Ερωτικό Instantane
Ο Διαμαντής είναι ένας 20χρονος ψαράς. Ολόκληρη τη ζωή του την πέρασε στο ψαροχώρι του μικρού Αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Ο τόπος του δεν είχε και πολλά νέα παιδιά και έτσι όταν δεν έβγαιναν με τη τράτα για ψάρεμα, έπαιρνε την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή που με χίλιες στερήσεις αγόρασε και φωτογράφιζε την ανατολή ή τη δύση του ήλιου, τους γλάρους και τα μικρά λουλούδια που ξεφύτρωναν στις σχισμές των βράχων.
Ώρες μπορούσε να μείνει ακίνητος, δίπλα σε ένα κρίνο της θάλασσας, μέχρι να έλθει μια πεταλούδα η μία μέλισσα να τρυγήσει το νέκταρ του. Και μην έχοντας σε ποιον να δείξει τα προϊόντα του κόπου του, τα μάζευε σε ένα μικρό λάπτοπ και τα αποθαύμαζε μόνος του.
Πολλές φορές αποκοιμήθηκε μπροστά στην οθόνη.
Εκείνο το απόγευμα αποφάσισε να πάει στα βράχια στην άκρη του μικρού λιμανιού τους, από όπου θα μπορούσε ανεμπόδιστα να φωτογραφίσει τον ήλιο που χάνονταν στη θάλασσα. Το καλοκαίρι τα χρώματα είναι πιο φωτεινά. Φόρτωσε όλα τα φίλτρα που θα ζωντάνευαν το δειλινό. Ευχότανε να περνά στον ορίζοντα κάποιο καΐκι, για να δώσει λίγη κίνηση στη φωτογραφία του. Το πραγματικό του όνειρο ήταν, να υπήρχε στο χωριό μια
νεαρή κοπέλα να τη φωτογραφήσει, καθώς ο ήλιος χανότανε. Το ήθελε όσο τίποτε στον κόσμο.
Ξαφνιάστηκε όταν είδε ένα κορίτσι να κάθεται με το βλέμμα προς τον ήλιο, περιμένοντας και αυτή το σβήσιμό του στα πελαγίσια νερά. Η ανάσα του κόπηκε. Το απαλό μελτέμι κουνούσε τα κάστανα της μαλλιά, γύρω από το γυμνό της ώμο. Ο ήλιος δημιουργούσε ένα χρυσοκόκκινο φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. Τα χέρια της πλεγμένα στα πόδια της, την έκαναν να μοιάζει με γοργόνα που την ξέβγαλε το κύμα.
Η ανάσα του Διαμαντή κόπηκε. Ήταν ακριβώς η σκηνή που ήθελε όσο τίποτε να φωτογραφήσει. Το ηλιοβασίλεμα, να αγκαλιάζει το γυναικείο σώμα. Η καρδιά του πρώτα σταμάτησε και μετά άρχισε να χτυπά άγρια. Τέτοια συγκίνηση δεν ένιωσε, ούτε όταν τότε που περίμενε δύο ώρες, να προσγειωθεί στο λουλούδι που εστίαζε με το φακό του μια λιβελούλα.
Κράτησε την ανάσα του. Θέλησε να της μιλήσει, όμως ένας κόμπος τον έκανε άλαλο. Φοβήθηκε μην την τρομάξει, μέσα σε εκείνη την ερημιά. Ίδρωσε. Από τη μια ο ήλιος ακουμπούσε ήδη στη θάλασσα και από την άλλη ο φόβος τον παρέλυε. Για μερικά δευτερόλεπτα αμφιταλαντεύτηκε μέχρι που το κορίτσι γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος του. Τον κοίταξε. Τα μάτια της ίδια η θάλασσα και το χαμόγελο της ίδια τα κύματα. Σαν να βγήκε το νερό στο βράχο.
– Αν καθυστερήσεις και άλλο θα τον χάσεις τον ήλιο, του είπε με μια βελούδινη, σχεδόν τραγουδιστή φωνή. Έχεις 30 δευτερόλεπτα για να κρατήσεις αιώνια, τη στιγμή που χρόνια ονειρεύεσαι.
Το αγόρι τα έχασε, όμως ένιωθε ότι πράγματι ο χρόνος κυλούσε ταχύτερα από ότι συνήθως, ακολουθώντας το ρυθμό της καρδιάς του. Ετοίμασε τη μηχανή, έλεγξε τα φίλτρα και την ταχύτητα του κλείστρου. Το κορίτσι γύρισε και πάλι προς τον ήλιο. Ο Διαμαντής βρήκε το
σωστό σημείο. Ήλιος, κορίτσι, φακός σε απόλυτη ευθεία. Ένα φλεγόμενο κορμί εμφανίσθηκε στην οθόνη. Όλα τα χρώματα του δειλινού ξεχύνονται από το σώμα, τους ώμους, το λαιμό και το κεφάλι. Όπως το είχε φαντασθεί και ακόμη καλύτερο.
Έμεινε άφωνος μπροστά σ αυτό που γράφτηκε στην οθόνη. Θέλησε να ξαναπατήσει το πλήκτρο αλλά σταμάτησε. Φοβήθηκε ότι θα κατέστρεφε την τελειότητα της φωτογραφίας που ήδη τράβηξε.
