Ψυχογράφημα
Δεν ξέρω ποιος είναι το θύμα και ποιος το θήραμα, γιατί συχνά τα δύο συγχέονται
μέσα σε ιστορίες όπου η αλήθεια φορά μάσκες. Όμως ένα είναι σίγουρο: εκείνος που παίζει ρόλους,
που δείχνει άλλο πρόσωπο μπροστά και άλλο πίσω, δεν μπορεί να βαφτίζεται αθώος.
Η διπροσωπία δεν είναι άμυνα, είναι στρατηγική. Και κάθε στρατηγική αποκαλύπτει πρόθεση.
Όποιος κρύβεται πίσω από προσωπεία γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει και γιατί το κάνει,
ακόμα κι αν προσποιείται άγνοια.
Σε αυτό το παραμύθι της καθημερινότητας, ο κακός λύκος δεν έρχεται πάντα με κοφτερά δόντια.
Έρχεται με λόγια γλυκά, με βλέμμα καθησυχαστικό, με υποσχέσεις που μυρίζουν ασφάλεια.
Αλλά πίσω από τη γιαγιά κρύβεται η πείνα. Πίσω από την οικειότητα καραδοκεί ο έλεγχος.
Και όταν πέφτει η σιωπή, μένει μόνο η αλήθεια γυμνή και αμείλικτη.
Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν είναι απλώς ένα αφελές κορίτσι. Είναι ο άνθρωπος που πίστεψε.
Είναι εκείνος που άνοιξε την πόρτα επειδή του μίλησαν όμορφα. Είναι ταυτόχρονα θύμα και θήραμα,
γιατί βρέθηκε εκτεθειμένος χωρίς να το καταλάβει. Το θύμα κουβαλά τον πόνο της εξαπάτησης,
το θήραμα κουβαλά τον φόβο της πρόθεσης. Και αυτά τα δύο συναντιούνται στο ίδιο βλέμμα.
Η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι το δάγκωμα, αλλά η σύγχυση. Όταν ο θύτης ντύνεται θύμα,
τότε η ευθύνη διαλύεται και η ενοχή αλλάζει χέρια. Η κοινωνία συχνά συμπονά τη φωνή
που φωνάζει πιο δυνατά, όχι εκείνη που πονά πιο βαθιά.
Έτσι ο λύκος μαθαίνει να κλαίει, ενώ η Κοκκινοσκουφίτσα σωπαίνει.
Όμως τα παραμύθια έχουν μνήμη. Και η μνήμη δεν ξεγελιέται για πάντα.
Οι μάσκες πέφτουν, όχι από τύχη, αλλά από το βάρος των πράξεων. Γιατί στο τέλος,
κανείς δεν κρίνεται από όσα λέει, αλλά από όσα προκάλεσε.
Και ο κακός λύκος μπορεί να αλλάξει φωνή, αλλά ποτέ τη φύση του.
Αυτό το κείμενο δεν είναι κραυγή εκδίκησης, αλλά πράξη διάκρισης.
Είναι μια υπενθύμιση ότι η αθωότητα δεν χρειάζεται μάσκες, ενώ η ενοχή πάντα τις αναζητά.
Όταν μάθουμε να ξεχωρίζουμε τον ρόλο από την πράξη, τότε ίσως προστατεύσουμε
καλύτερα τα αληθινά θύματα.
Μέχρι τότε, ας μην φοβόμαστε να ονομάζουμε τον λύκο λύκο,
ακόμα κι αν φορά γιαγιαδίστικα ρούχα.
Γιατί η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα, είναι συχνά συνενοχή. Και κάθε φορά που μπερδεύουμε
τον θύτη με το θύμα, ανοίγουμε χώρο στην επανάληψη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται όχι επειδή ξεχνάμε,
αλλά επειδή διστάζουμε να δούμε καθαρά. Το καθαρό βλέμμα πονά, όμως λυτρώνει.
Δεν χαρίζεται σε κανέναν, μα αποδίδει ευθύνη εκεί που ανήκει. Κι αυτό είναι πράξη θάρρους.
Η Κοκκινοσκουφίτσα μπορεί να μάθει να περπατά ξανά στο δάσος, όχι με φόβο, αλλά με επίγνωση.
Να ξεχωρίζει τα μονοπάτια, να ακούει τα σημάδια, να εμπιστεύεται το ένστικτό της.
Δεν φταίει που συνάντησε λύκο, φταίει μόνο ο λύκος που διάλεξε να επιτεθεί.
Αυτή η διάκριση δεν είναι σκληρότητα, είναι δικαιοσύνη.
Κι αν κάτι μας διδάσκουν τα παραμύθια, είναι πως το κακό αλλάζει μορφές, όχι ουσία.
Γίνεται συμπαθητικό, γίνεται πειστικό, γίνεται οικείο. Μα πάντα προδίδεται
από την πείνα του για εξουσία. Εκεί ακριβώς πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα μας,
αν θέλουμε λιγότερα θύματα και λιγότερα θηράματα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η ευθύνη δεν μοιράζεται ισότιμα. Βαραίνει εκείνον που γνώριζε,
που σχεδίασε, που φόρεσε τη μάσκα. Και η αλήθεια, όσο κι αν καθυστερεί,
βρίσκει πάντα τρόπο να ειπωθεί. Ας είμαστε έτοιμοι να την ακούσουμε,
ακόμα κι αν χαλά το παραμύθι που μας βόλευε. Γιατί μόνο τότε το δάσος
γίνεται λιγότερο σκοτεινό και οι λύκοι λιγότεροι.
Για όλους.
©️2026 Ανδρέας Παναγιωτάκης
Αρθρογράφος * Δημοσιογράφος * Συγγραφέας
