You are currently viewing Διήγημα – Το κούμπωμα –

Διήγημα – Το κούμπωμα –

Διήγημα

Μόλις του έκλεισε το τηλέφωνο πρώτη, στα μούτρα, αθετώντας την μεταξύ τους συμφωνία.
“Εσύ να με κλείσεις”, του είχε… απαιτήσει με νάζι πριν από λίγο.
Έτσι λέμε και ξελέμε Θάλεια μου; μονολόγησε κρατώντας το ακουστικό με το δεξί του χέρι, σαν ζύγι που του έμεινε αμανάτι. Τελικά μέσα στα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα, της το είχε συγχωρέσει… τέτοιο βαρύ παράπτωμα…
Έριξε μια κλεφτή ματιά στο κινητό του. 01:44 ΠΜ. Καλά, πόσην ώρα μιλούσαν στο τηλέφωνο; Από τις 10 ή από τις 12; Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Πάντα την έχανε, όταν την αγκάλιαζε, όταν την φιλούσε, όταν έκαναν έρωτα, στο σινεμά, στο εστιατόριο, στη θάλασσα που ήταν η μεγάλη της αγάπη. Όταν κοιτούσε τα πράσινα μάτια της μαγνητισμένος απ’ αυτά σταματούσαν τα ρολόγια όλου του κόσμου, έσβηναν οι προβολείς της σκηνής. Έμεναν μόνοι οι δυο τους, βασίλισσα και βασιλιάς.
Τώρα όμως δεν του αρκούσε η θαλπωρή της κεντρικής θέρμανσης, το γραφείο του με τη γραφομηχανή και τις στοίβες από κόλλες που από μακριά διέκρινες πάνω τους τις διορθώσεις με κόκκινο μπικ. Ξαφνικά ένιωσε την απόσταση των απέναντι τοίχων του ορθογώνιου δωματίου να μικραίνει απειλητικά. Ήθελε να βγει έξω, να περπατήσει στο κρύο, να κάνει το τσιγάρο του, να σκεφτεί. Τη σχέση του, τη ζωή του, τη Θάλεια, τη ζωή του.
Γύρω στους 6 κελσίου εκείνη την ώρα στα Ιλίσια, αλλά με το ξεροβόρι τους ένιωθες για 3. Ντύθηκε στα γρήγορα, τζιν, φούτερ, μποτάκια “γιατί σίγουρα θα γλιστράει εκεί έξω” και από πάνω ένα χοντρό, δίχρωμο μπουφάν.
Βγαίνοντας από την πολυκατοικία άναψε δύσκολα τσιγάρο. Έπρεπε να τη βρει να την κοιτάξει στα μάτια και να την ρωτήσει για όλα όσα του βάραιναν την ψυχή και δηλητηρίαζαν την αγάπη τους.
” Μπουρνάζι γαμώ το κέρατό μου, πού είναι το γαμημένο το Μπουρνάζι, που να το βρω τέτοια ώρα;” λες και ήταν κανένα πενηντάρικο που του έπεσε, και του έφταιγε που ήταν νύχτα και δεν έβλεπε να το ψάξει.
Εκεί μένει εκεί έχει και το μαγαζί με τα γυναικεία εσώρρουχα.
Με τους στηθόδεσμους και τα στρίνγκ.
Κι αν τα ρολά είναι κατεβασμένα; Που θα είναι κατεβασμένα τέτοια ώρα. Τι είναι; καντίνα στην Μιχαλακοπούλου για να είναι ανοιχτό;
Μύλος στο κεφάλι του.
“Να πάρω ταξί να με πάει. Αν έχει απ’ αυτό… το κομπιούτερ θα το βρει. Αγίου Αθανασίου 86.
Σκαλοπάτι δεν μπορεί να μην έχει το μαγαζί. Θα έχει. Ωραία λοιπόν εκεί θα κάτσω, θα πάρω και μια σπανακόπιτα, όχι δυο, μια και για εκείνη από τις πρώτες που θα βγάλει κάποιος φούρνος εκεί γύρω και θα την περιμένω να της πω ότι την αγαπώ, δια ζώσης και εκ του σύνεγγυς, όταν θα έρθει το πρωί για να ανοίξει το κατάστημα.”
