Αφήγημα
Ήμουν, δεν ήμουν 6 χρονών. Το σπίτι μας ήταν κτισμένο μπροστά σε μια κατηφορική
χωμάτινη αλάνα, η οποία ουσιαστικά ήταν μια πρώιμη παιδική χαρά, χωρίς φυσικά κούνιες
και τσουλήθρες. Είχε όμως πολύ παιχνίδι.
Τσιλίκι, τζαμί, μακριά γαϊδούρα, κρυφτό, κουτσό, σχοινάκι!!!!!
Η αλάνα μας ήταν ένα αγορίστικο γκέτο. Κυρίαρχη της περιοχής η πρώτη μεταπολεμική
γενιά των 11-12 χρόνων. Εγώ ήμουν τυχερός γιατί είχα το μεγάλο μου αδελφό, που από
ανάγκη έπρεπε να με κουβαλάει μαζί του. Φυσικά και δεν με άφηναν να παίξω.
Ήμουν απλώς ένας θεατής.
Τη ρουτίνα και την ισορροπία της αλάνας ήλθε να αναστατώσει η 15χρονη Καιτούλα.
Ένα λευκό διάφανο, χλωμό, ασθενικό κορίτσι, καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι.
Βρέθηκε στη γειτονιά μας φιλοξενούμενη από τη θεία της και θα έμενε για μία εβδομάδα.
Επειδή χρειάζονταν ήλιο περνούσε την περισσότερη ώρα στην αλάνα,
θεατής και αυτή του παιχνιδιού.
Από τη πρώτη στιγμή μια ομοβροντία βελών του έρωτα χτύπησε κατάψυχα τα αγόρια
και η κόλαση κατέβηκε στην αλάνα μας. Αχ εκείνο το πρώτο σκίρτημα της προεφηβικής ηλικίας!
Κανένα ξυπόλυτο αγόρι δεν εμφανίσθηκε ολόκληρη την εβδομάδα.
Καμιά σχισμένη μπλούζα, κανένα μπαλωμένο παντελόνι. Η Καιτούλα από την πρώτη στιγμή κατάφερε,
ότι δεν μπορούσαν να καταφέρουν όλες οι μανάδες μαζί. Χτενισμένα μαλλιά, κομμένα νύχια,
καθαρά ρούχα. Οι ορμόνες τροφοδοτούσαν τον πλατωνικό έρωτα. Παρόλη την ηλικία μου ένιωθα την
καταιγίδα που έρχονταν στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι έπαψε να είναι διασκεδαστικό.
Μετατράπηκε σε πόλεμο. Κάθε αγόρι ήθελε να αποτελειώσει τα υπόλοιπα, να τα εξαφανίσει,
να μείνει μόνος νικητής, όμοιος με τα άγρια ζώα που διεκδικούν τα θηλυκά και μάχονται
γι΄ αυτό μέχρι θανάτου.
Ένας αγώνας χωρίς πραγματικό έπαθλο. Από θαύμα γλύτωσαν τα χειρότερα.
Και η Καιτούλα αν και άμαθη στη συμπεριφορά των αγοριών, έπιανε τη μυρωδιά της
άγουρης βαρβατίλας ενθουσιαζότανε και μοίραζε απλόχερα μπράβο, χαμόγελα και
χειροκρότημα. Και έκανε τα πράγματα πολύ χειρότερα. Φιλίες χαλάσανε, βαριά λόγια
ειπωθήκανε, οι σπρωξιές και οι βρισιές περίσσεψαν. Τέρμα οι κολλητοί.
Όταν τέλειωσε η εβδομάδα η Καιτούλα έφυγε και δεν την ξαναείδαμε. Την επομένη ημέρα
όλα ξανάγιναν φυσιολογικά. Σαν να μην συνέβη τίποτε. Οι αγορίστικες ψυχές γαλήνεψαν.
Όλοι ξανά μονιάσανε. Το κορίτσι σύντομα έγινε μια μακρινή ανάμνηση.
Κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτό.
Με τα χρόνια η παρέα διαλύθηκε. Όλοι βρήκαν τον πραγματικό τους έρωτα, απέκτησαν
παιδιά και εγγόνια. Ποιος να θυμάται την Καιτούλα, εκτός φυσικά από μένα!
Τους τελευταίους μήνες πέρασα αρκετό χρόνο με τον αδελφό μου. Μετά από έναν
τραυματισμό καθηλώθηκε στο κρεβάτι, ενώ η άνοια τον στροβίλιζε ανάμεσα στην
πραγματικότητα και στη φαντασία. Καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι του και του μιλούσα για την
παιδική ζωή μας. Εκείνες τις ώρες γίνονταν ένα θαύμα. Επέστρεφε στην πραγματικότητα και
θυμότανε γεγονότα με λεπτομέρειες, που εγώ είχα ξεχάσει. Ένα βράδυ ειδοποιηθήκαμε από
το νοσοκομείο όπου τον μετέφεραν εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του,
ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη.
Μόλις που πρόλαβα να τον δω πριν τον μετακινήσουν από τα εξωτερικά ιατρεία.
Μουρμούριζε κάτι για τιμολόγια που έπρεπε να εκδώσει και δεν προλάβαινε.
Ούτε που με έβλεπε. Για να τον επαναφέρω τον ρώτησα εάν θυμάται ένα ανάπηρο κορίτσι
που ήλθε, όταν ήμασταν παιδιά στη γειτονιά μας. Άνοιξε τα μάτια του,
ζωντάνεψε, με κοίταξε και μου είπε. Το αγαπούσα εκείνο το κορίτσι ξέρεις.
Την έλεγαν Καίτη Ρωμανά. Αμέσως μετά έπεσε σε κώμα, από το οποίο δεν ξύπνησε.
Το όνομα του πρώτου προεφηβικού έρωτα, ήταν τα τελευταία του λόγια.
©️2026 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
