Ο Γιώργος Τσιβελέκος διάβασε και προτείνει το μυθιστόρημα “Πικραλίδες” του Στάθη Μασκαλίδη

Ο Γιώργος Τσιβελέκος διάβασε και προτείνει το μυθιστόρημα “Πικραλίδες” του Στάθη Μασκαλίδη

Ήδη στον συμβολικό τίτλο του νέου βιβλίου του συγγραφέα Στάθη Μασκαλίδη Πικραλίδες (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κομνηνός) το στοιχείο της φύσης είναι έντονο. Ωστόσο, ο αναγνώστης δεν μπορεί να προβλέψει τη θέση που μπορεί να έχει εντός των σελίδων του βιβλίου. Μόνο όταν ξεκινήσει την ανάγνωση, θα αντιληφθεί πως η φύση συμμετέχει και συνοδεύει σε κάθε στιγμή, σκέψη και συναίσθημα τους ήρωες του βιβλίου, είτε αυτοί βρίσκονται στο παρόν είτε στο παρελθόν – ο αναγνώστης παρακολουθεί εναλλάξ τη ζωή των ηρώων, κυρίως του Σώτου, το πρόσωπο που αφηγείται και την ιστορία (πρωτοπρόσωπη αφήγηση), μια ιστορία που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αληθινή, όταν ήταν νεαροί από τη μια πλευρά και περίπου σαράντα ετών από την άλλη. Και το έντονο αυτό στοιχείο της φύσης δεν προσδίδει απλώς περισσότερο βάθος, καλύτερη απεικόνιση της εκάστοτε διάθεσης του κεντρικού ήρωα και μεγαλύτερη ταύτιση, αφού μέσω εικόνων και ήχων που είναι οικεία σε όλους (ο ήλιος που είναι κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα, σύννεφα που φεύγουν, φίδια που αλλάζουν δέρμα, πικραλίδες που με ένα απλό φύσηγμα σκορπίζονται στους πέντε ανέμους, βατράχια που κοάζουν κ.α.) μπορούμε να έρθουμε πιο κοντά στον χαρακτήρα, αλλά αποκτά και το ίδιο διαφορετικά νοήματα, νέους συμβολισμούς και σημαινόμενα υπό το πρίσμα των προσλαμβανουσών του ήρωα. Η φύση δε γίνεται μόνο κοινωνός στο δράμα του Σώτου, αλλά το επικοινωνεί κιόλας.

Φυσικά, για να επιτευχθεί όλη η διαδικασία που μόλις αναφέρθηκε, χρειάζεται μια λυρική γραφή με έντονη εικονοπλαστική δεινότητα, ευαισθησία, παρατηριτικότητα, φαντασία και δυνατή περιγραφή. Κι αυτά ακριβώς τα στοιχεία διαθέτει ο συγγραφέας στον μέγιστο βαθμό. Με την άκρως λυρική, σχεδόν ποιητική, ή μάλλον σε πολλά σημεία καθαρά ποιητική γραφή του προκαλεί τον θαυμασμό. Το λεξιλόγιο, δε, που χρησιμοποιεί προς αυτήν την κατεύθυνση είναι πλούσιο, κάποιες φορές έως και λόγιο, χωρίς να δυσκολεύει τον αναγνώστη στην ανάγνωση και κατανόηση του κειμένου, απλώς προσφέροντάς του την ευκαιρία να μάθει ή να θυμηθεί ενδεχομένως κάποιες λέξεις, λέξεις που δε γνώριζε ή είχε ξεχασμένες στο μυαλό του. Αυτά τα στοιχεία στην πένα του συγγραφέα ήταν εμφανή και στο πρώτο του έργο, που φέρει τον τίτλο Σαν φυσάει ο Βαρδάρης (εκδόσεις Υδροπλάνο), αλλά στο δεύτερο έργο του είναι ακόμα πιο διάχυτα, καλοδουλεμένα και έντονα, δηλώνοντας μια σημαντική εξέλιξη και πρόοδο ως προς τον τρόπο γραφής του.

