Ο ωραίος Βαλεντίνος. Εμιλ Ζολά

You are currently viewing Ο ωραίος Βαλεντίνος. Εμιλ Ζολά

Ο ωραίος Βαλεντίνος. Εμιλ Ζολά

(Ένα ανέκδοτο διήγημα του Εμίλ Ζολά. Το διήγημα αυτο βρέθηκε μέσα στα χειρόγραφα του Εμίλ Ζολά από τους συγγενείς του)

 

Ο  Βαλεντίνος ήταν ένα ψηλό παλληκάρι εικοσιπέντε χρονών—μαραγκός η δουλειά του— που γεννήθηκε μεσ’ στην καρδιά του προαστείου του Αγίου ’Αντωνίου. Κι ο πατέρας του κι ο παππούς του ήτανε μαραγκοί. Μεγάλωσε μεσ’ στα ροκανίδια κι έπαιζε βώλους, ως ότου γίνηκε δέκα χρονών, στο πεζοδρόμιο της Βαστίλης, γύρω από την κολόνα του Ιουλίου.

Τον τελευταίο καιρό κοιμόταν στην οδό Ροκέτ, σε μια βρωμερή πολυκατοικία, όπου είχε για δέκα φράγκα το μήνα, μια τρύπα κατ’ απ’ τα κεραμίδια, που χωρούσε ακριβώς ένα κρεββάτι και μια καρέκλα  κι’ ακόμα για ν’ ανέβει στο κρεββάτι του ήταν υποχρεωμένος να  διπλώνεται στα δυο, αν δεν ήθελε να σπάσει το κεφάλι του στο  ταβάνι.

Κορόιδευε κι ο ίδιος τον εαυτό του γι’ αυτο. Δεν δεχόταν κανένα στα διαμερίσματα του. Γύριζε και κοιμόταν στις δέκα το βράδι και ξυπνούσε από τις πέντε το πρωί, χειμώνα και καλοκαίρι, Έλεγε πώς αυτο τον στενοχωρούσε μονάχα όταν έκανε καμία καινούργια γνωριμία, γιατί δεν μπορούσε να πάει κυρίες στην κάμαρή του. Ήτανε τόσο μικρή πού αν κοιμόντουσαν δυο μαζί, ο ένας χωρίς άλλο έπρεπε ν’ αφήσει τα πόδια του έξω στις σκάλες.

Κάλος διαβολάκος, αυτός ο Βαλεντίνος ! Δούλευε σκληρά, γιατί ήτανε νέος ακόμα και πίστευε στη δουλειά. Εκτός αυτού, δεν ήταν μέθυσος, δεν έπαιζε καθόλου και ήταν λίγο γυναικάς, ίσως. Οι γυναίκες ήταν το μεγάλο του ελάττωμα. Όταν το πρωί έσπρωχνε τη ροκάνα του στο μαγαζί με ένα χέρι σιδερένιο, οι σύντροφοι τον πείραζαν και τον ρωτούσαν αν είδε τη δεσποινίδα Λίζα. Αυτο τού το λέγαν, γιατί μια παλιά φιλενάδα τού Βαλεντίνου λεγόταν Λίζα και γιατί, τις μέρες πού η τεμπελιά τον βάραινε, συνήθιζε να λέει: «Ω, σήμερα δέ μπορώ να δουλέψω γιατ’ είδα τη Λίζα χτες το βράδι !» Μεσ’ στα μαγαζιά του προαστείου τον λέγανε ωραίο Βαλεντίνο. Είχε ένα μεγάλο πρόσχαρο κεφάλι με σγουρά μαλλιά και, όταν χόρευε, ανασήκωνε πολλές φορές τα μανίκια της μπλούζας του, για να ναι πιο ελεύθερος, όπως έλεγε, μα, στ’ αλήθεια, για να δείχνει τα δυνατά του μπράτσα, πού ήταν άσπρα σα γυναικεία. Τον είχαν αγαπήσει τα πιο όμορφα κορίτσια, ή ψηλή Νανά, η μικρούλα Αυγουστίνα, η χοντρή Αντέλα πού δεν είχε παρά ένα μάτι, ώ: και μια βιβλιοδέτισσα από το Μπορντώ», πού γι’ αυτήν σκοτώθηκαν δυο στρατιωτικοί. Κάθε βράδυ έκανε ένα γύρω στους χορούς, έριχνε μια ματιά εδώ, μια ματιά εκεί, μόνο και μόνο για να δει, αν υπήρχαν, στις γωνιές, κορίτσια που  δεν τα ήξερε.

