Γυναίκες μ’ έναν σταυραϊτό στον ώμο
κοιτάζουν τη νιότη τους να προσπερνά,
πετρώνουν οι μνήμες σε κάθε δειλινό.
Μοναχικές σιλουέτες στους έρημους δρόμους,
το τραγούδι τους σμίγει με το μοιρολόγι της λησμονιάς.
Μια στάση ακόμη και ο προορισμός θα φανεί,
μια στάση ακόμη κι η σφυρίχτρα του σταθμάρχη θ’ ακουστεί.
Μα οι σταθμοί πολλοί και γεμάτοι θλίψη
κι οι προσευχές της μοναξιάς όσο παν κι ερημώνουν.
Λίγη αγάπη να σταλάξει ο δακρυσμένος ορίζοντας ζητούν,
λίγο κουράγιο να βρέξει στους άνυδρους δρόμους τους…
Φιγούρες ορφανές στις όχθες των δειλινών
διαβαίνουν καημούς αδιάβατους,
γέρνουν απ’ το φορτίο ενός αβάσταχτου λυγμού.
Κι ο ουρανός να μην καλοσυνεύει,
και η δίψα να στερεύει τα λόγια.
Χρόνια σκληρά, ξέπνοα κείτονται στις ράγες,
κι ένας πόνος άδικος σιγοτρώει τα σπλάχνα.
Κι η μέρα όλο ν’ αργεί να ξημερώσει,
και η μέρα όλο ν’ αργεί.
©2024 Ιωάννα Αθανασιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
ποίημα απ’ το βιβλίο ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΣΙΩΠΕΣ,
εκδόσεις Βεργίνα.

Πρωτότυπο και παρα πολυ δυνατο κείμενο
Υπεροχη γραφη, πυκνες εικόνες, μάθημα ποίησης