Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Χριστουγεννιάτικη συνέχεια

Διηγηματική ιστορία – Το μαγαζάκι των θαυμάτων – Χριστουγεννιάτικη συνέχεια

Διηγηματική ιστορία – συνέχεια

«Ελπίζω γιέ μου» είπε πάλι ο κύριος Αβίωτος
«Να μερίμνησες για το κουστούμι που θα βάλεις στη λειτουργία. Θα συνοδέψεις την Ψυχούλα και θα εμφανιστούμε πρώτη φορά επίσημα».
Ο Βίος το είχε χαμένα. Κοίταξε με προσήλωση τον πατέρα του και τον ρώτησε τι ακριβώς εννοεί .
«Παιδί μου» απόρησε ο Κύριος Αβίωτος
«Είναι Χριστούγεννα. Που έχει πάει αυτή η συνέπεια σου».
«Δεν έχω τίποτα πατέρα… απλώς σκεφτόμουν».
Τα ξανθωπά φρύδια του κυρίου Ενάρετου διέγραψαν μια ζωηρή κίνηση.
«Βλέπω πως από τώρα σου έχει πάρει η κόρη μου τα μυαλά. Ας είναι όμως».
_________________

Κάπου εδώ, ίσως χρειαστεί να γυρίσουμε πίσω ένα χρόνο ακριβώς. Εκείνο το κρύο πρωί της 25ης Δεκεμβρίου, έμελλε οι δυο μεγάλες οικογένειες να εκκλησιάζονται στον πολιούχο της πόλης. Όπως κάθε χρόνο ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων συρρέονταν για να λάβει τη θεία μετάληψη. Και όπως σε κάθε ελληνική κοινωνία, κανείς δεν τήρησε τη γραμμή προτεραιότητας. Η οικογένεια των Ενάρετων ,στάθηκε δίπλα στα έδρανα των ανδρών – λες και δε γνώριζε τι είναι ο γυναικωνίτης – μετά παρρησίας. Η Ψυχούλα εμφανίστηκε καθυστερημένη, τα βαριά της τσόκαρα τρίκλιζαν στο δάπεδο. Στάθηκε δίπλα στην μητέρα της και ενοχλημένη έριξε ένα τυπικό χαμόγελο προς τον νεαρό που την κοιτούσε από το κάθισμα του. Γκρίνιες και μουρμουρητά έφτασαν στα αυτιά της. Όμως τίποτα δεν ενοχλεί όσο τα περίεργα βλέμματα, όπως αυτό της κυρίας Αβίωτης, που στάθηκε με τις υπόλοιπες γυναίκες για να δώσει το παράδειγμα. Η θεία μετάληψη έφτασε στο τέλος και η πρόεδρος της κατήχησης πήρε θέση δίπλα στη Θεομήτωρ. Ο Ιούλιος Αβίωτος ίσιωσε την κορμοστασιά του πάνω στο στασίδι και σκέφτηκε ότι
‘Αυτή η γυναίκα στέκεται δίπλα στον τέμπλο σαν να είναι αγία’ .
Ίσα που πρόλαβε να πνίξει το γέλιο του και ένα ελαφρύ σφύριγμα γλίστρησε από τα ρουθούνια του. Τότε η πρόεδρος με το τρανό της ταπεραμέντο έσπειρε το χαρμόσυνο μήνυμα.
«Καλημέρα σας, εύχομαι χρόνια πολλά σ΄όλο τον κόσμο. Το κατηχητικό της ενορίας μας έχει ετοιμάσει ένα ποτ πουρι με κάλαντα από όλο τον κόσμο. Με χαρά θα το μοιραστούμε μαζί σας. Χρόνια πολλά και ο Θεός να μας χαρίζει δύναμη»

Οι εκκλησιαζόμενοι έβγαλαν επιφωνήματα ενθουσιασμού, λες και το ποτ πουρί είχε μόλις τελειώσει.

