Βιβλίο
Ίσως μετά από αυτά τα συμβάντα, τα επόμενα να έπονταν χειρότερα. Όμως ο άνεμος δεν μένει ποτέ σταθερός, ούτε και οι άνθρωποι. Η Ψυχούλα δεν φοβότανε και το απέδειξε περίτρανα στην χριστουγεννιάτικη λειτουργία ενώπιον όλων.
Επί δυο μέρες, ο γέρος Αβίωτος την επισκέφτηκε δηλώνοντας απελπισμένος ότι ο ιός του δεν είχε καμιά σχέση με την επίθεση. Δεν δέχτηκε να τον δει καμία από αυτές. Καθάριζε τις πληγές στον καθρέφτη της όσο οι δηλώσεις και τα ξεφωνητά έφταναν στα αυτιά της. Παρόλα αυτά – Θεέ και κύριε! – η Ψυχούλα μας στο πίσω μέρος του μυαλό της πίστευε πώς όλα αυτά γίνανε για την Πολετίν και κείνη ήταν απλά μάρτυρας στο βωμό της φιλία τους.
Αποφάσισε να την επισκεφτεί στο νοσοκομείο. Έδεσε ένα μαντίλι γύρω από το πρόσωπο της και φόρεσε ένα καπέλο για να μην την αναγνωρίσουν. Μόλις λίγα βήματα από το θάλαμο, μια νοσοκόμα την σταμάτησε και τη ρώτησε τι ακριβώς έψαχνε. Η ψυχούλα έβγαλε διακριτικά το μαντήλι. Και σαν να το ήθελαν οι ίδιοι οι άγγελοι στον ουρανό να την αφυπνίσουν το βλέμμα της πρόλαβε το άνοιγμα της πόρτας.
Ένας δίμετρος άντρας με καπέλο και μακριά καπαρντίνα γλίστρησε στο διάδρομο και απομακρύνθηκε βιαστικός.
«Ποιος είναι αυτός;»
Είπε καρφώνοντας τον με το δάχτυλο του χεριού της. Η νοσοκόμα είπε ότι δεν τον έχει δει διότι η βάρδια της μόλις άρχισε. Έπειτα της έγνεψε με χαμόγελο φεύγοντας και την άφησε να περάσει. Η ψυχούλα σιώπησε για λίγο και μετά από κλάσματα δευτερόλεπτόν ξεφώνισε ταραγμένη. Για μία μόνο φορά στη ζωή της αντίκρισε την ετικέτα με τον Ελβετικό σταυρό στο γείσο του καπέλου. Όρμησε όπως οι βάρβαροι στη μάχη και παραλίγο να γκρεμοτσακιστεί στην πόρτα του θαλάμου 10. Η Πολετίν την κοίταξε – αδύναμη ακόμα – από το κρεβάτι της. Η Ψυχούλα ξεφύσησέ από ανακούφιση.
«Πολέτ, τι καλά που σε βρίσκω ζωντανή. Συμβαίνουν τρομερά πράγματα» κάθισε δίπλα στο κρεβάτι και της χαμογέλασε με την στοργή που θα έδειχνε κάποια μεγαλύτερη αδελφή «Ανακάλυψα πως ο Βαγιανός ενδιαφέρεται για μια άλλη γυναίκα. Και δεν κατάφερα να αποτρέψω ότι έγινε. Όμως καλή μου! Πως θα μπορούσα να σου κλέψω αυτή την μεγάλη τύχη;».
Το υγρό βλέμμα της Πολετίν δεν άλλαζε. Έκρυβε χίλιες σταγόνες από δάκρυα μετάνοιάς. Η ψυχούλα σηκώθηκε πάνω και συνέχιζέ πασίχαρη να διαγράφει κύκλους και να αφηγείται το τελευταία δρόμενα.
«Μέχρι χτες πίστευα ότι ένας παράλογος έρωτας μπορεί να μας χωρίσει» γέλασε.
