τεσσάρων χρονών.
Δεν ήξερα όμως τι σήμαινε «αρρώστια» και «νοσοκομείο».
Για μένα, ο μπαμπάς δεν μπορούσε να πάθει τίποτα. Ήταν ο πιο δυνατός.
Μετά ο δυνατός μου πατέρας μου άρχισε να γίνεται πιο αδύνατος. Δεν έπαιζε κυνηγητό μαζί μου.
Δεν με σήκωνε πάνω. Καθόταν στον καναπέ και κοιμόταν πολύ.
Τα μαλλιά του έπεσαν όλα και φορούσε ένα μπλε καπέλο που του έκανε η γιαγιά.
Η μαμά μου είπε μια μέρα με σοβαρή φωνή: «Ο μπαμπάς είναι πολύ άρρωστος, αγάπη μου».
Εγώ δεν κατάλαβα. Όταν ήμουν άρρωστη, έπινα φάρμακο και σε δύο μέρες έπαιζα πάλι.
Γιατί ο μπαμπάς δεν έπινε φάρμακο να γίνει καλά;
Η ζωή μου χωρίστηκε στα δυο. Στο σπίτι, όλα ήταν ήσυχα. Η τηλεόραση δεν ήταν ανοικτή.
Η μαμά μιλούσε στο τηλέφωνο ψιθυριστά και έκλαιγε στην κουζίνα όταν νόμιζε ότι δεν την έβλεπα.
Εγώ καθόμουν στο πάτωμα και ζωγράφιζα. Έκανα πάντα την ίδια ζωγραφιά: εγώ, η μαμά και ο μπαμπάς
με κίτρινα μαλλιά να με σηκώνει ψηλά στον ουρανό. Ο άλλος κόσμος ήταν ένα μεγάλο, άσπρο κτήριο
που μύριζε φάρμακα. Εκεί πήγε να μείνει ο μπαμπάς. Είχε ένα κρεβάτι και μηχανήματα που έκαναν
«μπιπ… μπιπ…» όλη την ώρα.
Δε μου άρεσε εκεί.
Πήγαινα να τον βλέπω κάθε μέρα μετά από το νηπιαγωγείο. Του πήγαινα τις ζωγραφιές μου και του
τις κολλούσα στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι.
«Κοίτα μπαμπά, εδώ με σηκώνεις! Θυμάσαι πόσο πολύ γελούσα;» του έλεγα.
Εκείνος προσπαθούσε να χαμογελάσει, αλλά φαινόταν πολύ κουρασμένος. Το χέρι του ήταν κρύο
όταν το κρατούσα. Μια μέρα μου ψιθύρισε: «Είσαι το πιο φωτεινό μου αστέρι».
Εγώ νόμιζα ότι εννοούσε τα χρυσά αυτοκόλλητα αστέρια που του είχα κολλήσει στο φαλακρό κεφάλι του
και χάρηκα πολύ.
Ένα βράδυ στο σπίτι θύμωσα πολύ. Πήγα στο δωμάτιό μου, γονάτισα στο κρεβάτι και κοίταξα το ταβάνι.
«Θεέ μου », είπα με δυνατή φωνή,
«Άκου! Θα σου δώσω ό,τι θέλεις. Πάρε όλες τις κούκλες μου.
Πάρε το ροζ ποδήλατό μου. Πάρε και τις σοκολάτες μου. Μόνο κάνε τον μπαμπά μου καλά.
Θέλω να με ξανασηκώσει ψηλά και να πετάξω».
Η μαμά με άκουσε από την πόρτα. Ήρθε, με πήρε αγκαλιά και κλαίγαμε μαζί, αλλά δεν μου είπε τίποτα.
Την επόμενη μέρα στο νοσοκομείο, έκανα κάτι. Ζήτησα από την νοσοκόμα να μου δώσει ένα ψαλίδι.
Πήγα στην τουαλέτα και έκοψα μόνη μου τα μακριά, ξανθά μαλλιά μου.
Τα έπιασα όλα και τα έβαλα μέσα σ΄ ένα μικρό κουτάκι που είχα στην τσάντα μου.
Έτρεξα στο δωμάτιο του μπαμπά. «Μπαμπά, μπαμπά, κοίτα!» του φώναξα.
Άνοιξα το κουτάκι.
«Σου έφερα μαλλιά! Είναι δικά μου! Βάλ’ τα και θα γίνεις δυνατός ξανά!
Και μετά θα με σηκώσεις, έτσι;»
Ο μπαμπάς με κοίταξε.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και άρχισε να κλαίει. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα να κλαίει.
Δεν κατάλαβα γιατί. Εγώ του έφερα δώρο. ΟΧΙ κάτι για να λυπηθεί.
Λίγες μέρες μετά, η μαμά με πήρε από το νηπιαγωγείο και πήγαμε στο νοσοκομείο.
Αλλά αυτή τη φορά ήταν όλα πολύ ήσυχα. Τα μηχανήματα δεν έκαναν «μπιπ… μπιπ…».
Ο μπαμπάς ήταν στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά και φαινόταν ότι κοιμόταν βαθιά.
Πήγα κοντά του και σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου. Έπιασα το χέρι του.
“Μπαμπά”, του είπα στο αυτί. “Ξύπνα… Θα με σηκώσεις ξανά; Το υποσχέθηκες”.
Δεν κουνήθηκε.
Δεν άνοιξε τα μάτια του.
Η μαμά με τράβηξε και μου είπε κλαίγοντας ότι ο μπαμπάς «πέταξε στον ουρανό και έγινε ένα αστέρι.
Θύμωσα.
«Μα εγώ θέλω να με σηκώσει εδώ! Πώς θα πετάω τώρα;»
Τώρα είμαι πέντε χρονών.
Πέρασε καιρός.
Κατάλαβα ότι ο μπαμπάς δε θα γυρίσει στο σπίτι.
Δε θα με ξανασηκώσει με τα χέρια του. Αλλά η μαμά μου έδειξε το πιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό το βράδυ.
«Αυτός είναι ο μπαμπάς», μου είπε. «Και σε βλέπει πάντα».
Κάθε βράδυ του λέω καληνύχτα. Και όταν είμαι χαρούμενη και γελάω πολύ δυνατά, κλείνω τα μάτια μου.
Και τότε, για μια στιγμή, νιώθω πάλι να με σηκώνει ψηλά.
Νιώθω τα χέρια του δυνατού μου μπαμπά. Και πετάω.
Κατάλαβα ότι κάποιοι άνθρωποι γίνονται αστέρια για να μη σταματήσουν ποτέ να μας σηκώνουν.
Και ο δικός μου μπαμπάς θα με σηκώνει για πάντα.
©2026 Ίνα Σταματελοπούλου
Αρθρογράφος * Δημιουργός ψυχής
Το ανωτέρω κείμενο είναι μια προσπάθεια δημιουργικής γραφής της γλυκιάς Ίνας Σταματελοπούλου
της εγγονής μιας εξαιρετικής ποιήτριας της Δέσπως Πηλαβάκη και είμαστε περήφανοι
που έχουμε την άδεια των κηδεμόνων της
ώστε να την παρουσιάσουμε στο blog μας.