Πριν τη συνέχεια της παρουσίασης-άποψης-κριτικής, παρατίθενται οι δυόμισι πρώτες μόλις σελίδες του βιβλίου προς δείγμα και απόδειξη των παραπάνω λεγόμενων:

Ήτανε μια εποχή που κυλιόμουν σε άσπιλα από τα πατήματα ανθρώπων λιβάδια, που ξάπλωνα ανάσκελα σε στρώμα χλοερό, κοιτάζοντας τον ουρανό, εκστασιασμένος από τα τιτιβίσματα των πουλιών και τις όμορφες τρίλιες που σκαρφίζονταν οι πετούμενοι αοιδοί.
Ενώ παρατηρούσα τα σύννεφα να ζωγραφίζουν με πινελιές γκριζαρισμένες ή και λευκές αριστοτεχνήματα καλύτερα και από έργα των πιο φημισμένων εικαστικών, έβαζα στον νου μου ονείρατα μεγάλα, που ποτέ δεν πραγματοποιούσα, γιατί πιο πολύ μου άρεσε να τα φαντάζομαι, παρά να πασχίζω να τα υλοποιήσω.
Είναι που μέσα μου εμφώλευε η αναβλητικότητα, αυτή που έκανε τα ποθητά μου να ματαιώνονται. Θαρρείς και με έπνιγε το βουνό σαν κοιτούσα στου Γράμμου τις κατάφυτες κορυφές, που ολόλευκες παραμένανε για τρεις από τις εποχές του χρόνου. Ίσως να φταίει που με ψυχοπλάκωνε ο φόβος του αγνώστου, ίσως πάλι να σκιαζόμουνα από τον τρόμο του γνώριμου, κατά πώς φαινόταν, ριζικού μου.
Έδινα, όμως, υπόσχεση νοερή -για να μη μ’ ακούσει η παρέα μου- πως κάποτε θα φτάσω σε εκείνη την κορυφή, για να ανασάνω τον καθάριο αέρα της απελεύθερης από τις ηθικές δεσμεύσεις. Και εξεγείρετο το μέσα μου και ένιωθα τις φλέβες στους κροτάφους μου να ηχούν δυνατά, και την ώρα που Ερινύες ακάλεστες με ζώνανε, υποσχόμουν, χωρίς να το πολυπιστεύω, πως καλύτερη συμπεριφορά θα έχω με τα πλάσματα που αδύναμα γεννιούνται στον γεμάτο ανισότητες ετούτο κόσμο. Οι φίλοι μου καπνίζανε τσιγάρα Camel και σχηματίζανε με τα επιδέξια γυρίσματα των χειλιών τολύπες καθώς εγώ μασούσα τον μίσχο από τα στάρια, λίγο πριν κιτρινίσουν και ετοιμαστούν να παραδοθούν στον θερισμό.
Μου άρεσε πολύ η αίσθηση της ανωτερότητας, λάτρευα να διασχίζω τη χλόη και να λυγάνε οι θαλλοί μπρος στο διάβα μου, κι αν απαντούσα στο πέρασμά μου κανένα έντομο μικρό και αδύναμο, δεν το είχα σε τίποτα να το συνθλίψω με το παπούτσι μου. Μα απ’ όλα πιο πολύ μου άρεσε να τυραγνάω τις πικραλίδες. Θαρρώ πως πιο αδύναμο και φοβισμένο δημιούργημα από δαύτες δεν έπλασε η φύση. Στα χέρια μου τις έπιανα, κόβοντας με ευκολία τον ευαίσθητό τους βλαστό, και στη στιγμή τις έβλεπα να εξανεμίζονται μπρος στα μάτια μου με ένα μου μονάχα ξέπνοο φύσημα. Τότε ήταν που αναρωτιόμουν ποια θα μπορούσε να είναι άραγε η χρησιμότητά τους. Αλήθεια, πώς επιβίωσαν στο πέρασμα του χρόνου με τόσο εύπλαστη δομή; Με αφορμή αυτά τα ερωτήματα, ήταν που ανέτρεχαν στην ταξιδιάρα μνήμη μου οι εικόνες από το παρελθόν, οι στιχομυθίες των μεσοκαιριτών στα καφενεία με τις ξύλινες καρέκλες και τα μεταλλικά ορθογώνια τραπέζια – τα ανοιχτόχρωμα και σε μεριές μεριές ξεθωριασμένα. Όλοι τους υποστήριζαν ομόθυμα πως τις πικραλίδες δεν τις θέλουν στους αγρούς, μήτε και στους κήπους τους, γιατί εμποδίζουν τα φυτά να αναπτυχθούν και το κακό που κάνουν είναι μεγάλο.
Ύστερα, έτσι στα ξαφνικά, συνειρμικά, από τη λήθη ξυπνάγανε τα λόγια της προγιαγιάς μου –που τυχερός στάθηκα και την πρόλαβα– να λέει με φωνή μπάσα και κάπως διακεκομμένη από την αδύναμη να αρθρώσει καλά γλώσσα της. Το «ταραξάκο», που αργότερα έμαθα πως είναι η άλλη ονομασία της πικραλίδας, είναι θαυματουργό φυτό με ιδιότητες ξεχωριστές. Βάλσαμο για πολλές αρρώστιες.
Δεν ξεχνώ πως πάντα φύλαγε σε ένα βαζάκι λίγο από το βότανο αυτό, το «τόσο μαγικό» όπως έλεγε. Μόνο που δεν έμοιαζε με δαύτους τους θυσάνους που διαλύονται με το παραμικρό θρόισμα, μα με ένα δυναμικό φυτό με άνθος κιτρινωπό. Ένα άνθος που μόνο όταν μαραινόταν σχηματιζόταν ένα λευκό κουκούλι σπόρων, αυτό που εμένα τόσο πολύ με προσέλκυε. Τα νοσταλγικά εκείνα καλοκαίρια, αλλά και λίγο νωρίτερα, λίγο πριν η ευωδιαστή άνοιξη αποχαιρετίσει δακρύβρεχτα με εποχικές μπόρες τη συντροφιά του καρπερού χρόνου, θυμάμαι πως βαριόμουνα να παρακολουθώ τα μαθήματα, πως η σκέψη μου ήταν αδύνατον να μείνει συγκεντρωμένη στη διδαχή των καθηγητών μου. Απ’ όλες εκείνες τις ανιαρές ημέρες ποτέ δεν θα λησμονήσω μία τους, που έμελλε να γίνει καθοριστική. Βίωσα μια εμπειρία που με σημάδεψε! Τρίτη θυμούμαι ήτανε κι εγώ κοιτούσα έξω από το παράθυρο της τάξης, ζωσμένος από την ανυπομονησία να αποδράσω…