«Πως θα μπορούσα να φανταστώ ότι όλο αυτό το προξενιό αφορούσε αποκλειστικά εσένα. Ομολογώ, όταν ο Ιούλιος σε πλησίασε τρελάθηκα από τη ζήλια. Και θέλω να με συγχωρέσεις για ότι πέρασες αδελφή μου. Αυτή η ιστορία με τα φίλτρα είναι πέραν της φαντασίας. Πριν λίγο νόμιζα ότι ο θαυματοποιός ήταν εδώ μαζί σου».
Σταμάτησε με την πλάτη γυρισμένη προς την παιδική της φίλη και τράβηξε ένα- ένα τα δάχτυλα από το γάντι της, που πάντα ξεχνούσε να βγάλει.
Ήτανε…
Η αδύναμη φωνή της Πολετίν έκοψε σαν πάγος την σάρκα της. Η ψυχούλα στράφηκε με ορθάνοιχτα μάτια προς το μέρος της. Ζητούσαν να μάθουν. Τι ήταν; Ποιος; Που; Τι γίνεται τέλος πάντων.
Συνέχιζε να την κοιτάζει και το βλέμμα της τώρα έμοιαζε ίδιο με το βλέμμα του πληγωμένου λέοντα. Δεν χρειαζόταν να ζητήσει εξηγήσεις με το στόμα.
«Συγχωρέσε με Ψυχούλα» είπε η Πολετίν, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλίσουν
«Δεν ήταν ο Βίος αυτός που ενδιαφέρθηκε για σένα. Ο Ιούλιος, που να πάρει… Όμως οι διαθέσεις του, δεν ήταν καλές. Όταν το έμαθε ο Βίος έφριξε, μου ζητούσε βοήθεια. Και εγώ ήθελα τον Ιούλιο μόνο για μένα. Δεν είχα άλλη λύση».
«Άρα το πρώτο φίλτρο που αγόρασα ήταν για τον Ιούλιο. Μόνο που δεν κινδύνεψε ο ίδιος».
Μούγκρισε η Ψυχή νιώθοντας τον πόνο της προδοσίας.
«Μπαινόβγαινα στο σπίτι των Αβίωτων προτού έρθουν σε εσένα. Ο Βίος αγόραζε φίλτρα από τους υπαλλήλους του μαγαζιού. Όταν ο θαυματοποιός σε είδε με τον υπάλληλο του, είπε στο Βίο πως τριγυρνάς με κάποιον άντρα. Για να προστατέψει το μαγαζί…»
«…και να καλυφθεί ο ίδιος».
Η Ψυχούλα άφριζε. Μόλις πριν λίγο ήταν έτοιμη να κατηγορήσει τον εαυτό της. Τώρα πλέον δεν άξιζε.
Ποιος είναι… Σε ρωτάω κάτι. Απαιτώ να μάθω ποιος είναι!
Αντί για απάντηση η Πολετίν ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Την ικέτεψε να μη φύγει. Όμως εκείνη όρμησε έξω και κατευθύνθηκε προς τη στάση των Αδελφών. Εκείνο το απόγευμα το ημερολόγιο της ζωής της σημείωσε μια ηρωική έξοδο. Μάζεψε τα πράγματα της και δήλωσε στους τρομαγμένους γονείς της ότι φεύγει για το Παρίσι, ότι αρκετά έπαιξαν με τη ζωή της και ότι της άξιζε να αγαπηθεί. Ευχόταν τα λεφτά και οι επιχειρήσεις τον Αβίωτων να πιάσουν φωτιά και να γίνουν στάχτη σε ένα βράδυ. Όσο για την Πολετίν, μπορούσε να χαρεί τον έρωτα της άφοβα. Λίγο πριν αναχωρήσει άρπαξε το κουτί με τα φίλτρα και τα έσπασε με μια κίνηση στο πάτωμα. Εκείνα αναμίχτηκαν και άνοιξαν μια πελώρια τρύπα στο Ινδικό χαλί.
Εξαφανίστηκε για εφτά ολόκληρες μέρες χωρίς κανένα σημείο ζωής. Την όγδοη ένα ταξί την μετέφερε έξω από το αεροδρόμιο. Μα τι θράσος που το είχε αυτός ο άνθρωπος! Μετά από όλο τον μπελά που της προκάλεσε βρέθηκε πάλι στα βήματα της.