– Ευχαριστώ ψέλλισε μόνο για να πει κάτι. Θα την εκτυπώσω και θα σου δώσω αντίγραφο.
Το κορίτσι δεν κινήθηκε. Συνέχισε να αγναντεύει τον ήλιο, που χάνονταν στα βάθη της θάλασσας. Ο αέρας συνέχιζε να παίζει με τα μαλλιά της, σκορπίζοντας ένα λεπτό άρωμα, που κάλυπτε την αλμυρή μυρωδιά των βράχων. Η καρδιά του αγοριού ακόμη χτυπούσε δυνατά στο στήθος. Από τη μια η επιτυχία της ζωής του και από την άλλη το πανέμορφο κορίτσι, που βρέθηκε ξαφνικά στο ξεχασμένο από το Θεό χωριό του.
– Πως σε λένε; ρώτησε όταν ηρέμησε κάπως.
– Εκάτη, απάντησε χωρίς να γυρίσει, με εκείνη τη μεθυστική φωνή που σίγουρα θα τρέλαινε τα αγόρια
– Ασυνήθιστο όνομα.
– Όλοι μας στους μύθους έχουμε ασυνήθιστα ονόματα.
– Από που είσαι Εκάτη;
Δεν πήρε απάντηση. Μόνο ένας αναστεναγμός ανεβοκατέβασε τους ώμους της ή μήπως ήτανε λυγμός;
-Ξέχασα πόσο όμορφος είναι ο κόσμος είπε.
– Πως βρέθηκες ολομόναχή σ αυτή την ερημιά;
– Και να σου πω δεν θα καταλάβεις του απάντησε στο τέλος. Ήλθα μόνο για τη φωτογραφία σου και θα ξαναφύγω.
– Πόσο θα μείνεις στον τόπο μας;
– Σύντομα φεύγω, περιμένω το κύμα.
Και τότε ένα κύμα έσκασε από το πουθενά πάνω στο βράχο. Σηκώθηκε ένα μέτρο ψηλά και τον έκανε μούσκεμα. Ο Διαμαντής έλεγξε εάν βράχηκε η μηχανή του. Ευτυχώς. Γύρισε προς την κοπέλα, για να δει αν βράχηκε και εκείνη. Όμως η Εκάτη εξαφανίσθηκε. Μόνο η μυρωδιά της απέμεινε στον αέρα. Έντρομος έτρεξε πάνω κάτω στα βράχια. Έψαξε όλες τις σχισμές, μήπως το κύμα την παρέσυρε με την ορμή του. Τίποτα. Αλαφιασμένος έτρεξε στο χωριό να ζητήσει βοήθεια και να βρει ποιος την φιλοξενούσε. Παραξενεμένοι όλοι τον διαβεβαίωσαν ότι έχει να έλθει ξένος στον τόπο τους, πάνω από χρόνο. Όμως πήραν φακούς και τρέξανε να ψάξουν και αυτοί να βρουν το άγνωστο κορίτσι. Πάλι τίποτα.
Όταν επέστρεψαν στο καφενείο κάποιος τον ρώτησε περισσότερο για να τον πειράξει.
– Ρε Διαμαντάκο μήπως είδες όνειρο; Δεν χάνεται ολόκληρος άνθρωπος έτσι εύκολα.
Μερικοί γέλασαν, άλλοι τον κοίταξαν παράξενα. Ένιωσε άσχημα το παλικάρι. Και μετά θυμήθηκε.
– Έχω εδώ τη φωτογραφία που τράβηξα.
Άνοιξε την οθόνη της μηχανής.
– Νάτη είπε. Μπροστά από τον ήλιο.
Όλοι έσκυψαν να δουν αυτό το παράξενο κορίτσι. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι. Στη φωτογραφία φαινότανε μόνο ο ήλιος, να βυθίζεται στη θάλασσα.
– Που είναι η κοπέλα ρε Διαμαντή. Μόνο ο ήλιος υπάρχει.
– Να την φώναξε οργισμένος, που τον περιέπαιζαν τόσο ξεδιάντροπα.
Όλοι καμώνονταν ότι τάχα δεν έβλεπαν την κοπέλα, που ήταν εκεί μπροστά από τον ήλιο. Ακόμη και ο ψυχίατρος στην πρωτεύουσα που τον πήγαν οι γονείς του, έκανε πως δεν την έβλεπε. Του φέρονταν σαν να είναι αλαφροΐσκιωτος. Θύμωσε και πείσμωσε ο Διαμαντής.
Και βάλθηκε να ξαναβρεί το όμορφο κορίτσι, να την ρωτήσει γιατί εξαφανίσθηκε και αν ήθελε να την ξαναφωτογραφήσει. Και στα καΐκια δεν ξαναπήγε. Κάθε απόγευμα, την ώρα της δύσης, γυρίζει στα βράχια του λιμανιού. Κάθε βράδυ αποκαμωμένος από το ψάξιμο,
βλέπει και ξαναβλέπει τη φωτογραφία της, που ήταν και η τελευταία που τράβηξε…. και έτσι αποκοιμιέται.
Σημείωση 1. Σύμφωνα με τους μύθους η Εκάτη ήταν η θεότητα που συνδέεται με την
εκπλήρωση των επιθυμιών των αγνών ανθρώπων.
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
