Διήγημα
Έρωτας τυφλός
Της Γεωργίας Αγγελή
Δεν ήταν άσχημη η Όλγα. Αν την κοιτούσες προσεκτικά, είχε ωραία χαρακτηριστικά μα, να, ποτέ δεν περιποιόταν τον εαυτό της.
Μοναχοπαίδι μιας θρησκόληπτης οικογένειας, είχε μάθει από μικρή να αποφεύγει την οποιαδήποτε χαρά, γιατί ήταν αμαρτία. Μαγιό, λόγου χάρη, δεν φόρεσε σχεδόν ποτέ, τουλάχιστον όσο θυμόταν τον εαυτό της. Ο παπάς είχε πει ότι η επίδειξη του σώματος ήταν μεγάλη αμαρτία και σκανδάλιζε τους ανθρώπους. Τις λίγες φορές στην ζωή της που πήγε στη θάλασσα φορούσε κομπιναιζόν! Απόφευγε την παραλία, όχι μόνο γιατί απαγορευόταν το μαγιό, αλλά και γιατί από παιδί οι γονείς της τής απαγόρευαν να τρέχει, να παίζει, να τσαλαβουτάει στα νερά, να κάνει τρέλες. Δηλαδή ό,τι έκαναν τα φυσιολογικά παιδιά. Ήθελαν να είναι σεμνή…
Κάθε Κυριακή και σχόλες πήγαινε πάντα με όλη την οικογένεια στην εκκλησία και μετά κατηχητικό. Μαλλιά μαζεμένα σε κότσο, μακρύ φόρεμα ή φούστα, άχαρα επίπεδα παπούτσια και καλσόν ακόμα και το καλοκαίρι. Είχε σχεδόν ξεχάσει πως είναι τα μαλλιά της γιατί τα έλυνε μόνο για να κοιμηθεί. Ντυνόταν σαν γριά από μικρό κοριτσάκι και, φυσικά, σαν έφηβη δεν είχε καμία νεανική χαρά. Ούτε πάρτι, ούτε εκδρομές. Μάλιστα οι γονείς της φρόντισαν να πάρει απαλλαγή από τη γυμναστική, προφασιζόμενοι ότι ήταν φιλάσθενη, για να μην χρειάζεται να φοράει φόρμα ή σορτσάκι!
Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία και μύριζε διαρκώς λιβάνι. Οι επισκέψεις σε συγγενείς ήταν η μοναδική διασκέδαση. Οι γονείς της άνοιγαν το σπίτι τους μόνο στις ονομαστικές τους γιορτές και ποτέ δεν γιόρταζαν τα γενέθλια, καθώς έλεγαν ότι δεν είναι χριστιανική γιορτή, οπότε, αμαρτία κι αυτό. Μια ζωή με σκληρούς κανόνες, νηστεία, προσευχή και μελέτη. Πέρασε Πανεπιστήμιο στην πόλη όπου κατοικούσε με τους γονείς της, οπότε ούτε φοιτητική ζωή γνώρισε. Σπούδασε δασκάλα και, μόλις τελείωσαν οι σπουδές, οι γονείς της τής επέβαλλαν να περιμένει διορισμό στην πόλη τους, για να μη φύγει από κοντά τους. Ήταν τέτοιος ο συναισθηματικός χειρισμός που της ασκούσαν από τα μικράτα της, που κατέληξε να αισθάνεται ένοχη για τα πάντα!
Φυσικά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους η σκέψη να αφήσουν την Όλγα να παντρευτεί από έρωτα. Δεν το επέτρεπαν. Μόνο από προξενιό. Της έδιναν καλή προίκα, ακίνητα και μετρητά. Οπότε, όταν ήρθε σε ηλικία γάμου, ανέθεσαν στον εφημέριο να ψάξει στο εκκλησίασμα έναν καλό χριστιανό με ανάλογα οικονομικά προσόντα.
