Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Δεύτερο μέρος

Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Δεύτερο μέρος

Διηγηματική Ιστορία – Μέρος δεύτερο

Φώναξε γεμάτη τρόμο η κυρία Αβίωτου και άρχισε να πηγαινοέρχετε ψάχνοντας το τηλέφωνο. Ο κύριος Ενάρετος κοίταξε γεμάτος ντροπή τη γυναίκα του και της υπενθύμισε ότι το τηλέφωνο ήταν κομμένο. Ο Ιούλιος Αβίωτος παράτησε την Πολετίν και βάλθηκε να προσφέρει λίγο νερό στον αδελφό του. Η Πολετίν τον ακολούθησε με ύφος μαραμένου άνθους.
«Μα επιτέλους, που είναι το τηλέφωνο!» ούρλιαξε με αγανάκτηση ο Κύριος Αβίωτος .
«Χάλασε!» αποκρίθηκε ο κύριος Ενάρετος, φοβούμενος να μην αποκαλυφθεί η κατάσταση τους. Ώσπου στο τέλος, ο Βίος Αβίωτος κατέληξε στο κρεβάτι του ξενώνα με δύσπνοια.
«Πλέον κυριολεκτικά είσαι αβίωτος» αστειεύτηκε καθούμενος δίπλα του ο μικρός αδελφός.

Η Ψυχούλα δραπέτευσε και περιπλανήθηκε ανάμεσα στα δέντρα του κήπου σκεπτόμενη και απορημένη για το τί έγινε λάθος. Όχι μόνο δεν προκάλεσε απέχθεια στον καημένο μας Βίο, αλλά κατάφερε να τον κρατήσει περεταίρω στους τοίχους αυτού εδώ του σπιτιού. Πόσες θυσίες θα έπρεπε να κάνει για να γλιτώσει την οικογένεια της από την χρεωκοπία. Επιπλέον πρόσεξε την απότομη αλλαγή της Πολετίν, που ξαφνικά έμοιαζε να μαγεύτηκε.
Σατανικά πράγματα… είπε μέσα της και ευθύς σταυροκοπήθηκε. Η Πολετίν βρέθηκε μ΄ένα ζωηρό σάλτο δίπλα της. Η Ψυχούλα δεν την κοίταξε. Δε μίλησε. Μια έντονη μελαγχολία σχηματίστηκε στο πρόσωπο της, ενώ εκείνο της Πολετίν έλαμπε ακόμα από την έξαψη και τη χαρά της γνωριμίας.
«Τι έχεις;»
«Εγώ τίποτα. Μάλλον εσύ έχεις κάτι»
«Ο! Καλή μου Ψυχούλα…» είπε και έγειρε σαν παιδάκι στον ώμο της
«Η ζωή δεν είναι όσο σκληρή μας φαίνεται. Τα πάντα ρει…»
Η τελευταία της φράση ακούστηκε σαν ποιητικός ψίθυρος. Η Ψυχούλα κοίταξε πάνω από τον ώμο της και ένιωσε τα μάγουλα της να πυρώνουν από ζήλεια. Ένιωσε την καρδιά της να πονά πάλι μετά από καιρό.
«Όντως …» είπε πάνω στην τρέλα της στιγμής. Και αυτό που θα μπορούσε να τη συνεφέρει, δεν θα ήταν σίγουρα το αντίδοτο της ζήλειας.
………………………………

