Διηγηματική Ιστορία
Ιστορίες και θρύλοι από την εποχή που ζούσαμε στα χωριά μας
Μερικές φορές σκέπτομαι πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μου αν δεν υπήρχαν τα παραμύθια της γιαγιάς , ή πως μεγαλώνουν τα παιδιά που δεν έχουν γνωρίσει γιαγιά , τζάκι , χωριό . Πως είναι να μην ξέρεις τι χρώμα έχει το φως της λάμπας του πετρελαίου . Εκείνο το χρώμα που τα κάνει όλα πιο κίτρινα, πιο μουντά πιο μυστηριώδη. Που δίνει την πραγματική ατμόσφαιρα στα παραμύθια. Δεν ξέρω πως μπορεί να υπάρξει το βασιλόπουλο και ο δράκος μέσα σένα δωμάτιο που φωτίζεται με λάμπες φθορίου ή αλογόνου . Αυτά τους διώχνουν και τους απομυθοποιούν.
Η λάμπα όμως ,το κερί και το τζάκι τους ζωντανεύουν . Χωρίς να το θέλεις γυρίζεις το κεφάλι σου και βλέπεις την σκιά του δράκου που μόλις γλίστρησε στο διπλανό δωμάτιο , ενώ ο αέρας κάνει την φωνή της μάγισσας να φτάνει στ’ αυτιά σου σαν τρίξιμο παραθύρου. Όλα σ’ ανατριχιάζουν . Τα πετράδια από το ραβδί του βασιλιά σαν δυο μάτια της γάτας πίσω από το πιθάρι με το λάδι. Το χλιμίντρισμα του αλόγου σαν το γκάρισμα της Μόρας μέσα στο στάβλο.
Κι εκείνη ατάραχη σαν μέντιουμ να μιλάει αργά στην τοπική διάλεκτο με τους παράξενους ιδιωματισμούς , στρίβοντας γρήγορα και με τέχνη το αδράχτι της για να μεταμορφώσει όλο το προβατίσιο μαλλί σε ζεστά πουλόβερ για τα εγγόνια. Άλλοτε πάλι παστρεύοντας αμύγδαλα για τα γιορτινά γλυκά ή σερβίροντας καυτό φασκόμηλο με ελιές και παξιμάδι για να ζεσταθούν τα σωθικά μας.
Οι κινήσεις της φλόγας κάνουν τις διαστάσεις του μικρού δωματίου να αλλάζουν . Νομίζεις ότι οι γωνιές του μετακινούνται και σε λίγο χάνεις τον προσανατολισμό σου. Περνάς σε άλλη διάσταση. Στη χώρα των παραμυθιών. Κι εμείς όλο αφτιά , μέχρι που θα αντέξουμε και ν’ αρχίσουν τα χασμουρητά.
Ήρθεν ο πρώτος ; Ρωτά η γιαγιά.
-Ναι, απαντούσαμε εμείς.
-Ήρθες πρώτε, καλώς ήρθες. Πάρε το σκαμνί και κάτσε . Να γνέψω να ξεγνέψω να κοιμηθούμε αντάμα. Με το δεύτερο χασμουρητό η γιαγιά ξαναρωτούσε. Ήρθεν ο δεύτερος; Μετά το τρίτο χασμουρητό μας έπαιρνε στην αγκαλιά και μας πήγαινε στα κρεβάτια μας λέγοντας : Πάμε τώρα να περιπέξομεν τους απεθαμένους. Αν και μερικά βράδια η γιαγιά ήταν κουρασμένη και δεν μας έλεγε παραμύθι , όλοι οι ήρωες ήταν εκεί και την περίμεναν για να τους δώσει δράση , κίνηση να τους ζωντανέψει. Άλλες φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι έβλεπα με την βοήθεια της λάμπας πάνω στις ροζιασμένες σανίδες του άβαφου ταβανιού να εξελίσσονται ολόκληρες μάχες .Στρατοί να μετακινούνται , πλοία να βυθίζονται και άλλοτε ζεστές καλοκαιρινές αμμουδιές με βαρκούλες ν’ αρμενίζουν στο σούρουπο.