Φυσικά κανένας νεαρός δεν βρισκόταν. Ήταν πολύ λίγοι και οι περισσότεροι ήταν ήδη παντρεμένοι. Όμως έφταιγε και που η Όλγα δεν ήταν ελκυστική. Άσε που, με το ντύσιμο που έκανε, φαινόταν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της. Από τα είκοσι χρόνια της φαινόταν για τριάντα. Έτσι, κάποια στιγμή βρέθηκε γαμπρός, αλλά ώριμος. Τι ώριμος; Παραγινωμένος! Ήταν πάνω από εξήντα ετών και η δύστυχη Όλγα είκοσι πέντε. Με τα μυαλά που κουβαλούσαν οι γονείς της, την πάντρεψαν άρον άρον για να μην μείνει, λέει, γεροντοκόρη. Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, στα τριάντα θα ήταν πολύ μεγάλη. Παντρεύτηκε λοιπόν η Όλγα τον κυρ-Δημητρό σε λαμπρή τελετή. Στο γάμο έλαμπε από ομορφιά και ο γαμπρός φαινόταν σαν πατέρας της.
Ήταν πολύ πλούσιος και χήρος. Τα παιδιά του, παντρεμένα, και είχε και εγγόνια. Αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε και πιτσιρίκα, τρομάρα του. Την πίεση του, που έφτανε στα 22, δεν την κοίταγε. Ούτε το ζάχαρό του που, χρόνια τώρα, δεν έπεφτε με τίποτα. Αυτός, μάτια μου, δεν ήταν άνθρωπος με δυόμιση ζάχαρο πάστα σοκολατίνα ήταν! Να μην αναφέρουμε το αναπνευστικό που, όταν ανέβαινε δέκα σκαλιά, η γλώσσα του έβγαινε έξω και γινόταν άσπρος σαν το χαρτί. Το πώς έβγαλε την πρώτη νύχτα του γάμου, άγνωστο. Πρέπει να πήρε βιταμίνες. Ευτυχώς που το “πανηγύρι” δεν κράτησε πάνω από δύο λεπτά και έτσι δεν κουράστηκε πολύ.
Όσο για την καημένη την Όλγα, άλλα είχε διαβάσει κρυφά για την πρώτη νύχτα του γάμου και άλλα έζησε. Είχε διαβάσει για πάθος, για φλόγα, για “πέταγμα στα ουράνια”, κι αυτή μήτε που κατάλαβε πότε «μπήκε» και πότε «βγήκε» ο κυρ-Δημητρός. Γρήγορος σαν τον Λούκυ Λουκ που πυροβολούσε πιο γρήγορα από τη σκιά του. Αυτός, βέβαια, ήταν τρισευτυχισμένος. Όμως η Όλγα έμεινε να κοιτάζει με απορία το ταβάνι, χωρίς να έχει προλάβει να καταλάβει τί της είχε συμβεί.
Το καλό στην υπόθεση αυτού του περίεργου γάμου ήλθε έναν χρόνο αργότερα, όταν ο κυρ-Δημητρός αποφάσισε να… «σπάσει» το φράγμα των δυο λεπτών έρωτα, παίρνοντας το θαυματουργό μπλε χαπάκι που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Μελάνιασε, γύρισαν τα μάτια του κι έμεινε ξερός! Το ΕΚΑΒ άργησε να έρθει, οπότε όταν έφθασε στο νοσοκομείο απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
Η Όλγα δεν ένοιωσε λύπη. Μάλλον χάρηκε. Το σιχαινόταν το χούφταλο που της φόρτωσαν. Εμετός της ερχόταν κάθε φορά που ξάπλωνε μαζί του. Στην κηδεία έβαλε πλερέζα για να μην φαίνεται το χαμόγελο ευτυχίας που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της. Στάθηκε όμως και τυχερή: ο κυρ-Δημητρός της είχε γράψει και το τριώροφο που έμεναν και άλλα ακίνητα και μετρητά στην τράπεζα.