«Πάλι θα βγάλουνε το δίσκο»
Είπε ο κύριος Ενάρετος παρασυρόμενος από το λογισμό του.
Ο Βίος Αβίωτος κοίταξε με γουρλωμένα μάτια προς τον μεσόκοπο άντρα, άλλα κανείς δεν τον πρόσεξε, γιατί όλοι χειροκροτούσαν τα παιδιά της ενορίας. Τότε, είδε για πρώτη φορά την ξανθιά δεσποινίδα , που απροσεξία να βγάλει τα γάντια της. Ήταν σίγουρα μια Ενάρετη. Ήταν περίεργη όπως οι Ενάρετοι. Ήταν αφηρημένη όπως οι Ενάρετοι και πάνω απ΄όλα, ανυποψίαστη, αφού σύντομα θα καταντούσαν επαίτες.
Χριστός γεννάτε σήμερον… και χαίρει όλη η γη…
Χαρείτε όλοι μαζί… και χαίρει όλη η γη…
Γεννήθηκε ο Χριστός… παραράμ…

Άλλη δουλειά δεν είχαν οι Αβίωτοι από το να παρακολουθούν το ατσούμπαλο γένος των Ενάρετων. Ο Βίος είδε τον πατέρα Ενάρετο να τραβά το χέρι από τη τσέπη του και να το κατευθύνει προς το σημείο των αυτιών του. Η Ψυχούλα τράβηξε ένα – ένα τα δάχτυλα από το γάντι της κάνοντας ότι δεν βλέπει. Και μόλις οι τελευταίες λέξεις σήμαναν το φινάλε του τραγουδιού, φτερνίστηκε τρεις απανωτές φορές και όλοι χειροκρότησαν δυσαρεστημένοι, αλλά ο κύριος ενάρετος έκλεψε την παράσταση φωνάζοντας.
«Μπράβο! Μπράβο παιδιά μου!»
«Πώς είναι δυνατόν να παντρευτεί αυτό το τρελόπαιδο!»
Μούγκρισε γεμάτη οργή η κυρία Αβίωτη. Θα ερχόταν όμως κάποτε η στιγμή που οι δυο οικογένειες θα πήγαιναν στην εκκλησία μαζί. Η ψυχούλα χαμογελούσε τυλιγμένη μέσα στο λευκό της ταγέρ και όλοι ζήλεψαν το ροζ κρύσταλλο στην κουάφ της. Μπορούμε να γελάσουμε ή και να ειρωνευτούμε την ιδέα όμως πιασμένη στο μπράτσο του Βαγιανού Αβίωτου έμοιαζε πολύ με απεικόνιση βασιλικού ζεύγους. Ωστόσο οι χαρές είναι πάντα εφήμερες. Για λίγο μόνο κατάφερε η Ψυχούλα μας να χαρεί με την ιδέα.
Όταν το μελλοντικό ζεύγος χωρίστηκε στα έδρανα ο ιερέας έψελνε με παρρησία τη γέννηση του κυρίου και μετά από ένα ολόκληρο χρόνο η κυρία Ενάρετη μπορούσε να χαμογελά πεισματικά σε όσες κυρίες δεν το πίστευαν.
«Γκιόσα! Δε θα τον μου πάρεις εσύ!»
Οι καλεσμένοι γύρισαν να κοιτάξουν σύσσωμοι τη νεαρή δεσποινίδα που βάδιζε εξαγριωμένη προς τους ενάρετους. Η ψυχούλα δεν πρόλαβε. Ρίχτηκε πάνω της και την τράβηξε από τον γραμμωτό της γιακά.
«Παλιοθύλικο! Τώρα θα σου δείξω»
Η Ψυχούλα αμύνθηκε και ένα πλήθος ανθρώπων έσπευσε να τις χωρίσει.
«Για όνομα του θεού κόρη μου. Τι συμβαίνει;»
«Δεν ξέρω μπαμπά»
Είπε η ψυχούλα σκουπίζοντας το αίμα από το σαγόνι της. Ο Ιούλιος Αβίωτος άρπαξε την παράξενη κοπέλα και την ανέβασε ολόκληρη στον ώμο του.
«Βίο αγάπη μου! Έλα πίσω!»
Η ψυχούλα ένιωσε να ζαλίζετε. Αργότερα την ίδια μέρα κατέληξε να ψαχουλεύει σε ένα καθρέφτη το πρήξιμο κάτω από το μάτι της. Οι γονείς της περιστρέφονταν γύρω της γυρεύοντας μια λογική εξήγηση.
«Οφείλω να πω, ότι δε γνωρίζω τη σωματική ρώμη του παιδιού μας. Κυριολεκτικά την ξεμάλλιασε στο δεύτερο γύρω»
« Περούκα ήταν»
Μούγκρισε η ψυχούλα ακουμπώντας την πονεμένη μύτη της. Η μητέρα της κοίταξε αυστηρά τον Κύριο Ενάρετο , που σήμαινε ότι πρέπει να πάψει επιτέλους.
«Αγαπημένο μου κορίτσι. Πολλές φορές οι πλούσιοι κάνουν επιπολαιότητες»
«Αλλά εμείς δεν είμαστε πλούσιοι»
«Είμαι βέβαιη ότι ο Βίος…»
«Φτάνει» τη διέκοψε η Ψυχούλα εξαντλημένη πλέον
«Δε θέλω να ξέρω τίποτε»