Όσον αφορά στην υπόθεση, μπορεί να πρόκειται για μια παρέα φίλων η οποία σιγά σιγά καταστρέφεται, εξαιτίας του έρωτα που έχουν οι φίλοι για μια γυναίκα, τη Φανή, με πολύ βαριές συνέπειες, αλλά περισσότερο, θα μπορούσαμε να πούμε, πως πρόκειται για ένα ψυχογράφημα. Η ζήλεια, η θέληση της υπεροχής, η εκδίκηση, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, ο πόνος, η προδοσία, το λάθος, η τάση φυγής, το πάθος, ο ανεκπλήρωτος, ακατάκτητος έρωτας, το πένθος, η μετάνοια, οι τύψεις, οι ενοχές, η μοναξιά, ο αλκοολισμός, η νοσταλγία, η ελπίδα και πολλά άλλα αποτυπώνονται στο χαρτί με θαυμάσιο, αληθινό τρόπο, ζωγραφίζοντας τον καμβά της ψυχολογίας του κεντρικού ήρωα, του Σώτου, τόσο αυτόν του παρελθόντος όσο και του παρόντος… Δεν πρόκειται για εύκολο ανάγνωσμα –έχει αρκετές απαιτήσεις–, αλλά αξίζει κανείς να εντρυφήσει σε αυτό με την ανάλογη συγκέντρωση και προσοχή. Στο τέλος του αναγνώσματος θα νιώσει λύτρωση.