Έτσι, χήρα και πλούσια, η Όλγα σκέφτηκε πως τώρα πια θα όριζε τη ζωή της. Δεν ήταν πια εκείνο το ανύπαντρο κοριτσάκι που οι γονείς της τής έκαναν τη ζωή μαύρη. Ευτυχώς δεν έκανε παιδί μαζί του, με τόσα θέματα υγείας που είχε ο σιτεμένος άντρας της. Κράτησε όμως το πένθος ένα χρόνο. Και πάνω που έλεγε πως θα ζούσε ελεύθερη, οι γονείς της τής έκαναν κουβέντα για δεύτερο γάμο. Οργίστηκε. Ήξερε τις επιλογές τους: πάλι κανένα χούφταλο θα της έδιναν.
Έφερε αντίσταση, έβγαλε γλώσσα για πρώτη φορά στα χρονικά. Τα ‘χασαν οι γονείς της. Η Όλγα ήταν αυτή; Το αρνάκι, που κάποτε το έκαναν ό,τι ήθελαν; Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αφού μέχρι εξορκισμό έφτασαν να της κάνουν ερήμην της, σε γνωστό μοναστήρι.
Τα πράγματα πήραν όμως ακόμα πιο άσχημη τροπή. Ένα βράδυ που πήγαν σπίτι της, έγινε γερός καυγάς, και στο τέλος η Όλγα τους έδιωξε φωνάζοντας να μην τολμήσουν να ξαναπατήσουν. Οι γέροι έφυγαν τρέχοντας και έγινε το κακό: συγχυσμένος καθώς ήταν ο πατέρας της, οδηγούσε απρόσεκτα, πέρασε με κόκκινο και έγινε μετωπική σύγκρουση με φορτηγό. Σκοτώθηκαν και οι δύο επιτόπου.
Στην κηδεία τους η Όλγα πάλι δεν ένοιωσε τίποτα. Ήταν τόσο θυμωμένη μαζί τους, που δεν μπορούσε να κλάψει. Ένας βουβός παράλογος θυμός είχε καταλάβει την ψυχή της και δεν άφηνε κανένα άλλο συναίσθημα να έλθει.
Όταν γύρισε σπίτι, αφού έδιωξε όλους τους συγγενείς για να μείνει μόνη, στάθηκε μπροστά στον καθρέπτη παρατηρώντας το είδωλό της. Τα μαλλιά της δεμένα σ’ έναν ακατάστατο κότσο, με μια πρόχειρη ρόμπα του σπιτιού, το πρόσωπο της φαινόταν, όχι μόνο κουρασμένο, αλλά και περίεργο. Θαρρούσε πως έβλεπε μουτζούρες πάνω στο πρόσωπό της. Μουτζούρες που της έκρυβαν τα χαρακτηριστικά της. Τότε συνειδητοποίησε τι ήταν όλες αυτές οι μουτζούρες. Ήταν τα μπάνια στη θάλασσα με το κομπινεζόν, το κατηχητικό, το άχαρο ντύσιμο, η στέρηση κάθε χαράς, ο αηδιαστικός γάμος της, όλα, όλα, όλα τα χρόνια της ζωής της, μουτζούρες. Μουτζούρες που την έκαναν άσχημη, σαν βρώμικη ζητιάνα της χαράς.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε να κάνει μπάνιο. Το ζεστό νερό θα την ξεκούραζε κι από αύριο θα έβαζε μπρος να σβήσει όλες τις μουτζούρες.
Σε λίγες μέρες η καινούργια Όλγα δεν έμοιαζε σε τίποτα με την παλιά. Τα μαλλιά της λυτά, μακριά ως τη μέση, με μοντέρνο κούρεμα, μακιγιάζ και ρούχα ακριβά και μοντέρνα. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέπτη του ατελιέ από όπου αγόρασε τα ρούχα, δεν πίστευε στα μάτια της! Πού κρυβόταν αυτή η ομορφιά; Όλες οι μουτζούρες είχαν φύγει, έλαμπε το πρόσωπο της, ακτινοβολούσε ολόκληρη. Δεν χρειαζόταν τον θαυμασμό του μαιτρ και του προσωπικού, το έβλεπε και η ίδια: ήταν πολύ όμορφη.
