Αφήγημα
Ακόμη και η γεύση του τσιγάρου στα χείλη μου έχει αλλοιωθεί… θα σκότωνα άνθρωπο για ένα ποτήρι βότκα… για λίγες ζαλισμένες στιγμές όση ώρα εσύ απέναντι μου, στολισμένη με τα πιο όμορφα λουλούδια του κόσμου, καλωσορίζεις τους καλεσμένους σου…
Αυτό ήταν, μπήκαν και επίσημα οι υπογραφές για το τέλος αυτής της ιστορίας. Πόσο όμορφη φαντάζεις μάτια μου στ΄άσπρα, δεν σ΄εχω ξαναδεί τόσο λαμπερή και… ναι, θα το πω… ευτυχισμένη. Τελικά δεν κατάφερα τίποτα απ΄όσα σου υποσχέθηκα και τώρα στέκεσαι δίπλα από αυτόν τον αντιπαθητικό γορίλα που θέλω να συνθλίψω μέσα στα χέρια μου.
Είναι εκνευριστικό το πόσο εύκολα ‘καίγονται’ σήμερα τα τσιγάρα…
Ανάβω ακόμη ένα βιαστικά….
Δεν έχω ξεχάσει τίποτα από την ιστορία μας και πολύ φοβάμαι πως δε θα ξεχάσω ποτέ.
Μια βραδιά, μια παρέα αλάνια, ατέλειωτα μπουκάλια βότκας, γέλια, πειράγματα και ξαφνικά μια οπτασία… μια γυναίκα γεννημένη για έρωτα, για ταξίδι στην πιο σκοτεινή ηδονή…
Είναι σαν να σ΄έχω εδώ μπροστά μου… να λικνίζεσαι σαν αερικό έτοιμο να μας αρπάξει, να μας καταβροχθίσει και φυσικά να μας αφήσει ταπί. Ο χορός τρία απολαυστικά λεπτά χαρισμένα στο πιο ερωτικό όνειρο και εγώ δούλος σου από τα πρώτα δευτερόλεπτα να πετάω χαρτονομίσματα στα πόδια σου και να κάνω τα πάντα για να με προσέξεις.
Αδιαφορία… ακόμη πονάω μ΄εκείνη την αίσθηση αποτυχίας και κυρίως για κείνη την ανυπόφορη ανάγκη να σου αποδείξω πως μόνο εγώ – από μια πλυμμυρισμένη αίθουσα άνδρες – ήμουν για σένα.
Ναι, ήμουν… είμαι… θα είμαι…
Μόνο που τώρα πια δεν έχω δικαίωμα να σου το δηλώνω.
Ήταν μια βαθιά μαχαιριά το βλέμμα σου, γύρισες προς το μέρος μου μόλις για δυο δευτερόλεπτα, ίσα για να με απορρίψεις και να με ρίξεις στον καιάδα. Πείσμωσα… ναι πείσμωσα πολύ… θα γινόσουν δικιά μου με κάθε θυσία, δε μ΄ένοιαζε καν αν θα ήταν για λίγες στιγμές… για λίγες ώρες… για λίγες βδομάδες… για πάντα…
Εξαφανίστηκες πριν καν καταλάβω τι συνέβαινε. Θύμωσα, πλήρωσα βιαστικά τον μπάρμαν, άρπαξα το μπουφάν και βγήκα σαν τρελός έξω από το μαγαζί. Δεκάδες αυτοκίνητα παρκαρισμένα, κόσμος αδιάφορος που μ΄εμπόδιζε να σε βρω και ξαφνικά δυο πόδια ατελείωτα να κατευθύνονται σ΄ενα κόκκινο σπορ αμάζι, που στοίχιζε οσο δυο διαμερίσματα στην πόλη.
Όχι, κανένας δισταγμός… μου ήταν αδιάφορο και τα χρήματα και ο τρόπος που τα έβγαζες… σε ήθελα δικιά μου έστω και για ένα φιλί. Ένα φιλί που θα χάραζε εκείνα τα κατακόκκινα χείλη που γεννούσαν χίλιες εικόνες ηδονής στο μυαλό μου.