«Ψυχούλα. Μην με αποφεύγεις σε παρακαλώ. Είναι ανάγκη να σου μιλήσω».
Καμία διάθεση δεν έκρυβε η Ψυχούλα μέσα στη δική της ατίθαση ψυχούλα. Θα ορκιζόταν πως ότι άκουγε θα μπαινόβγαινε από τα αυτιά της την ίδια στιγμή.
-Μου προσφέρανε μια καλή δουλειά στο Παρίσι. Λυπάμαι για την τροπή που πήραν τα πράγματα. Να ξέρετε όμως, πως δεν έχω δεκάρα.
-Δεν με ενδιαφέρει, ακόμα και αν δεν έχεις πλέον τίποτα.
Ο Βαγιανός Αβίωτος είδε την εφημερίδα που κράταγε σφικτά κάτω από τη μασχάλη της. Στη φωτογραφία εικονιζόταν ο Δημήτρης Ελαφάκος.
Ο τίτλος έγραφε:
‘ΣΥΝΕΛΉΦΘΗ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΌΣ.
Ο ΜΕΓΑΛΈΜΠΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΠΊΔΩΝ ΈΧΕΙ ΌΝΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΌΣΩΠΟ . “ΤΟ ΜΑΓΑΖΊ ΤΩΝ ΘΑΥΜΆΤΟΝ, ΕΊΝΑΙ ΦΌΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΑ ΑΙΣΘΉΜΑΤΑ’.
«Δεν περιμένω να με αγαπήσετε κύριε. Ούτε προσδοκώ ποτέ να κάνω χωριό μαζί σας. Βλέπετε, το να αλλάξει κάποιος τις προθέσεις του, είναι μια αυταπάτη» έλεγε γεμάτη θάρρος τώρα η Ψυχούλα.
«Και τι ξέρετε εσείς από προθέσεις;» αποκρίθηκε αμέσως ο Βίος.
«Περισσότερα από όσα αισθάνεστε εσείς».
Η Ψυχούλα έκανε να τον προσπεράσει. Μα εκείνος έβαλε τα χέρια και την έπιασε ελαφρά από τα μπράτσα. Κοίταξε τη γρατζουνιά στο πρόσωπο της. Για μια στιγμή αισθάνθηκε εντελώς ανόητος.
«Είμαι ένοχος για ότι πέρασες. Όμως είμαι και κύριος. Και σαν κύριος , έπρεπε να σε προστατέψω από τον αδελφό μου. Με κρίνεις πολύ σκληρά, μικρή μου. Έχω όμως τις δικές μου προθέσεις!»
Μέχρι τώρα, η οικογένεια τον Αβίωτων δεν έκανε σχέδια για αρραβώνα, πέραν της αποτυχημένης προσπάθειας – που έμεινε ιστορική – να εκκλησιαστούν με τους Ενάρετους. Ωστόσο, ο Βίος διάλεξε να της προσφέρει ένα λευκόχρυσο δαχτυλίδι την πιο παράξενη και ακατάλληλη στιγμή. Χωρίς γονατίσματα, χωρίς δηλώσεις λατρείας. Τίποτα από όλα εκείνα που μας κάνουν να κλαίμε στις ταινίες.
«Περίμενα την ώρα που θα σε βρω. Για να σου δείξω ότι είσαι κάτι πιο πάνω από υποχρέωση. Ήμαστε τόσο υπαίτιοι και τόσο κατεργάρηδες. Πως θα σωθούμε, αν δεν σωζόμαστε μαζί;»
Και παρόλο που ο Αγαπημένος μας κύριος Αβίωτος, θα μπορούσε να είναι εκλιπόν, μετά από τόσα θαύματα και κατεργαριές, έφυγε αφήνοντας στη Ψυχούλα μας χρόνο.
Γιατί δεν είναι τα θαύματα , αλλά ο χρόνος, που ξέρει την ψυχή να ησυχάζει.
©2024 Μαρία Μίγκλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας
