Πεζο-ποίημα
Έφυγες βιαστικά…
Το δαντελένιο μαντήλι, που τόσο ταίριαζε με το πέπλο σου
Τα δάκρυα της Παναγιάς, που σου φόρεσε στον λαιμό η μάνα
Τα λουλούδια, που σου στόλισαν οι θυγατέρες τα μαλλιά
Όλα εδώ…
Πάνω στο παλιό κομό της γιαγιάς, που μας χάρισε με τόση χαρά
Όλα είναι εδώ…
Μόνο εσύ έφυγες βιαστικά…
Τόσο βιαστικά, που δεν μ΄αποχαιρέτησες μάτια μου,
δε μου εξήγησες, δε με φίλησες,
για να΄χω παρηγοριά τη γεύση της αγάπης σου.
Τώρα σαν νεκρός – ζωντανός
οργώνω τα ξύλινα δάπεδα αυτού του σπιτιού,
που τόσο απρόσμενα βυθίστηκε στην απόλυτη σιωπή.
Θαρραλέος κανείς,
ν΄ανοίξει την πόρτα να μου εξηγήσει που πήγες….
Τους ακούω σαν τα όρνια να γυροφέρνουν το σπίτι,
να ψιθυρίζουν σαν τις τρομαγμένες κατσαρίδες στις γωνιές.
Σιχαίνομαι ακόμη και τη μυρωδιά της αναιδέστατης παρουσίας τους
που φτάνει στο δωμάτιο σαν άταφος νεκρός…
Ανεξήγητη η συμπεριφορά τους…
Ποιόν τάχατε φοβούνται τόσο;
Εμένα;
Ένα ερείπιο απόμεινα ανάμεσα στα νυφικά προικιά
που δεν πρόλαβαν να στολιστούν
και στη χαρά που μας έταξε γλέντι τρικούβερτο
αλλά στο τέλος μας πρόδωσε πρώτη απ΄όλους.
Ευτυχώς που οι καθρέπτες είναι ακόμη σκεπασμένοι,
τρέμω στην ιδέα πως θα΄πρεπε ν΄αντικρύσω το πρόσωπο μου,
να βρεθώ αντιμέτωπος με την καταδίκη μου.
Ένα άτολμο φάντασμα που ακόμη σ΄αναζητά
που ακόμη κουβαλά στα χείλη του αυτό το σάπιο ‘Γιατί;’
Δεν ξέρω αν περνάνε οι μέρες, αν σκορπάνε οι νύχτες,
αν τα χρόνια φέρνουν σοδειές καλές ή λασπωμένες,
αν η ζωή υμνεί τον Κύρη της ή απλώς προσπερνάει με βήματα βαριά.
Τίποτα δεν ξέρω και τίποτα δε θέλω να μάθω
Καρτερώ απλώς την ώρα την ιερή της συνάντησης μας…
Έφυγες βιαστικά…
©️2025 Μαρία Σταυρίδου
Αρθρογράφος * Λογοτέχνιδα