Πέρασαν δύο κιόλας μέρες , όταν πια ο Ιούλιος Αβίωτος επέστρεψε στις μελέτες του. Από το βράδυ της γνωριμίας δεν αντάλλαξαν ούτε μία κουβέντα με την δεσποινίδα Σερεζέν, όμως εκείνη έμοιαζε ακόμα να ακροβατεί μεθυσμένη σ΄ένα όνειρο. Ωστόσο η ζωή στη μικρή αυτή πόλη κυλούσε και τα νέα ταξίδευαν πολύ γρήγορα. Από το σπίτι στην τοπική εφημερίδα και από εκεί στα χέρια του μικρού υπάλληλου των ΘΑΥΜΑΤΩΝ.
« Είναι τρομερό» μούγκρισε διπλώνοντας την εφημερίδα στη μέση. Φοβόταν πως το γεγονός θα έφτανε στο σημείο να αποκαλυφθεί το Μαγαζάκι των θαυμάτων. Τι τρομερό! Όλοι οι πελάτες, διασχισμένοι, απογοητευμένοι, απατημένοι, ερωτευμένοι, θα εξανεμίζονταν και η επιχείρηση θα έκλεινε σε ανύποπτο χρόνο. Ω! συμφορά!
Προσπάθησε να συνέλθει. Εκείνο το δροσερό πρωί στο μικρό καφενεδάκι ΓΑΛΙΆΝΔΡΑ έμοιαζε με σκηνικό που παιζόταν στο θερινό σινεμά. Σε μισή ώρα το μαγαζάκι των θαυμάτων έπρεπε ν΄ανοίξει και οι πελάτες σαφώς δε θα περίμεναν.
Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ και κοίταξε τριγύρω καχύποπτος. Πήρε την εφημερίδα του παραμάσχαλα και άρχιζε μα βαδίζει βιαστικός μέσα στο τσούρμο των ανθρώπων. Όλοι του φαίνονταν ύποπτοι. Όλοι τον κοίταζαν. Σε τι αγωνία βρέθηκε ο καημένος. Έστριψε μέσα στη μικρή στοά όπου πουλιούνταν όλα τα φρέσκα μυρωδικά. Σε λίγο θα εξαφανιζόταν και δε θα τον έβλεπε πια κανείς. Καημένε ανθρωπάκο! Ποιος να σου το έλεγε.
«Ό…! Τι ευχάριστη συνάντηση»
Ο πωλητής των θαυμάτων ίσα που πρόλαβε να μη σκοντάψει επάνω πάνω στην ξανθιά κοπέλα.
«Δεσποινίς Ενάρετη! Είμαι πολύ χαρούμενος που σε βλέπω»
Η Ψυχούλα χαμογελούσε σαν κατακτητής που μόλις πάτησε έδαφος.
«Βλέπω πως είστε καθ’ οδόν για το μαγαζί»
Ο νεαρός πωλητής ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν στην όψη της.
«Σας παρακαλώ πολύ. Η δουλειά μου είναι πολύ επείγουσα. Πρέπει να πάω…»
«Στους κερατάδες» πρόλαβε να πει εκείνη με μια μικρή δόση πικρίας .
«Κυρία μου» είπε ο πωλητής καθώς διόρθωνε την γραβάτα του νευρικός «Είστε πολύ ευέξαπτη. Το μαγαζί μας δημιουργήθηκε για να θεραπεύει πονεμένους θαμώνες»
«Και τώρα πας εκεί;»
Είπε η Ψυχούλα με το σκανταλιάρικο βλέμμα ενός παιδιού. Ο ανθρωπάκος δίπλα της κατάλαβε χωρίς πολλές προστριβές τι ακριβώς αποζητούσε η δεσποινίς Ενάρετη. Της έγνεψε να τον ακολουθήσει διακριτικά. Η Ψυχούλα μας βάδιζε χαρούμενη δύο μέτρα πίσω από τον υπάλληλο του πιο περιζήτητου μαγαζιού, όπου κοσμικοί και κατώτεροι έσπευδαν για να βρουν το θαύμα. Αναρωτιόταν, τι ακριβώς πήγε λάθος με το φίλτρο της απέχθειας – που το δίχως άλλο άφησε στον τόπο τον νεαρό Αβίωτο. Περπάτησαν πολύ. Βρέθηκαν μπροστά σε μια μεγάλη αυλόπορτα μιας εγκαταλελειμμένης πλακόστρωτης αυλής. Μια κληματαριά απλωνόταν κατά μήκος του φράχτη και με τον καιρό έπλεξε τα άκρα της στην πόρτα. Ο υπαλληλάκος κοίταξε γύρω με χίλιες προφυλάξεις και με κόπο την έσπρωξε.
«Περιμένετε να περάσω μέσα πρώτος. Τι όνομα θέλετε να δώσω;»
«Παυλίνα Σερζίνη»
Είπε η Ψυχούλα με ένα ζωηρό πετάρισμα των ματιών της.
Αν και ο πωλητής γνώριζε το πραγματικό όνομα το αποδέχτηκε ως είχε. Πέρασε από το μικρό άνοιγμα ανάμεσα στις δύο πόρτες και χάθηκε στην πλάγια μεριά του κτηρίου. Η Ψυχούλα τον ακολούθησε δισταχτική. Σαφέστατα, αυτό το κτήριο ήταν το μαιευτήριο όπου και οι δύο γονείς της είχαν γεννηθεί και που πια δε θύμιζε σε τίποτα την ένδοξη ιστορία του. Το κτήριο ήταν άδειο. Οι γαλάζιοι τοίχοι έφεγγαν ολόφωτοι στο φως της ημέρας. Μια μικρή σκάλα οδηγούσε στο δεύτερο όροφο. Η Ψυχούλα σκέφτηκε να ανέβει γρήγορα. Όμως δυό αντρικές φιγούρες εθεάθησαν να κατεβαίνουν ξαφνικά.
Η Ψυχούλα κρύφτηκε σε μία από της κολώνες και κρυφάκουσε την συζήτηση.
«….σας το λέω με σιγουριά κύριε Αβίωτε. Σας δώσαμε σαφείς οδηγίες για το φίλτρο της σαγήνης. Πιθανόν να έπεσε μια σταγόνα λιγότερη»
«Και τώρα; Πιστεύετε ότι με αυτό το νέο ελιξίριο θα καταφέρω να τη γαλουχήσω;»
Ακούστηκε ένα γελάκι που ήχησε σε όλο το μήκος του κτηρίου.
«Μικρά βήματα αγαπητέ μου. Μικρά και σταθερά»
Η Ψυχούλα έπνιξε ένα σορό από χαρούμενα ξεφωνητά μ΄ένα πλατύ χαμόγελο.
«Πολετίν… Πολετίν, γλυκιά μου Πολετίν»
Όπως αμέσως πλην σαφώς διανοηθήκαμε, η Πολετίν θεωρήθηκε το υποψήφιο θύμα, που άθελα του ο Βίος Αβίωτος έστρεψε προς τον αδελφό του. Τι αγαλλίαση ήταν αυτή, πράγματί, για την κατεργάρα μας τη Ψυχούλα.
«Θα ήθελα να μ΄ενημερώσετε έγκυρα για την επόμενη συνάντηση σας»
«Μείνετε ήσυχος κύριε Αβίωτε. Οι υπάλληλοι μας θα σας βρουν»
Μετά από αυτό το ευτυχές σκηνικό η Ψυχούλα αγόρασε ένα μικρό ξύλινο κουτί με δέκα ολόκληρα φίλτρα διαφορετικής δράσεως και θα έπρεπε να έχει μάτια δεκατέσσερα για να μη στείλει άλλο ένα της θύμα στο γιατρό.

