Κοίταξα έκπληκτη τις σταγόνες
που στάθηκαν στο τζάμι για να με καλημερίσουν.
Χαιρέτισα και άφησα τη πρωινή δροσιά να μ΄αγκαλιάσει
Κοίταξα ζαλισμένη από το χάδι του μορφέα τον άδειο δρόμο
Ελάχιστοι οι περαστικοί
όλοι βιαστικοί να φύγουν μακριά
Γύρισα και είδα να κοιμάσαι αγκαλιά με τα όνειρα
που κάναμε παιδιά
με τα ταξίδια που δε καταφέραμε και ας λαχταρούσαμε
Ζήλεψα τη χαμένη αθωότητα
που΄χε κουρνιάσει δίπλα σου
ζήλεψα τους πόθους, που χάιδευαν απαλά το μάγουλο σου
ζήλεψα τη ζωή, που δεν έζησα πλάι σου …
Ο αγέρας κούρνιασε τρυφερά στον κόρφο μου
και τότε συνειδητοποίησα πως η ζεστή κάψα
μας είχε αποχαιρετίσει γι΄ακόμη μια φορά
Κοίταξα τον ορίζοντα
και αναγνώρισα τη φθινοπωρινή θλίψη να ζυγώνει,
ν΄αγγίζει δειλά μα αποφασιστικά τη φύση γύρω μας
να χαιρετά με μια απίστευτη γλύκα κάθε ζωντανό
Χαμογέλασα και εγώ με μια αδικαιολόγητη χαρά.
Ήμουν ζωντανή, ήμουν γερή στα δυο μου πόδια
και μπορούσα να τη καλωσορίσω σαν φιλόξενη οικοδέσποινα.
Δεν ήξερα τι θα μου φέρει για πεσκέσι, δεν ήθελα να ξέρω.
Άνοιξα διάπλατα τα παράθυρα, πέταξα τα σκεπάσματα και
σε φίλησα σα να μην υπάρχει αύριο
“Καλημέρα Φθινόπωρο”
©2022 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