Η ζωή της άλλαξε εντελώς. Πρώτα πρώτα έκοψε παρτίδες με όλους τους συγγενείς και παλιούς οικογενειακούς φίλους. Δεν είχε ανάγκη από άλλους δικτάτορες. Νέα ζωή, νέοι φίλοι. Να δουλέψει δεν είχε ανάγκη, η περιουσία των γονιών της και του άντρα της ήταν αρκετά μεγάλες. Έτσι ξεκίνησε το μεγάλο της όνειρο, να ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο.
Έκλεινε ταξίδια άλλοτε με αεροπλάνο και άλλοτε κρουαζιέρες. Μαγεύτηκε. Γνώρισε νέα μέρη, καινούριους ανθρώπους, ζούσε ένα όνειρο. Έκανε φίλες και φίλους, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Όταν της άρεσε ένα μέρος, έμενε πολύ καιρό, για να το γυρίσει όλο. Μόνο με τους άντρες δεν μπορούσε να ανοιχτεί. Τόσα χρόνια καταπίεσης της έκαναν ζημιά. Όταν της άρεσε ένας άντρας την έπιανε γλωσσοδέτης, δεν ήξερε πώς να σταθεί, πώς να τον πλησιάσει ή να του δείξει ότι της αρέσει. Έτσι ο άλλος δεν αντιλαμβανόταν τις προθέσεις της και, παρότι ήταν όμορφη και την φλέρταραν πολλοί, εκείνη κλεινόταν στο καβούκι της σαν στρείδι. Η καλή της φίλη η Ιωάννα της είπε μια φορά πως, με την απειρία που έχει, θα γίνει ή εύκολο θύμα για κάθε επιτήδειο ή θα κάνει τέτοια ερωτική επανάσταση, που δεν θα το πιστεύει κανείς. Φυσικά είχε κάποιες ερωτικές περιπέτειες που δεν κατέληξαν καλά. Άπειρη καθώς ήταν (τι να μάθεις στα 2 λεπτά του κυρ-Δημητρού;) στο κρεββάτι καθόταν αμέτοχη και δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες. Ελάχιστες φορές είχε οργασμό, κι αυτό από καθαρή τύχη. Οι περισσότεροι άντρες ενδιαφέρονταν να ικανοποιήσουν μόνο τον εαυτό τους και λίγοι ήταν αυτοί που ήθελαν να δώσουν χαρά.
Συν τοις άλλοις, η Όλγα φοβόταν να μην πέσει σε κάποιον «επιτήδειο», όπως της είπε η φίλη της, γι’ αυτό και ήταν καχύποπτη. Νόμιζε συνήθως ότι οι άνδρες την πλησίαζαν για την περιουσία της και γι’ αυτό τους φερόταν ψυχρά. Έτσι, μπορεί να περνούσε τέλεια με τα ταξίδια, τα πάρτι και τις εξόδους για χορό, αλλά η ερωτική της ζωή ήταν χλιαρή.
Όταν επισκέφτηκε ξανά την Ισπανία, που την τραβούσε ιδιαίτερα, νοίκιασε ένα σπιτάκι σε ένα μικρό γραφικό χωριό και ένα αυτοκίνητο, για να κάνει βόλτες. Η Ισπανία ήταν όνειρο. Σύντομα έγινε φίλη με μια κοπέλα από το χωριό στην ηλικία της, έξυπνη και με χαρούμενη διάθεση πάντα. Μιλάγανε στα αγγλικά. Και συμφώνησαν να μάθει η μία στην άλλη την γλώσσα τους. Περνούσαν ξέγνοιαστα όλη τη μέρα, έκαναν βόλτες, έκαναν μάθημα η μια στην άλλη, αγόραζαν ρούχα, βιβλία, μπιμπελό. Με λίγα λόγια, περνούσαν ζωή χαρισάμενη.