Ένα βράδι, μπαίνοντας στον Κήπο των Λουλουδιών, ένα κέντρο της οδού Σαρόν, να σου και βλέπει την Κλεμάνς, μι’ ανθοπώλισσα δεκάξι χρονών, πού τα όμορφα ξανθά της μαλλιά του φάνηκαν σαν ένας ήλιος αναμμένος μέσα στη σάλα. Μονομιάς φούντωσε γι’ αύτη, κι’ όλο το βράδυ, φαινόταν ερωτοχτυπημένος.

Χόρεψε με τη μικρή και της έκανε και το τραπέζι. Έπειτα στις έντεκα ή ώρα, όταν-η Κλεμάνς, γύρισε σπίτι της, τη συνόδεψε και, φυσικά, θέλησε ν’ ανέβει απάνω. Μα κείνη του κοψε το βήχα καθαρά και ξάστερα. Μπορεί—του πε—να πέρασε ευχάριστα μαζί του μια βραδιά στο χορό, μα τίποτα άλλο περισσότερο. Και του ‘κλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Εκείνος την άλλη μέρα, μάζεψε διάφορες πληροφορίες γι’ αύτη. Η Κλεμάνς είχε κιόλας ένα φίλο που την παράτησε, αφήνοντας και δυο νοίκια απλήρωτα στην καμπούρα της. Γι’ αυτο και κείνη ορκίστηκε να εκδικηθεί απάνω στον πρώτο άνδρα πού θα ‘κανε την κουταμάρα να την αγαπήσει. Ωστόσο, τις ακόλουθες ημέρες ο Βαλεντίνος την περίμενε στο πεζοδρόμιο είχε την τόλμη μάλιστα ν’ ανεβεί στο σπίτι της και να της πει μια καλημέρα, ναι την παρακολουθούσε παντού.

  • Α, της φώναζε κάθε μέρα γελώντας, θα ιδωθούμε απόψε ;

Μα κείνη του απαντούσε με πρόσχαρη φωνή :

  • Όχι, όχι, αύριο !

Κάθε Κυριακή, τη συναντούσε στον Κήπο των Λουλουδιών. Εκείνη βρισκόταν πάντα εκεί, καθισμένη απέναντι στην ορχήστρα.

Δεχόταν ευχαρίστως το κρασί πού την κερνούσε, χόρευε μαζί του, μα μόλις έκανε να τη φιλήσει τού έσκαζε ένα χαστουκάκι. Κι’ αν ακόμα εκείνος της έλεγε να πάνε μαζί, του απαντούσε μ’ ένα τόνο που λογικό πώς δεν έκανε καλά να της προτείνει  τέτοια πράγματα πού δεν της άρεσαν.  Επί έξη βδομάδες, περνούσαν έτσι με γέλια και μ’ αστεία.

Όταν πέρασαν δυο μήνες, ο Βαλεντίνος γίνηκε έξαφνα κατσούφης. Δεν μπορούσε πιά να κοιμηθεί μεσ’ στην τρύπα του, κάτω απ’    τα κεραμίδια. Πνιγόταν εκεί μέσα. Μόλις πλάγιαζε με τα μάτια ορθάνοιχτα, έβλεπε στο σκοτάδι το μουτράκι της Κλεμάνς, πού τα μαλλιά της έλαμπαν με μι’ ακτινοβολιά σαν του ήλιου. Τότε, πυρετός τον έπιανε και στριφογύριζε ως το πρωί στο κρεββάτι του σαν σε αναμμένα κάρβουνα. Και την άλλη μέρα στη δουλειά, δεν έκανε τίποτα. Στεκόταν με τα μάτια χαμένα, ενώ τα εργαλεία τού έπεφταν απ’ τα χέρια του. Οι σύντροφοι του τού φώναζαν: «Είδες λοιπόν την δεσποινίδα Λίζα;» Αλλοίμονο! Όχι, δεν είχε δει τη δεσποινίδα Λίζα. Τρεις φορές είχε πάει στης Κλεμάνς, έπεσε στα γόνατα της, ικετεύοντας  την να τον κάνει δικό της. Μα αύτη του είπε όχι, πάντοτε όχι  τόσο πού εκείνος άρχισε να κλαίει σαν μωρό μέσα στο δρόμο. Σκεφτόταν να πάει να κοιμηθεί μπροστά στο σκαλοπάτι της, γιατί του φαινόταν πως  θα ήταν καλύτερα εκεί, ακούγοντας μεσ’ απ’ τις χαραμάδες την ανάλαφρη αναπνοή της. Η  επιθυμία αυτού τού κοριτσιού του αφαιρούσε από το στόμα την όρεξη να φάει και να πιει.

Τέλος, ένα βράδι, ανέβηκε στης Κλεμάνς και της πρότεινε απότομα να την παντρευτεί. Εκείνη έμεινε σαστισμένη, μα δέχθηκε γρήγορα. Γιατί κι αυτή τον αγαπούσε μ’ όλη της την καρδιά μονάχα, είχε κλάψει πολύ  όταν ο πρώτος της φίλος την παράτησε, Μα τώρα όμως, μια κ’ ήτανε να ενωθούνε για πάντα, το ήθελε κι’ αύτη πολύ.

Την άλλη μέρα, πήγαν μαζί στο δημαρχείο για να ζητήσουν πληροφορίες. Το πλήθος των διατυπώσεων τούς στενοχώρησε πολύ. Η Κλεμάνς δεν ήξερε πού να βρει την πράξη της αποβιώσεως του πατέρα της. Ο Βαλεντίνος πάλι έτρεχε από γραφείο σε γραφείο για να πάρει ένα πιστοποιητικό απολύσεως του απ’ το στρατό. Βλέπονταν, ωστόσο, κάθε μέρα. Πήγαιναν κ’ έκαναν τον περίπατο τους στα προχώματα, κι έτρεχαν σ’ όλα τα πανηγύρια των περιχώρων. Το βράδι, όταν γύριζαν από τους μακρινούς δρόμους των προαστείων, δεν έλεγαν τίποτε κ’ έσφιγγαν γλυκά τα χέρια τους. Η καρδιά τους ήτανε φουσκωμένη από μια χαρά πού δεν ήξεραν πώς να μιλήσουνε γι’ αυτήν. Η Κλεμάνς, μια φορά τραγούδησε στο Βαλεντίνο, μια ρομάντζα, όπου γινόταν λόγος για μια κυρία σ’ ένα μπαλκόνι και για ένα πρίγκηπα πού της φιλούσε τα μαλλιά. Κι’ ο Βαλεντίνος βρήκε το τραγούδι αυτο τόσο όμορφο, ώστε τα μάτια του μούσκεψαν από δάκρυα.

Όταν τελείωσαν όλες οι  διατυπώσεις, ο γάμος τους ορίστηκε για ένα Σάββατο θα  παντρευόντουσαν ήσυχα ήσυχα. Ο  Βαλεντίνος πήγε να ζητήσει πληροφορίες στην εκκλησία, μα επειδή ο παπάς τού ζήτησε έξι φράγκα είπε πώς δεν είχε ανάγκη από τη λειτουργία του και η Κλεμάνς φώναζε ότι ο γάμος στο Δημαρχείο τους έφτανε. Στην αρχή είπανε να μην κάνουνε καθόλου γλέντι.

Έπειτα για να   μη φανούν πώς παντρεύονται στα κρυφά, σκέφτηκαν να οργανώσουν ένα πικνίκ σ’ ένα μαγαζί, όπου κάθε προσκαλεσμένος θα πλήρωνε κι’ ένα φράγκο. Θα καθόντουσαν δεκαοχτώ πρόσωπα στο τραπέζι. Η Κλεμάνς θα ‘φερνε τρεις παντρεμένες φιλενάδες της. Ο  Βαλεντίνος πάλι στρατολόγησε ένα σωρό μαραγκούς και τορναδόρους, με τις γυναίκες τους. Η συνάντηση στο μαγαζί, θα γινόταν στις δύο τη νύχτα, γιατί σκόπευαν να κάνουν έναν περίπατο πριν απ’ το δείπνο. Στο δημαρχείο, ο Βαλεντίνος κ’ ή Κλεμάνς, παρουσιάστηκαν συνοδευόμενοι μονάχα από τους μάρτυρές τους. Ο Βαλεντίνος είχε βγάλει τις λίγδες. Από τη ρεντιγκότα του η Κλεμάνς, εδώ και τρεις μέρες, ξενυχτούσε για να Επιδιορθώσει ένα παλιό μπλε φόρεμα από κάποια από τις φιλενάδες της, πιο ψηλή απ’ αύτη, της το είχε πουλήσει για δέκα φράγκα. Φορούσε ένα σκουφάκι στολισμένο με κόκκινα λουλούδια. Και ήταν τόσο όμορφη, με την κοριτσίστικη ασπράδα της, κάτω απ’ τις τρελές μπούκλες των ξανθών της μαλλιών, ώστε ο δήμαρχος της χαμογέλασε πατρικά όταν ήρθε η σειρά της να πει το «ναι», ένοιωσε τον Βαλεντίνο να την σπρώχνει με τον αγκώνα κ’ έσκασε στα γέλια. Όλοι γέλασαν μεσ’ την αίθουσα, κι  αυτά τα παιδιά του γραφείου. Περνούσε σαν μια πνοή νεότητας μεσ’ από τα κιτρινισμένα φύλλα τού Κώδικος.