Στο τέλος, με τις εξηγήσεις που δίνει η Φανή (η κοπέλα με την οποία ήταν ερωτευμένος ο Σώτος σε ένα σχεδόν άρρωστο και εμμονικό σημείο, αλλά και με πολλή αγάπη μέσα του) στον Σώτο, θα μπορούσαμε να πούμε πως γίνεται άλλο ένα ψυχογράφημα, υπό το πρίσμα του οποίου αυτήν τη φορά μπορούμε να εξηγήσουμε και να δικαιολογήσουμε τα κίνητρα, τη συμπεριφορά, τα λόγια και τις πράξεις της κοπέλας, αποτελώντας φυσικά μια έκπληξη… Όπως έκπληξη προκαλεί και μια άλλη σημαντική αποκάλυψη που δείχνει πως η αληθινή αγάπη έχει απίστευτη δύναμη, ιαματική, ελπιδοφόρα. Πως η αληθινή αγάπη, αυτή που υπομένει και επιμένει σιωπηλά, τελικά παίρνει αυτό που της αξίζει, λαμβάνει το μερίδιο αγάπης που έχει προσφέρει, παρά τις όποιες δυσκολίες και αντιξοότητες…

©2024 Γιώργος Τσιβελέκος
Λογοτέχνης – Επιμελητής βιβλίων – Αρθρογράφος

Γιώργος Τσιβελέκος

ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ - ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ Ο Γιώργος Τσιβελέκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997. Έχει σπουδάσει Κοινωνιολογία με κατεύθυνση Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει κάνει μεταπτυχιακό στο αντικείμενο της Δημιουργικής Γραφής του τομέα Λογοτεχνίας και Γλωσσολογίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με τη σύμπραξη του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Για δύο χρόνια διετέλεσε μέλος της οργανωτικής επιτροπής των σεμιναρίων «Έγκλημα και Κινηματογράφος» του Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας. Επαγγελματικά ασχολείται με μια χειρωνακτική εργασία και την επιμέλεια-διόρθωση βιβλίων. Ποιήματα, διηγήματα, καθώς και τρία από τα βιβλία του έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε έγκριτους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Με τα διηγήματα «Άγγελος με διαβολικό χαμόγελο» (The dark legends of the world, Διάνοια, 2024), «Μια λέξη... χίλιες εικόνες» (Μια εικόνα... 2.000 λέξεις, ΧΕΝ Παιανίας, 2024), «Απρίλιος 2037 μ.Χ.» (Στιγμές έμπνευσης, τόμος Ι, Κέφαλος, 2024) και «Η κληρονομιά» (Ταξίδια από χαρτί, Skillbox, 2019), καθώς επίσης και με το χριστουγεννιάτικο παραμύθι «Μόνος στο σπίτι τα Χριστούγεννα» (Η ανθολογία των Χριστουγέννων, τόμος Ι, Κέφαλος, 2023) έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες. Κατά καιρούς, δημοσιεύονται ποιήματα και άρθρα του σε διάφορους ιστότοπους, όπως το blog των εκδόσεων Γλαύκα και το Hello Radio, όπου είναι και μέλος της κριτικής επιτροπής των μαθητικών διαγωνισμών που διοργανώνονται. Το Official Music Video «Η πιο όμορφη εικόνα» έχει σαν κατακλείδα το ομώνυμο ποίημά του. Επίσης, στο YouTube κυκλοφορούν τραγούδια σε στίχους δικούς του. Εργογραφία: • Ο μικρός δασοφύλακας, Κέφαλος, 2024 • Παραμένων έρωτας, Sueño Books, 2024 • Ποιήματα σαν μπονσάι / 192 χαϊκού + 8 τάνκα, Sueño Books, 2023 • Οι τρεις μικροί Άι Βασίληδες, Ελκυστής, 2022 • Έρως νικημένε μάχαν, Οσελότος, 2022 •Ο επιμένων έρωτας νικά, Οσελότος, 2021.