Αφήγημα * Συλλογή ‘Τα Λόγια που Θυμούνται’
Πού είσαι;
Στέκομαι ένα μέτρο μακριά από το παράθυρο ενώ οι αστραπές ζωγραφίζουν ακαταλαβίστικα
μηνύματα στον ουρανό, σαν να επικοινωνούν οι Τιτάνες θυμωμένοι.
Είναι αδύνατο να μαντέψω αν είναι εραστές ή άγριοι πολεμιστές…
μου λείπεις και η σκέψη μου αποδιοργανώνεται.
Αν ήσουν εδώ θα γελούσες, θα μ΄αγκάλιαζες σφιχτά και θα γελούσες.
Οι ιστορίες που σκαρφίζομαι με τόση ευκολία πάντα φέρνουν ένα χαμόγελο ζεστό στα χείλη σου.
Πού είσαι;
Είναι αδύνατο να συνεχίσω την ιστορία των Τιτάνων, η αγωνία βάζει φρένο ακόμη και στη φαντασία μου,
ενώ ένας ύπουλος φόβος έχει ξεκινήσει να μουδιάζει εκτός από τη σκέψη και τα χέρια μου.
Έφυγες βιαστικά, χωρίς να με χαιρετήσεις, χωρίς να μου δώσεις το φιλί του εραστή,
που μόλις είχε γευτεί την παράδοση μου και αυτό μ΄ενοχλεί.
Είναι η πρώτη φορά που το κάνεις…
Ένα τηλεφώνημα ενοχλητικό, ένα ‘οκ, θα τα πούμε σε λίγο’ και μια βιαστική παράσταση να ντυθεί
όπως – όπως το κορμί για να φύγει, να πάει όμως πού και γιατί;
Πού είσαι;
Βραδιάζει και οι Τιτάνες αγωνιούν να μάθουν τη συνέχεια της περιπέτειας,
δεν ξέρουν ακόμη αν αγαπηθούν παθιασμένα σαν παράνομοι εραστές του ονείρου
ή αν σκοτωθούν κραυγάζοντας για τη θυσία της τιμής.
Η ιστορία θα τελειώσει μια άλλη φορά, όταν θα ξεσπάσει νέα καταιγίδα και εγώ θα βρίσκομαι
ξανά φυλακισμένη στην αγκαλιά σου, έτοιμη να διηγηθώ τη συνέχεια.
Οι σκέψεις όλο και σκοτεινιάζουν, ενώ είναι αδύνατο να κάνω ακόμη ένα βήμα προς το παράθυρο.
Λες και η κουρτίνα μπορεί να με προστατεύσει από τα κακά μαντάτα, από μια είδηση που δεν θέλω ν΄ακούσω,
από ένα χτύπημα της μοίρας που είναι αδύνατο ν΄αποφύγω…
Πού είσαι;
Το κορμί μούδιασε ολόκληρο και εσύ ακόμη δεν έχεις επιστρέψει… Γιατί;
Και τότε:
Κλειδιά στην πόρτα, ένα φύσημα του αέρα που κουβαλά την υγρασία της βροχής και μια σιωπηλή διαβεβαίωση
πως όλα είναι καλά. Με υγρά μαλλιά και βρεγμένα ρούχα κρατάς ένα μάτσο ταλαιπωρημένες μαργαρίτες,
ενώ έχεις ένα απίστευτα ένοχο βλέμμα.
Δεν ξέρω αν πρέπει να θυμώσω ή να γελάσω, να σε σφίξω πάνω μου ή να σε προσπεράσω εκνευρισμένη.
Όπως πάντα τη λύση θα τη δώσεις εσύ.
Μια σφιχτή, σχεδόν ενοχλητική, υγρή αγκαλιά και μια ανάσα που ακούγεται σαν να την έχουν κυνηγήσει
κάτω από τη βροχή. Η ανάσα γίνεται φιλί και η ταραχή σου κομμάτι του κορμιού μου. Τρέμεις και είναι
αδύνατο να καταλάβω το ‘γιατί’.
Γιατί μάτια μου;
‘Ήταν ο δικηγόρος, μπορούμε να πάρουμε τη μικρή στο σπίτι για μια δοκιμαστική περίοδο,
η υιοθεσία προχωράει. Πρέπει να το πάρεις απόφαση πως από εδώ και πέρα
θα με μοιράζεσαι με μια άλλη γυναίκα’.
Τελικά….
οι Τιτάνες γίναν εραστές, γίναν οικογένεια… και πλέον ξέρω πάντα που είσαι !
©️2025 Μαρία Σταυρίδου
Επιμελήτρια εκδόσεων
Διαχειρίστρια του blog των Εκδόσεων Γλαύκα
