
Οι ερωτικές ποιητικές συλλογές απαιτούν προσοχή από τον ποιητή ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα αποτυπώσει στο χαρτί τα συναισθήματά του. Θα πρέπει να υπάρχει μέτρο, ώστε να αποφύγει κάτι πολύ μελό που μπορεί να φανεί ακόμα και αστείο, όπως και μια στείρα συναισθηματολογία. Από την άλλη, δε θα πρέπει να ακολουθήσει και μια πολύ αφαιρετική μέθοδο, διότι τότε μάλλον θα γίνει ακατανόητο το περιεχόμενο και δε θα επιτευχθεί η ταύτιση του αναγνώστη.
Στην ποιητική συλλογή Κι ύστερα… της Βασιλικής Κώνστα υπάρχει ισορροπία και μέτρο. Έχει ακολουθήσει μια κατάλληλη ποιητική συνταγή. Τα συναισθήματά της πολλές φορές τα αποδίδει μέσω εικόνων, όπως για παράδειγμα αυτό της μοναξιάς μέσα από το αντιφέγγισμα του καντηλιού στο ταβάνι. Τα δείχνει, αντί απλώς να τα ομολογεί. Αλλά κι όταν δεν ακολουθεί αυτήν την τεχνική, δεν πέφτει στην παγίδα της απλής συναισθηματολογίας που κουράζει και δε μεταφέρει στον αναγνώστη με επιτυχή τρόπο τα ανάλογα συναισθήματα.
Στα 56 ποιήματα της συλλογής ξεδιπλώνονται όλες οι πτυχές του έρωτα. Προσμονή, μοναξιά, χωρισμός, κατηγορία, πάθος, πόθος, αγάπη, συγχώρεση… Ο αναγνώστης μάλλον θα λατρέψει τα περισσότερα. Σίγουρα, όμως, θα τα κατανοήσει όλα, γιατί η ποιήτρια γράφει λιτά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει λυρικότητα, εικονοπλασία, μεταφορά και παρομοίωση. Κι αυτό είναι άλλο ένα ζητούμενο της καλής, κατά τη γνώμη μου, ποίησης. Να μπορεί, δηλαδή, ο αναγνώστης να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Διαφορετικά, δε νομίζω πως κερδίζει κάτι. Ο αναγνώστης, λοιπόν, της ποιητικής συλλογής Κι ύστερα… έχει να κερδίσει πράγματα.
Κι ύστερα…
Περπάτησα στο κορμί σου ένα βράδυ,
έτρεξα στα χείλη σου τα ονειροπόλα.
Η αγάπη αλάτι επάνω σου,
να δίνει γεύση στις στιγμές μας.
Μέσα στα μάτια σου είδα μια φωτιά.
Την είχα ανάψει εγώ, ήμουνα σίγουρη.
Βρήκα καυσόξυλα στην καρδιά σου και τα μάζεψα.
Βρήκα προσάναμμα στο μυαλό σου
και το πήρα για βοήθεια στην προσπάθειά μου.
Άρχισα ύστερα ένα ταξίδι τόσο σύντομο,
μα θα προσευχόμουν να κρατούσε αιώνια.
Θα ικέτευα να με κάψει η πυρκαγιά σου πάλι και πάλι.
Αυτή η πυρκαγιά που εγώ έφτιαξα.
Αυτή η λαίλαπα που εγώ δημιούργησα σε ‘σένα.
Για ‘σένα!
Να με κάψει ξανά αυτό που σε έκανα.
Κι ύστερα θα ευχόμουν να με πάρει το κύμα σου.
Να με αγγίξει ξανά και ξανά.
Να με τραβήξει στον βυθό σου
και να μην ανασάνω ποτέ οξυγόνο.
Να παίρνω μόνο την ανάσα σου,
κολλημένη στον αγέρα των χειλιών σου
και να γίνω κι εγώ αεράκι μαζί τους.
Θα ευχόμουν να γίνω θύελλα.
Θύελλα που θα σε ξεσηκώσει
και θα σε κρατήσει δεμένο εδώ.
Δεμένο σ’ ένα δικό μου λιμάνι.
Αραγμένο σ’ ένα δικό μου νησί.
Κι ύστερα θα σε ξεναγούσα
στα βάθη της μοναξιάς μου.
Να σου δείξω το χθες μου, για να μην το μιμηθείς.
Να σε πιάσω απ’ το χέρι
και να σε περπατήσω στο κορμί μου.
Να γίνω αλάτι που θα δώσει γεύση στην αγάπη σου.
Κι ύστερα να ταξιδέψω εγώ στα νερά σου.
Να γίνω ρυάκι που θα δροσίσει τα καυτά σου χείλη.
Κι ύστερα…
κι ύστερα θα έρθει η ένωση.
Θα έρθει εκείνη η επαφή
που θα μας κάνει ποτάμι άγριο.
Θα σύρουμε στο διάβα μας ό,τι μας εμποδίζει.
Θα φουσκώσουμε απειλητικά μαζί
και θα παρασύρουμε φύλλα, κλαδιά, ρούχα, όνειρα.
Κι ύστερα…
κι ύστερα κάνε ό,τι θες,
δε θα με νοιάξει.
©2024 Γιώργος Τσιβελέκος
Λογοτέχνης – Επιμελητής βιβλίων – Αρθρογράφος