Από παλιά γνωστοί, κάποτε εραστές. Κάποτε να μη θέλει ο ένας ούτε να ακούσει για τον άλλο.
Έχουν περάσει δυο ολόκληρες εβδομάδες από τότε που ξανασυναντήθηκαν τυχαία στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Εκείνη ερχόταν να επισκεφθεί τον θείο της, ο Γιώργος τον ήξερε, χρόνια γείτονες με έναν όροφο διαφορά.
Κι από τότε, κάθε μέρα δυο και τρεις φορές τηλέφωνο, μηνύματα, αναπάντητες, σαν δυο ερωτευμένα εφηβάκια.
Δεν μπορεί άλλο. Να της το πει από κοντά βρε αδερφέ. Κάθε που πλησιάζει η ώρα να κλείσουν το τηλέφωνο, η καρδιά του γίνεται άρρυθμη, νομίζει πως φτάνει το τέλος του.
Σταματάει ένα ταξί:
-Καλημέρα, πού πάμε;
-Μπουρνάζι, λέω.
Άδειοι οι δρόμοι, μόλις μπήκανε στην Ιωαννίνων κάνει νόημα στον οδηγό. Αναστροφή στην πρώτη πάροδο. Σε πέντε λεπτά πίσω στα Ιλίσια, τον άφησε έξω από την πολυκατοικία της οδού Αιγινήτου. Πλήρωσε και κατέβηκε.
Αυτή τη φορά δεν ήταν παρορμητισμός, όχι, ήταν ανάγκη για να την αγαπήσει και να αγαπηθεί από εκείνη. Να περιμένει την καλημέρα της, όπως εκείνη περιμένει το άγγιγμα της κούπας του ζεστού καφέ στα χείλη.
Να κάπως έτσι είχαν τα πράγματα στις 28 Γενάρη του 2020, το πρωί, γύρω στις δέκα.
Πήρε το ασανσέρ για τον πέμπτο. ΄Εμενε σ΄ένα διαμέρισμα ευρύχωρο και πάνω απ’ όλα διαμπερές και μεσημβρινό. Με θέα στη Μιχαλακοπούλου. Πάντα είχε ανάγκη από μπόλικο ήλιο. Για τις μέρες που ήταν χάλια. Όταν ένιωθε φυτό κι έπρεπε να φροντίσει τη χλωροφύλλη του.
Δυο υπνοδωμάτια. Και το γραφείο ή ατελιέ του. Τοσα χρόνια τώρα δεν είχε αποφασίσει πώς να το αποκαλεί όταν μιλούσε για τον εαυτό του σε τρίτους. Περάστε από το γρατελιέ μου να τα πούμε.
Γενικά δεν είναι και πολύ φίλος της ακρίβειας στους προσδιορισμούς. Δεν ήταν ποτέ.
Στις 10.30, ακούστηκε το ηχητικό σήμα του τηλεφώνου. Εκείνη θα είναι. Εκείνη έπρεπε να είναι. Εκείνη ήταν. Το πήρε απόφαση και απάντησε.
Η καλημέρα της ηχεί στο αυτί του σαν, την “παθητική” του Τσαϊκόφσκι που λατρεύει.
Που είσαι, τι κάνεις, κάθεσαι ή είσαι όρθια; Γονατιστή; Τι φοράς. Φούστα ή πανταλόνι. Είναι ζεστό το μπουφάν. Και από μέσα τι φοράς; Οχι τη ζακέτα. Τι χρώμα εσώρουχα εννοώ. Ό,τι βρήκες πρόχειρο καρδιά μου; Αλήθεια, εκείνο το φιμέ καλσόν το έχεις ακόμα;. Ε, ναι ή όλα ή τίποτα κοριτσάκι.
– Μου
– Τι μου; Με μουγκρητά θα συνεννοούμαστε γλυκιά μου;
– Με είπες κοριτσάκι…
– Καλά συγγνώμη δε θα σε ξαναβρίσω
– Βρε χαζούλι, το “μου” ξεχασες.
– Χα, χα, επίτηδες το έκανα. Για να γκρινιάξεις ψυχή μου…
– Με είπες “ψυχή σου”;
– Ναι, συγγνώμη, δεν θα επαναληφθεί.
– Άι βρε…