Έπειτα όταν ήρθε ή ώρα να υπογράψει ο Βαλεντίνος, ανάλαβαν οι μάρτυρες. Εκείνος χάραξε ένα σταυρό γιατί δεν ήξερε γράμματα. Η Κλεμάνς έκανε μια μεγάλη μουντζούρα με το μελάνι. Όλοι έδωσαν για τους φτωχούς από δυο πεντάρες. Μονάχα, η νιόπαντρη, αφού έψαξε    και ξανάψαξε τις τσέπες της, έβγαλε κ’ έδωσε πενήντα λεπτά.

Στις δύο ή ώρα βρισκόντουσαν όλοι μαζεμένοι στο μαγαζί που είχαν ορίσει. Έφυγαν από κεί και πήγαν στα οχυρώματα για να περπατήσουν. Έπειτα οι άντρες έπαιξαν την τυφλόμυγα μέσα σε μια τάφρο. Όταν κανένας από τούς μαραγκούς, έπιανε καμμιά γυναίκα, την κρατούσε μια στιγμή στην αγκαλιά του και την κρυφοτσιμπούσε. Εκείνη, ξεφώνιζε λέγοντας ότι αυτό απαγορεύεται και όχι δεν έκανε, καλά να την τσιμπά. Όλοι γελούσαν κι τάραζαν την ερημική εκείνη γωνιά με μια τέτοια φασαρία, ώστε τα σπουργίτια τρομαγμένα  πετούσαν από τα δέντρα στο μάκρος τού κυκλικού δρόμου. Στον γυρισμό, τρία παιδιά αναγκάστηκαν να τα πάρουν Οι πατέρες τους  καβάλα στον ώμο γιατί δεν μπορούσαν πιά να περπατήσουν.

Μα αυτο δεν εμπόδισε κανένα να φάει με μια διαβολεμένη όρεξη το βράδι, στο δείπνο. Όλοι τους θέλανε να φάνε για το ένα φράγκο πού είχαν πληρώσει. Πλήρωσαν, δεν είν’ έτσι; Μπορούσανε λοιπόν ν’ αδειάσουν τα πιάτα τους. Γι’ αυτό έπρεπε να δει κανείς πώς οι καλεσμένοι καθάριζαν και τα κόκκαλα ακόμα. Δεν άφησαν τίποτε στην κουζίνα. Ο Βαλεντίνος πού οι σύντροφοι του ήθελαν να τον μεθύσουν για να’ γελάσουν, πρόσεχε πολύ το ποτήρι του. Μα η Κλεμάνς πού δεν έπινε ταχτικά κρασί καθαρό, είχε κοκκινίσει και μιλούσε σαν  κίσσα, Στα επιδόρπια, άρχισαν, τα τραγούδια. Καθένας είπε και το δικό του. Ἐπὶ τρεις ώρες αντηχούσαν οι διάφορες στροφές. Ο ένας τραγουδούσε μια ρομάντζα, όπου γινόταν λόγος για τη Βενετία και τις γόνδολές της. Ο άλλος είχε ειδικότητα στα κωμικά τραγουδάκια κ’ εξιστορούσε τ’ αποτελέσματα τού κρασιού  ένας τρίτος είπε κάποιο τραγούδι λίγο ελεύτερο, πού Οι κυρίες, γελώντας δυνατά το συνοδεύαν χτυπώντας τα μαχαίρια τους στα ποτήρια. Ωστόσο, όταν ήρθε ή ώρα να πληρώσουν, τα χάλασαν. Ο καταστηματάρχης ζητούσε συμπληρωματικά κι  άλλα λεπτά. Πώς; κι’ άλλα λεπτά; Δεν είχαν συμφωνήσει ένα φράγκο, όχι πιο πολύ. Κι επειδή ο ταβερνιάρης φοβέριζε πώς θα προσκαλέσει τούς χωροφύλακες το πράγμα πήρε άσχημο δρόμο, ήρθαν στα χέρια, και πολλοί από τούς προσκαλεσμένους πήγαν να περάσουν την υπόλοιπη νύχτα τους στο τμήμα.

Ευτυχώς Οι νιόπαντροι είχανε τη φρονιμάδα να το σκάσουν με τρόπο, μόλις άρχισε ή φασαρία. Ήταν τέσσερες ή ώρα το πρωί, όταν ο Βαλεντίνος κι η Κλεμάνς γύρισαν στην κάμαρη της τελευταίας, όπου είχαν αποφασίσει να μείνουν ως τον ερχόμενο μήνα. Κατέβηκαν όλο το προάστειο τού Αγίου Αντωνίου με τα πόδια. Βάδισαν πολύ γρήγορα.

Κι  έτσι δεν ένοιωθαν τον ψυχρό άνεμο πού φυσούσε. Και μόλις έκλεισαν την πόρτα τους πίσω τους, ο Βαλεντίνος πήρε την Κλεμάνς στην αγκαλιά του, της γέμισε το πρόσωπο από φιλιά με τόσο πάθος, με  τόση ορμή ώστε την έκανε γελάει. Εκείνη κρεμάστηκε από το λαιμό του, τον φιλούσε κι’ αύτη μ’ όλη τη δύναμή της για να του αποδείξει ότι τον αγάπαγε. Μονάχα πού δεν είχαν στρώσει το κρεββάτι τους, γιατί η Κλεμάνς το πρωί ήτανε τόσο βιαστική ώστε έστρωσε μονάχα το σκέπασμα. Κι ο Βαλεντίνος τώρα τη βοήθησε να γυρίσει τα στρώματα. Ξημέρωνε πιά όταν έπεσαν να κοιμηθούν. Το καναρίνι της Κλεμάνς, που το κλουβί του ήτανε κρεμασμένο στο παράθυρο, άρχισε να κελαηδάει πολύ γλυκά. Μέσα στη φτωχική καμαρούλα, κάτω απ’ τις παλιές κουρτίνες τού κρεββατιού, τα φτερά της αγάπης ανοιγόκλειναν…

Με όλους τούς υπολογισμούς ο Βαλεντίνος κι η Κλεμάνς άρχισαν τη συζυγική τους ζωή με περιουσία από είκοσι τρείς πεντάρες. Τη Δευτέρα ξαναπήγαν καθένας στη δουλειά του. Και οι ημέρες περνούσαν και ή ζωή κυλούσε. Στα τριάντα της χρόνια, η Κλεμάνς είχε ασχημύνει. Τα ξανθά της μαλλιά είχαν πάρει ένα άσχημο κίτρινο χρώμα και τα τρία παιδιά πού έκανε την είχαν χαλάσει. Ο Βαλεντίνος είχε ριχτεί στο κρασί, η ανάσα του είχε γίνει βαριά, τα όμορφα μπράτσα του είχαν τραχύνει κι’ είχαν αδυνατίσει από το   πλάνισμα. Τις ημέρες της πληρωμής, όταν ο μαραγκός γύριζε μεθυσμένος, με τις τσέπες αδειανές, το αντρόγυνο άρχιζε τούς καυγάδες ενώ τα μωρά τους ούρλιαζαν. Σιγά σιγά  η γυναίκα συνήθισε να πηγαίνει να παίρνει τον άντρα της από την ταβέρνα. Στο τέλος μάλιστα έμαθε και να κάθεται  εκεί, να πίνει κι’ αύτη το μερδικό της  απ’ τις μισές, μέσα απ’ τούς καπνούς των τσιγάρων. Μα αγαπούσε πάντα τον άντρα της, τον δικαιολογούσε μάλιστα, όταν της έσκαζε κανένα σκαμπίλι. Εξάλλου, είχε μείνει τίμια γυναίκα δεν μπορούσε να την κατηγορήσει κανείς ότι πήγαινε με  τον πρώτο τυχόντα, όπως μερικές. Και, μέσα σ’ αύτη τη ζωή των καυγάδων και της αθλιότητας, μέσα στη βρώμα ενός σπιτιού που ‘μενε συχνά χωρίς φωτιά και χωρίς ψωμί, μέσα στον αργό ξεπεσμό τού αντρόγυνου, υπήρχαν, μέχρι θανάτου, στιγμές πού κάτω από τις κουρελιασμένες κουρτίνες τού κρεββατιού, η αγάπη χτυπούσε χαϊδευτικά τις φτερούγες της.

www.angeligeorgia.gr 

Γεωργία Αγγελή

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Είμαι αφηγήτρια, ραδιοφωνική παραγωγός και συγγραφέας. Κάνω ραδιοφωνικές εκπομπές από το 2013, απόφοιτη της Σχολής αφηγηματικής τέχνης, έχω σπουδάσει επιμέλεια και διόρθωση κειμένων, μελετώ το λαϊκό παραμύθι. Στόχος μου η διάδοση του μύθου και του παραμυθιού, αλλά και του καλού βιβλίου τόσο για ενήλικες όσο και για παιδιά.