Ένα βράδυ η Ελμίρα της είπε να πάνε σε έναν καταυλισμό τσιγγάνων να πιούνε, να φάνε και να δουν τους τσιγγάνους να χορεύουν φλαμένκο. Η Όλγα δέχτηκε με ενθουσιασμό. Είχε δει κάποιες φορές φλαμένκο επί σκηνής, αλλά θα ήταν άλλο πράγμα να έβλεπε τους τσιγγάνους στον καταυλισμό τους. Εκεί χορεύουν για τον εαυτό τους, για τις χαρές και τις λύπες τους, για τον έρωτα, το θυμό, το μίσος και την προδοσία. Χωρίς ακριβά κοστούμια και στημένες παραστάσεις. Τέτοιες ώρες η ψυχή του τσιγγάνου πετάει και ενώνεται με το σύμπαν, εκστασιάζεται και αφήνει το σώμα του ελεύθερο. Δεν υπάρχουν βήματα και ρετσέτες. Είναι αυτός, η κιθάρα, το καχόν, η κλαψιάρικη φωνή του τραγουδιστή και τα παπούτσια του. Απλώνει τα χέρια στον ουρανό και θαρρείς θα πετάξει.
Η Όλγα και η Ελμίρα έφαγαν και ήπιαν με την ψυχή τους. Παράπιαν μάλιστα, το κόκκινο κρασί ήταν διαμάντι και σου γκρέμιζε όλα τα τείχη που υψώνεις γύρω σου. Ξεγυμνώνεις την ψυχή σου και δεν σε νοιάζει τι θα σκεφτούν οι άλλοι -παράδεισος για την Όλγα που είχε ζήσει μια ζωή καλόγριας, γεμάτη «μην» και «πρέπει». Ζαλίστηκε από το κρασί, αλλά δεν τολμούσε να σηκωθεί να χορέψει. Δεν ήξερε αν θα τα κατάφερνε. Ενώ η Ελμίρα είχε σηκωθεί από ώρα και χόρευε μεθυσμένη και χαρούμενη.
Ξαφνικά η μουσική σταμάτησε και όλοι σώπασαν. Ένας άνδρας μπήκε στην παρέα. Όλοι τον κοίταξαν. Ήταν ο πιο όμορφος άντρας που είχε δει η Όλγα ποτέ της. Μελαχρινός, με αρρενωπά χαρακτηριστικά, λεπτός, ψηλός, με μακριά μαλλιά, ντυμένος στα μαύρα. Μάτια όλο φλόγα με πυκνές βλεφαρίδες. Η Όλγα έμεινε με το στόμα ανοικτό! Άκουσε να τον φωνάζουν Χοακίν. Εκείνος είπε κάτι στους μουσικούς, στάθηκε στη μέση της ομήγυρης, άπλωσε σαν φτερά τα χέρια και ξεκίνησε να χορεύει. Χόρευε σαν θεός. Η φωτιά που έκαιγε τον έκανε να φαίνεται σαν αερικό, οι κινήσεις του αρμονικές και παθιασμένες. Οι συγχωριανοί του φώναζαν ενθουσιασμένοι «Όλε, όλε, Χοακίν!!» και χειροκροτούσαν ρυθμικά. Σε μια στιγμή πέταξε το μαύρο του πουκάμισο και έμεινε γυμνός από τη μέση και πάνω. Σώμα σμιλεμένο σαν αρχαίο ελληνικό άγαλμα, δέρμα σταρένιο. Είχε ιδρώσει στη παραφορά του χορού και συνέχιζε με μεγαλύτερο πάθος. Σε μια στιγμή το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Όλγα. Της έκανε νόημα να σηκωθεί να χορέψει. Σαν υπνωτισμένη σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει μαζί του. Ποτέ δεν έμαθε να χορεύει φλαμένκο, αλλά, τι περίεργο, τα βήματα της και το σώμα της ακολούθησαν τη μουσική. Ίσως όχι τόσο τέλεια, όσο οι ντόπιες, αλλά ήταν καλή. Ο κόσμος χάθηκε γύρω της. Κοιτιόνταν στα μάτια με τον Χοακίν με πάθος. Αγκαλιαζόντουσαν, χώριζαν, στριφογυρνούσαν, χτυπούσαν ρυθμικά παλαμάκια και τα ζαπατιάδος τους κόντευαν να ανοίξουν την γη. Ούτε και κατάλαβε πόση ώρα χόρευε. Κάποια στιγμή που τα όργανα σταμάτησαν και σηκώθηκαν άλλοι να χορέψουν, ο Χοακίν την πήρε από το χέρι και, με το άλλο, πήρε ένα μπουκάλι κρασί.