Το απρόσμενο ήταν πως όσο εγώ πλησίαζα για μια στιμή κοντάσταθηκες και γύρισες. Θα πρέπει να φάνταζα σαν χαζός όταν γύρισες προς το μέρος μου και με είδες να χαμογελάω σαν μικρό παιδί που του χάρισαν Χριστουγεννιάτικο μπουναμά.
Αυτό είναι σκέφτηκα…
Σκληρή μέχρι το τέλος… έβγαλες επιδεικτικά τα κλειδιά και αδιάφορα συνέχισες να περπατάς προς το αυτοκίνητο.
Απελπίστηκα, θα έφευγες… θα σ΄έχανα… Τάχυνα το βήμα ενώ μέσα σε μια στιγμή οι παλμοί της καρδιάς φτάσαν στα ουράνια. Δυσκολευόμουν ακόμη και ν΄ανασάνω… δεν θα το άντεχα αν δε φιλούσα αυτά τα χείλη… ήταν σαν να μην υπάρχε τίποτα άλλο σε ολάκερο τον κόσμο… τίποτα… μια μαύρη τρύπα και μόνο δυο κατακόκκινα χείλη που φώναζαν ψιθυριστά τ΄όνομα μου.
Έκλεισες την πόρτα του αυτοκινήτου με δύναμη και χωρίς να με κοιτάς έβαλε μπρος το αυτοκίνητο.
Πανικός… έπρεπε να σε σταματήσω.. με κάθε τίμημα… με κάθε τρόπο… δεν ξέρω καν πως τα κατάφερα να πέσω μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου χωρίς να με πατήσεις…
Βγήκες πανικόβλητη ενώ άρχισα να γελάω δυνατά…
-Είσαι τρελός άνθρωπε μου!
-… ένα φιλί… μόνο αυτό θέλω από σένα.. ένα φιλί…
Ζαλισμένος θυμάμαι πως όταν τυλίχτηκαν τα χέρια σου γύρω από το κορμί μου, για να με βοηθήσεις να σηκωθώ, αισθάνθηκα πως επιτέλους είχα φτάσει στο καταφύγιο μου. Σ΄άκουγα να μιλάς θυμωμένη και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα΄ταν άραγε να βρεθούμε γυμνοί μέσα στη θάλασσα, να σε φιλάω και να ρουφάω την αλμύρα της από αυτά τα δυό διαολεμένα ποθητά χείλη, που με είχαν τρελάνει.
Δεν άντεξα… σ΄έσφιξα και σε φίλησα σαν εκείνη να ήταν η τελευταία στιγμή της ζωής μου, της ανάσας μου, της ψυχής μου…
Χάθηκα, συντροφιά μ΄αυτά τα χείλη για εννιά ολόκληρους μήνες… ταξίδια ηδονικά που με σημάδεψαν για πάντα, που με ανάγκασαν ν΄ανακαλύψω έναν άλλον εαυτό, ανάγκες και συναισθήματ που δε γνώριζα καν πως υπάρχουν θαμμένα μέσα μου.
Δυστυχώς, γι΄ακόμη μια φορά στη ζωή μου στάθηκα ανόητος… μια παρεξήγηση, ένα μεθύσι που κατέληξε σ΄ένα αδιάφορο κρεβάτι και η ρήξη ανάμεσα μας γκρέμισε τα πάντα.
Σ΄έχασα πριν καλά καλά το καταλάβω…
Ενάμιση χρόνο μετά στέκομαι σαν ζητιάνος έξω από την εκκλησία, που αποφάσισες να υπογραφεί και επίσημα το τέλος μας.
Σήμερα παντρεύεσαι έναν γορίλα και εγώ απλώς… δεν άντεξα, ήρθα να σε αποχαιρετήσω γλυκό μου βάσανο, ήρθα να διαπιστώσω και μόνος μου πόσο ανόητος υπήρξα…
©2024 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα

πολύ τρυφερό!