Επέστρεψε σπίτι της τρισευτυχισμένη και τρύπωσε στο δωμάτιο πριν αντιληφθεί κάποιος το ξύλινο κουτάκι που κρατούσε παραμάσχαλα. Πλησίαζε η ώρα του δείπνου. Η ανθοστολισμένη κυρία Ενάρετη, σέρβιρε λίγο λαγό στο πιάτο του συζύγου της και του υπενθύμισε ότι πρέπει να καλέσουν εκ νέου τους Αβίωτους για να ξεχαστεί η ντροπή της νύχτας εκείνης. Η Ψυχούλα κοίταξε με τα πονηρά της μάτια την Πολετίν. Στο πρόσωπο της είχε χαθεί πια η επήρεια της σαγήνης. Στο μυαλό της έφτιαχνε χίλια σενάρια. Η Πολετίν στεκόταν νύφη δίπλα στο Βίο Αβίωτο και εκείνη, για να γίνει το σενάριο καλύτερο, βάδιζε σαν Βεντέτα του σινεμά δίπλα στον Ιούλιο. Η Πολετίν την Κοίταξε συνοφρυωμένη να περιστρέφει το πιρούνι και να ταξιδεύει, ο Θεός ξέρει που.

 

©2023 Μαρία Μίγκλη

Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

Αφήστε μια απάντηση