Κάτω από το φως της λάμπας και με τη γιαγιά στο σπίτι δεν ήξερες πότε ένα συμβάν είναι πραγματικό και πότε όχι. Όπως ένα βράδυ του χειμώνα ξύπνησα από τα ποδοβολητά του πατέρα μου που έτρεχε πάνω κάτω στο σπίτι αναστατωμένος. Ένα τέρας είχε μπει στο κοτέτσι και σαν βρικόλακας έπινε το αίμα από τις κότες . Η περιέργειά μου δεν με κράτησε στο κρεβάτι παρ όλο το φόβο μου.
Πίσω από τον πατέρα μου που πάσχιζε με ένα στειλιάρι να το διώξει έβλεπα μόνο τη σκιά του από το φως της λάμπας . Ήταν τεράστιο μέχρι το ταβάνι του αχυρώνα , μαλλιαρό και τα μάτια του άστραφταν στο σκοτάδι σαν κίτρινα φωτάκια. Με αυτά τα δεδομένα υπολόγισα ότι τα δόντια του θα ήταν μεγάλα σαν τα παλούκια που δέναμε τις κατσίκες.
Είχε και ένα παράξενο όνομα κάτι σαν μικρή νύφη , νυφάκι , νυφίτσα δεν θυμάμαι . Μάλλον σκέφτηκα πως της το έδωσαν για να ηρεμήσουν το πνεύμα της. Στο φως της μέρας όμως και μπροστά στις πέντε πνιγμένες κότες μας , το παραμύθι χάθηκε . Ίσως το βράδυ με το φως της λάμπας , η γιαγιά να τις ξαναζωντανέψει.
Χ.Κ.
Το ντίλι ντίλι ντίλι
Ο ποντικός εσάλταρεν κι έφαγε το φιτίλι, μέσα απέ το καντήλι
που ήβλεπεν και ηκέντανε η κόρη το μαντίλι. Το ντίλι ντίλι ντίλι.
Ήρτενε και η γάτα κι ήφαγε το μποντικό που ‘φαεν το φιτίλι,
μέσα απέ το καντήλι που ήβλεπεν κι ηκέντανε η κόρη το μαντίλι.
Το ντίλι ντίλι ντίλι.
Κι ήρτενε και ο σκύλος κι ήδιωξεν τη γάτα που έφαγε τον ποντικό,
έφαγε το φιτίλι, μέσα απέ το καντήλι
που ήβλεπεν και ηκέντανε η κόρη το μαντίλι. Το ντίλι ντίλι ντίλι.
Και ήρτενε το ξύλο και ήδειρεν το σκύλο που ήδιωξεν τη γάτα
Που φαγεν το μποντικό που έφαγε το φιτίλι, μέσα απέ το καντήλι
που ήβλεπεν και ηκέντανε η κόρη το μαντίλι.
Το ντίλι ντίλι ντίλι.
Κι ήφτασεν και η φωτία κι έκαψε ντο ξύλο που ήδειρεν το σκύλο
που ήδιωξεν τη γάτα που ήφαγεν τον ποντικό ποντικό που έφαγε το φιτίλι,
μέσα απέ το καντήλι που ήβλεπεν και ηκέντανε η κόρη το μαντίλι.
Το ντίλι ντίλι ντίλι.
©2023 Μπάμπης Κοιλιάρης
Αρθρογράφος – Λογοτέχνης – Καλλιτέχνης

Πόσο όμορφο κείμενο!! Πόσο γλαφυρη περιγραφή!! Ζήσαμε για λίγο στο σπιτάκι του χωριού, που για μας τους πρωτευουσιάνους φαντάζει παραμυθένιο! Είδαμε τη γιαγιά να γνέθει, ακούσαμε το παραμυθι της και τρομάξαμε με την πελωρια, κατά τα λεγόμενα, νυφίτσα. Δε θα σχολιάσω το ντιλι ντιλι… Επιστροφή στα παιδικα μας χρόνια!! 🥰
Συγχαρητήρια θερμά κύριε Κοιλιάρη, μας ταξιδέψετε στο χρόνο με επιτυχία!! 🌹
Με συγκινήσατε αγαπητή Καλλιόπη. Σας ευχαριστώ θερμά για τα καλά σας λόγια – πολύτιμα πετράδια – .. Ξέρετε, αυτά είναι τα καύσιμα της χρονομηχανής μου και σας ευχαριστώ που μου την ανεφοδιάζεται με αυτό τον τρόπο…