Είναι το κοριτσάκι του λοιπόν.
Και είναι μεσημέρι Κυριακής, ο ήλιος λούζει το σαλόνι.
Εκείνη απλωμένη νωχελικά κατά μήκος του καναπέ, σχεδόν τεντωμένη.
Έπειτα, άλλαξε στάση. Στο πλάι και ελαφρώς κουλουριασμένη.
“-Γιώργο σήμερα δεν νιώθω και πολύ καλά, ας μείνουμε μέσα. Ίσως είναι που πρόκειται να αδιαθετήσω. Να παραγγείλουμε κάτι γιατο μεσημέρι και το απόγευμα βλέπουμε.
– Ναι μωρό μου όπως νιώθεις καλύτερα εσύ.”
Έγινε πρωί, γύρω στις δέκα ο παραπάνω διάλογος.

Ήταν γλαρωμένη. Την πήρε ο ύπνος. Το βράδυ δεν κοιμήθηκε καλά. Το πήρε ο ύπνος. Το κοριτσάκι του. Εκείνος καθισμένος δίπλα στα πόδια της, της χάιδευε την πλάτη.
Μόνο με τα εσώρουχα ήταν. Συνήθιζε να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο σπίτι του, όταν η θερμοκρασία του χώρου το επέτρεπε.
Πήγε και της έφερε μια κουβέρτα. Την σκέπασε από τη μέση και κάτω. Είχε μεγάλη ευαισθησία στην κοιλιά της. Δεν θα την άφηνε να κρυώσει.

Ο Γιώργος το ήξερε κι αυτό. Ήθελε να την μαθαίνει, όσο γίνεται περισσότερο, μέρα τη μέρα.
…Να μη του κρυώσει.
Η ανάσα της βάραινε σιγά σιγά. Βαρειά, ράθυμη, ηδονική.
Συντόνισε τους χτύπους της καρδιάς του με τις αναπνοές της. Αυτό πρέπει να είναι έρωτας.
Δεν ήθελε να σκέπτεται το ενδεχόμενο να έχει κάτι σοβαρό. Αυτές οι αδιαθεσίες είχαν γίνει πιο συχνές τον τελευταίο μήνα.
Όχι, όχι αποκλείεται. Πλησίασε, της χάιδεψε τα μαλλιά κοιτάζοντάς την με μια τρυφερότητα απ’ αυτές που δύσκολα βρίσκει κανείς στην αγορά συναισθημάτων.
Το χέρι του κατέβηκε στον κατάλευκο λαιμό της και σταμάτησε στο στήθος της.
“Ελα ξεκούμπωσέ το”, τον ενθάρρυνε με τα μάτια της.
Είχε ξυπνήσει. Τα μεγάλα καστανά της μάτια τον κάρφωναν κατ΄ευθείαν στην καρδιά.
Τον τράβηξε πάνω της για φιλιά και χάδια.
Δεν ήταν ότι έμπαινε μέσα της.
Η επαφή τους ήταν κάτι πιο πολύπλοκο. Ήταν μια μυσταγωγία. Ο ένας έμπαινε μέσα στον άλλο. Πάντα. Εφαρμοστά. Το καμπύλωμα της ψυχής του ενός έβρισκε την κοιλότητα του άλλου. Κούμπωναν. Ένα γίνονταν μέχρι το τέλος της επαφής. Η ώρα του μεσημεριανού πέρασε χωρίς να το καταλάβουν.
Εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα, με τον ήλιο να αποσύρεται διακριτικά στο βάθος του ορίζοντα, πάρθηκαν γενναίες αποφάσεις για το κοινό μέλλον τους. Ένιωσαν τον έρωτα, την αγάπη, την έγνοια του ενός για τον άλλο. Αποφάσισαν να δώσουν τέλος στο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Και πήραν γενναίες αποφάσεις για τη ζωή τους.
Έπειτα, όταν ο ήλιος έσβησε μέσα στη θάλασσα, μακριά, πίσω από τους ηλιακούς και τις αντένες, έκαναν πάλι παθιασμένο έρωτα.
————————————

Την νοιάζεται, την προσέχει, της σκουπίζει τα δάκρυα όταν αυτά ξαφνικά κυλούν στα μάγουλά της, της λέει χαζά αστεία για να την κάνει να γελάσει, την ταΐζει στο στόμα όταν αυτή νιώθει αδύναμη και της χτενίζει τα μακριά της μαλλιά. Την κοιμίζει στην αγκαλιά του και δεν την αφήνει ποτέ χωρίς καλημέρα ή καληνύχτα, ποτέ χωρίς ένα λουλούδι το πρωί. Την θέλει ακόμα κι όταν είναι μαλωμένοι.
Εκείνη τον γεμίζει με χάδια και φιλιά. Φροντίζει την εμφάνιση και την ψυχή του. Τον αγαπάει, και περισσότερο όταν αυτός είναι στα κάτω του. Τον κοιμίζει μέσα στην ζεστή αγκαλιά της. Τον θέλει ατέλειωτα, με όλο της το είναι. Τον λατρεύει.
“Αυτό πρέπει να είναι αγάπη” σκέφτεται ο Γιώργος και χαμογελάει σα μικρό, χαζό παιδί.

©2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Δημήτρης Κανελλόπουλος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960 με καταγωγή από το Λαύριο Αττικής. Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Πρότυπο Γυμνάσιο το 1978. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την Γραφιστική και τις Εκδόσεις σαν ελεύθερος επαγγελματίας με δικό του γραφείο μέχρι το 2016. Μιλά άπταιστα τη Γαλλική και ικανοποιητικά την Αγγλική γλώσσα.  Περπάτημα, κινηματογράφος και ζωγραφική κυριαρχούν στον ελεύθερο χρόνο του. Έχει δυο παιδιά,την Κατερίνα και τον Κωστή. Ζει και γράφει στην Αθήνα.

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση