You are currently viewing Διηγηματική Ιστορία – Τέσσερα μέτρα μακριά. . .  –

Διηγηματική Ιστορία – Τέσσερα μέτρα μακριά. . . –

Διηγηματική Ιστορία – Οι ψίθυροι μου στο σκοτάδι

Τέσσερα μέτρα μακριά, τέσσερα μέτρα απόσταση από την καρδιά μου, από την ανάσα, που βγαίνει με δυσκολία από τα χείλη μου, που έχω την αίσθηση πως πεθαίνουν πια κάθε στιγμή που δε γεύονται τα φιλιά σου… Τέσσερα μέτρα η απόσταση της εκτέλεσης μου… εκεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού σου, που κάποτε μου ψιθύρισες πως θέλεις να ζήσεις για πάντα μαζί μου και με λαχτάρα έσκυψες και με φίλησες και όμως… μόλις έξη μήνες μετά αυτά τα ίδια χείλη, με περισσό θράσος σου δήλωσαν… ‘Χωρίζουμε!’
Ακόμη έχω μπροστά μου το βλέμμα έκπληξης, το μούδιασμα των χειλιών σου, την αμηχανία μέσα στην οποία άρχισαν να κολυμπάνε οι λέξεις, μπερδεμένες, σοκαρισμένες, ανίκανες να ορθώσουν μια ολοκληρωμένη φράση… Είναι αδύνατο να θυμηθώ πως έφυγα από κοντά σου εκείνο το απόγευμα, πως κατάφερα να σταθεροποιήσω τα βήματα και τελικά ν΄απομακρυνθώ… πως;
Δε γινόταν διαφορετικά, η μοίρα μπορεί να τιμωρούσε εμένα, εσύ όμως θα έβγαινες αλώβητος απ΄αυτήν την ιστορία. Δεν ήθελα να μάθεις, δεν έπρεπε να μάθεις. Μέσα σε μια στιγμή όλα μας τα όνειρα έγιναν μια σακούλα φθηνά κομφετί, σε συνοικιακό μαγαζάκι.
Ήταν ένας συνηθισμένος έλεγχος, μια ενοχλητική ετήσια αγγαρεία που έκανα πάντα εκεί κοντά στα γενέθλια μου, ένα άβολο μα ιδιαίτερα σημαντικό ραντεβού στο διαγνωστικό κέντρο, που δε γινόταν ούτε να ξεχάσω, ούτε ν΄αναβάλω. Το παράδοξο ήταν πως είχαμε αρχίσει να μιλάμε για συγκατοίκηση, για παιδιά, για ένα μέλλον που φάνταζε τόσο απίστευτα όμορφο.
Όπως πάντα πήγα μόνη, πόσο περίεργο… ήταν η πρώτη φορά που δεν ένιωσα φόβο, βιαζόμουν να σε συναντήσω, είχαμε κανονίσει βόλτα στη θάλασσα και μετά γεύμα στο αγαπημένο μας στέκι. Ξαφνικά άκουσα τ΄όνομα μου, η βοηθός για κάποιον ανεξήγητο λόγο απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια… ‘Ο γιατρός θέλει να σας μιλήσει’
Ποτέ ξανά ο ακτινολόγος γιατρός δε θέλησε να μου μιλήσει… Για μια στιγμή μονάχα πάγωσε κάθε σκέψη… Κάθισα απέναντι του μπερδεμένη, λέξεις όπως ύποπτα ευρήματα, ινοαδένωμα, περεταίρω έλεγχος, μαστολόγος, άρχισαν να κουδουνίζουν στ΄αυτιά μου… Πόσο εύκολα μπορείς τελικά να βρεθείς από την επιλογή ενός τσίπουρου κοντά στη θάλασσα μέσα στην πιο σκοτεινή κόλαση αυτού του κόσμου…
Έκρυψα τις εξετάσεις βαθιά στην τσάντα, έκρυψα και την κάρτα με τ΄όνομα του γιατρού, που έπρεπε άμεσα να τις δει και βγήκα στον δρόμο σαν χαμένη. Δεν ένιωθα καν τα δάκρυα στο πρόσωπο μου, δεν ένιωθα τίποτα, ήταν σαν να είχα βρεθεί ξαφνικά σ΄έναν άγνωστο εχθρικό τόπο, που όλοι με κοίταζαν σαν να ήμουν φυγάς… Τυχαία το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε μια βιτρίνα για να διαπιστώσω έντρομη το χάλι μου… δε γινόταν να εμφανιστώ έτσι μπροστά σου… Ένα ανύπαρκτο ατύχημα της μητέρας μου… η πιο πειστική δικαιολογία για να σ΄αποφύγω…
Κατάφερα να μείνω μακριά σου για δυο ολόκληρες μέρες, 48 ώρες βυθισμένη στον πιο σκοτεινό βυθό, με ραντεβού και συναντήσεις που η λέξη καρκίνος είχε την τιμητική της. Εγχείρηση, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες και εγώ πανικόβλητη να παλεύω να σκαρφιστώ χίλιες δυο δικαιολογίες για να μην το μάθεις. Σενάρια επιστημονικής φαντασίας άρχισαν να πλάθονται σχεδόν από μόνα τους… ένα επαγγελματικό ταξίδι ίσως στο εξωτερικό, μια βαριά αρρώστια της μητέρας που θα με κρατούσε για καιρό στην επαρχία και χιλιάδες ακόμη σενάρια που το ένα μετά το άλλο κατέρρεαν μπροστά στα μάτια μου…
Όχι, τίποτα απ΄όλα αυτά δε θα γινόταν πιστευτό. Μετά υπήρχε και κάτι ακόμη… αν κατάφερνα να επιβιώσω μετά απ΄όλα αυτά, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να σου προσφέρω κάτι που λαχταρούσες πολύ… ένα παιδί… έναν μπόμπιρα, έναν μικρό διάδοχο, που θα είχε τα μάτια σου και το πείσμα μου.
Δεν ξέρω πως κατάφερα να σταθώ απέναντι σου εκείνο το απόγευμα ψυχρή, αποφασισμένη να τσακίσω το χαμόγελο στα χείλη σου, να φυτέψω την αμφιβολία, να σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα λόγια. Το έκανα. Παρότι φοβόμουν πως θα λυγίσω, το έκανα. Υιοθέτησα την πιο σκληρή εκδοχή του εαυτού μου και σε χτύπησα με λύσσα, με ορμή. Τα λόγια μου γίναν βέλη δηλητηριασμένα, η ματιά μου ύπουλη ύαινα έτοιμη να κατασπαράξει κάθε επιχείρημα λογικής. Ο στόχος ήταν να μην αφήσω κανένα περιθώριο συγχώρεσης ή πισωγυρίσματος, έπρεπε να φύγεις από τη ζωή μου και να μην ξαναγυρίσεις.
Τα κατάφερα. Μια άψυχη φιγούρα, χαμένη σε δρόμους απελπισίας, έτσι κατάντησα, μέχρι που ο πόλεμος που ξεκίνησε μετά από λίγο με γιατρούς και φάρμακα, με μεταμόρφωσε σε μια απελπισμένη σκιά του εαυτού μου.
Ήρθαν στιγμές που ήθελα να τα παρατήσω, δεν είχε νόημα έτσι κι αλλιώς αυτή η έρημη ζωή χωρίς εσένα. Δεν ήθελα όμως να το παραδεχθώ, δεν ήθελα ν΄αποδεχθώ την ήττα, ήθελα να πολεμήσω για όλα αυτά τα όνειρα που είχαμε κάνει όταν με κράταγες σφιχτά στην αγκαλιά σου και η μοίρα μ΄ανάγκασε να τα προδώσω.
Κοιτάζω το ξημέρωμα και σκέφτομαι… άραγε που θα σε βρει η νέα μέρα. Είμαι ένα κουκούλι κουλουριασμένο σε μια γωνιά της αυλής, πάνω στην ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα που αγόρασες, τυλιγμένο με κάθε λογής σκέπασμα, να κοιτάζει τον ορίζοντα και ν΄αναπολεί το γέλιο σου, εκείνα τα μάτια που είχαν αιχμαλωτίσει όλη την αγάπη αυτού του κόσμου.
‘Που είσαι αγάπη μου;’
Και τότε:
‘Εδώ είμαι ψυχή μου, πάντα μια ανάσα μακριά από τη δική σου!’

©2023 Μαρία Σταυρίδου

Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Μαρία Σταυρίδου

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - Η Μαρία Σταυρίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε με επιτυχία ως διευθυντικό στέλεχος στον ιδιωτικό τομέα. Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων – ποιημάτων και παραμυθιών. Γράφει με την οπτική και αθωότητα έφηβης, με την ικανότητα να πηγαινοέρχεται από την ουτοπία στο ρεαλισμό με μεγάλη ευκολία και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία, να νιώσει συναισθήματα που τα έχει ξεχάσει. Κείμενα της βρίσκουμε σε πολλά λογοτεχνικά σάιτ, μπλοκ, περιοδικά και διαδικτυακές ομάδες, ενώ ολοκληρωμένη η δουλειά της παρουσιάζεται στο www.mariastavridou.gr Σήμερα είναι ιδιοκτήτρια του Εκδοτικού Οίκου ΓΛΑΥΚΑ ekdoseisglauka.gr

This Post Has 2 Comments

  1. Kostasbrousas

    , Παρά πολυ ωραιο κ. Σταυριδου!!
    Μπράβο σας!!!!

Αφήστε μια απάντηση