Κατέβηκαν στο ποτάμι και εκεί κάτω από τα πυκνά δέντρα έκαναν έρωτα. Έσμιξαν με πάθος, φλογερά και οι φωνές τους ακούστηκαν ως τα αστέρια. Έσμιξαν με την κλέφτρα την σελήνη. Ξύπνησαν το χάραμα γυμνοί κι αγκαλιασμένοι. Ο Χοακίν την κοιτούσε με τρυφερότητα και της χάιδευε τα μαλλιά. Η Όλγα πέρασε τα δάχτυλα της στα μαλλιά του και τον κοιτούσε με ευγνωμοσύνη. Ήταν ο πρώτος άντρας που την έκανε να νιώσει έτσι και αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Επιτέλους ένιωσε ποθητή, έδωσε και πήρε ηδονή, πέταξε μαζί του στα ουράνια.
Τις επόμενες μέρες βρισκόντουσαν κάθε βράδυ, πότε στο σπίτι της, πότε στο ποτάμι και πότε στην καλύβα του. Της έμαθε να χορεύει φλαμένκο και ζάμπρα, ένα είδος φλαμένκο που οι χορευτές χορεύουν ξυπόλητοι και, αντί για καστανιέτες, χτυπούν τα δάχτυλα τους. Κοντά του έμαθε πιο γρήγορα ισπανικά αλλά, το πιο σημαντικό, την μύησε στα μυστικά του έρωτα. Ερωτεύτηκαν με πάθος, τυφλά, δεν τους χώριζε τίποτα. Ούτε καταγωγή, ούτε θρησκεία, κουλτούρα, γλώσσα, συνήθειες, τίποτε! Έγιναν ένα.
Φυσικά, τόσο η οικογένεια και οι φίλοι του Χοακίν, όσο και οι φίλοι της Όλγας, όταν κατάλαβαν ότι το αίσθημα ήταν σοβαρό κι όχι ξελόγιασμα της σάρκας άρχισαν να αντιδρούν. Η φίλη της Όλγας, η Ιωάννα, που είχε «προβλέψει» την ερωτική επανάσταση, γέλασε σαν της τα είπε από το τηλέφωνο.
«Σου τα ‘λεγα εγώ. Η απειρία σου, και η στέρηση που βίωσες σε όλη σου την ζωή θα σε οδηγούσε στην πιο απίθανη σχέση. Αφού περνάς μαγικά, όπως μου λες, χαλάλι σου. Όμως, να προσέχεις».
«Τι να προσέχω; Αγαπιόμαστε και αυτό είναι τα πάντα»
«Σωστά. Όμως ο τυφλός έρωτας που ζεις τώρα, γιατί τέτοιος είναι, δεν μπορεί να καλύψει τις τεράστιες διαφορές που έχετε»
«Τι θες να πεις; Εγώ ξέρω πως η αγάπη έχει μεγάλη δύναμη και…»
«Μην αυταπατάσαι, Όλγα μου. Η αγάπη είναι πανίσχυρη μεν, αλλά πολλές φορές δεν φτάνει. Δεν θα θίξω την καταγωγή του ωραίου σου Ισπανού, την γλώσσα, την θρησκεία ή οτιδήποτε άλλο. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος και το ξέρεις. Αλλά οι μεγάλες διαφορές στην κουλτούρα είναι σαν τον γκρεμό. Αβυσσαλέες και σχεδόν ποτέ δεν γεφυρώνονται. Και, δυστυχώς, εσύ είσαι αυτή που θα πονέσει πιο πολύ. Όμως τώρα ζήσε το όνειρο σου και εγώ είμαι μαζί σου σε όποια απόφαση θα πάρεις»
Η Όλγα σώπασε. Όταν οι άλλοι τής έκαναν κήρυγμα, το σιχαινόταν. Αλλά η Ιωάννα είχε σωστές απόψεις και ποτέ δεν έκρινε τους ανθρώπους.
Εντάξει λοιπόν, σκέφτηκε, όσο κρατήσει. Δεν με νοιάζει. Άλλες γυναίκες δεν έζησαν σ’ όλη τους τη ζωή αυτό που ζω τώρα εγώ. Τον αγαπώ τον Χοακίν και, όποια και αν είναι η κατάληξη του δεσμού μας, θα την δεχτώ. Μου άνοιξε η πόρτα του παραδείσου, δεν θα καθίσω να το εξετάσω. Θα το ζήσω, όσο διαρκέσει, και θα πω κι ευχαριστώ. Διάβασα κάποτε ότι το «ποτέ» και το «πάντα» είναι πολύ μεγάλες λέξεις γι’ αυτή τη ζωή…
Κατά κάποιον τρόπο «λογικεύτηκε». Τον είχε ερωτευτεί τυφλά και μακάρι να έμεναν μαζί για πάντα. Αλλά άρχισε από τώρα να εκπαιδεύει τον εαυτό της για το τέλος. Για το οποιοδήποτε τέλος.
Κανονικά τώρα θα έπρεπε να τελειώσω την ιστορία ρομαντικά. Μ΄ έναν γάμο ας πούμε και αιώνια ευτυχία. Πολλοί όμως έχετε ήδη διαπιστώσει πως ο έρωτας μοιάζει πολύ με τον θάνατο: αφού μεταμορφώσει τα πάντα, τότε τελειώνει κι αυτός. Η Αγάπη είναι άλλο πράγμα και μοιάζει με τα στάχυα: καλλιεργείται και δίνει καρπούς με τον καιρό, όπως το ζεστό ψωμί που τρώγεται ύστερα από αμέτρητους κόπους και πάλη με τη γη.
Ο ωραίος Χοακίν, είχε μια αδούλωτη ψυχή, όπως σχεδόν όλοι οι τσιγγάνοι. Δεν μπορούσε να μείνει σε ένα μέρος για πολύ. Την ερωτεύτηκε την Όλγα παράφορα, αλλά το αίμα του τον καλούσε για περιπέτειες και ταξίδια στον κόσμο. Ένα ολόκληρο χρόνο κράτησε ο μεγάλος έρωτας τους και ένα πρωί η Όλγα ξύπνησε και βρήκε δίπλα της στο μαξιλάρι του ένα σημείωμα. «Σ’ αγαπώ, στ’ ορκίζομαι. Κάποτε θα ξανάρθω».
Πολλές φορές, όμως, το «κάποτε» μοιάζει με το «ποτέ»…
Η Όλγα σπάραξε, κλείστηκε στο μικρό σπιτάκι της και έκλαιγε για μέρες. Χρειαζόταν την καλή της φίλη την Ιωάννα, να έλθει και την πάρει αγκαλιά, να την αφήσει να ξεσπάσει και να την παρηγορήσει. Κι αυτά δεν γίνονται από το τηλέφωνο. Αυτές είναι φίλες. Έργα, όχι λόγια.
Πριν φύγει από την Ισπανία, χαιρέτησε θερμά την Ελμίρα, της χάρισε ό,τι είχε αγοράσει και της έβαλε στα χέρια έναν φάκελο. Αν ποτέ γύριζε ο Χοακίν να του τον έδινε.
Θα φανταζόταν κανείς ότι στον φάκελο είχε γράψει την διεύθυνση ή το τηλέφωνο της, για να του τα δώσει, σωστά;
Η Ελμίρα ήταν περίεργη. Έτσι, άνοιξε προσεκτικά τον φάκελο. Μέσα έγραφε:
«Σ αγαπώ και θα σε ευγνωμονώ για όλη μου τη ζωή για αυτά που έζησα μαζί σου. Εύχομαι να περάσεις την ζωή όπως την ονειρεύεσαι. Όλγα».
Τίποτε άλλο.
©2024 Γεωργία Αγγέλη
Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Υπέροχη ιστορία, δεν ξέρω αν η ιδέα ξεκίνησε από την εικόνα ή μάλλον αυτή βρήκε το κείμενο. Πάντως με ταξίδεψες. (Το έργο είναι μεικτής τεχνικής, με Α/Μ σκίτσο και λαδοπαστέλ για χρώμα)