Ο Βίος δεν τηλεφώνησε , ούτε πέρασε από το σπίτι . Ούτε μπήκε ποτέ στη διαδικασία να εξηγήσει σε κανέναν. Εξαφανίστηκε. Το βράδυ φανερώθηκε πάλι σε μια ερημική πάμπ. Περίμενε πολύ ώρα, βέβαιος πως αρκετός κόσμος πληροφορήθηκε για το σκάνδαλο. Ώσπου το σκάνδαλο εμφανίστηκε με μια διάθεση καλύτερη από την πρωινή.
Ο Βίος κοίταξε την γρατσουνιά στο μέτωπο της .
«Είχες ίση αντιμετώπιση»
Σχολίασε χιουμοριστικά. Έπειτα τη ρώτησε για τα ενθύμια που άφησε στο πρόσωπο της δεσποινίδας Ενάρετης.
«Της έπρηξα το μάτι. Θέλω να ελπίζω» έβγαλε από τη τσάντα της μια ασημένια καρτέλα και του την έδωσε
«Πέσανε από τη τσέπη της»
Ο Βίος αναγνώρισε της καραμέλες με το ελιξίριο της χαράς, από το μαγαζάκι των θαυμάτων. Ακόμα δεν κατάλαβε όμως, αν η Ψυχούλα είχε κάποιο κρυφό δεσμό, η αν απλά πήγαινε εκεί.
Η ζήλεια ωστόσο τον είχε τυφλώσει.
«Για να δούμε, πως θα κυκλοφορεί τώρα»
Η μυστηριώδης κοπέλα χαμογέλασε πονηρά και έφερε το πρόσωπο της κοντά στο δικό του.
«Και όλα αυτά χάρις εμένα. Την παλιά σου αγάπη…»
Ο Βίος την έσπρωξε με βία από πάνω του.
«Έκανες τη δουλειά σου. Πάρε αυτά τα λεφτά. Και φύγε»

 ©2024 Μαρία Μίγκλη

Αρθρογράφος – Συγγραφέας

Μαρία Μίγκλη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Ονομάζομαι Μαρία Μιγκλη. Γεννήθηκα στις 8/12/92. Είμαι βοηθός νοσηλευτή. Άρχισα να ξεδιπλώνω τον εαυτό μου στο χαρτί στα 15 μου χρόνια γράφοντας ένας εφηβικό διήγημα με τίτλο «Ο Άγγελος μου» όπου δύο έφηβοι ερωτεύονται και γίνονται γονείς σε μια πολύ νεαρή ηλικία. Συνέχισα να γράφω κάποια διηγήματα και δημοσιεύοντας ποιήματα σε εφηβικά περιοδικά, ανακαλύπτοντας με τον χρόνο πως οι λέξεις χρωματίζουν μόνο με την αγάπη και το μεράκι του δημιουργού ,ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να ενώνει η όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας να δυναστεύει. Στα 21 μου χρόνια δημοσίευσα το διήγημα «Ένα λουλούδι πριν φύγεις» στη Συλλογή έρωτες στα Δωδεκάνησα των εκδόσεων Βερρετα. Το διήγημα αφηγείται τον τραγικό έρωτα ενός ζευγαριού στα πρόθυρα του Β Παγκόσμιου πολέμου. Έπειτα συμμετείχα σε διαγωνισμούς ποίησης. Ενα από τα ποιήματα είναι και το ποίημα «Μνήμη». Το καλοκαίρι του 2018 , κερδίζω την 9η στις 20 θέσεις του διαγωνισμού διηγήματος , από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΉΣ. Το Διήγημα μου με τίτλο «Το άγρυπνο της βλέμμα» περιέχεται στη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΆΣ , και μας εξιστορεί ,τον έρωτα ενός βετεράνου στρατιώτη για μια νοσοκόμα και την αναζήτηση της. Τον τελευταίο καιρό συμμετέχω στο περιοδικό ΚΕΦΆΛΟΣ. Το 2023 , εκδίδω το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ . Ένα παραμύθι γραμμένο με αγάπη για την ανθρωπιά , την καλοσύνη και την ανιδιοτέλεια , από της εκδώσεις ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ .

Αφήστε μια απάντηση