Κοραλλένια κύματα στις αμμουδιές των νησιών,
οι βοριάδες καβαλάρηδες πίσω από καράβια.
Πλεγμένα με όνειρα τα καραβόσκοινα,
τα ναυτόπουλα μετρούν στο κομποσκοίνι τους
κάτασπρους γλάρους.
Γέρνουν οι ελιές να πιούν νερό απ΄τη θάλασσα,
ο φλοίσβος της φέρνει τις ψαλμωδίες των δελφινιών.
Αγιασμένο το πέλαγος απ’ τους βασιλικούς και τ΄άγριο θυμάρι,
μοσχοβολούν αγιόκλημα οι εσπερινοί.
Καταμεσής τ’ ουρανού ο Χριστός,
κεντημένες θάλασσες και στεριές στ΄άμφιά του.
Χερουβείμ καβάλα σε ιππόκαμπους,
οι αρχάγγελοι καπετάνιοι στις πλώρες.
Σκοντάφτουν οι φτερούγες τους στους αέρηδες,
ξυπνούν αγουροξυπνημένα τα μελτέμια.
Κορίτσια κι αγόρια χορεύουν στις ακρογιαλιές,
χτυπούν τα ντέφια τους τα χελιδόνια.
Ανεμόμυλοι περπατούν στους λόφους,
σμήνη πουλιών, ακροπατώντας στον άνεμο,
γυροφέρνουν στα φτερά τους.
Κατηφορίζουν οι φυλλωσιές των πεύκων τις πλαγιές,
ο αγέρας μυρωμένος απ΄την ανάσα τους.
Πέφτουν οι κουκουνάρες στα πόδια τους,
στροβιλίζονται τα όνειρα τους.
Ένα δεμάτι σύννεφα στη βαρκούλα τ’ ουρανού,
σκαρφαλωμένος ο χρόνος στα ψηλά καμπαναριά.
Κάτω απ΄τις χρυσαφιές πέτρες
ζεστή η ανάσα της γης,
τα κλήματα πίνουν το κρασί του ήλιου.
Διάφανο το φως και αγγελικό,
σαλπίζει ολόλευκο στους ανέμους.
©2023 Ιωάννα Αθανασιάδου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
Ποίημα από το βιβλίο, ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Εκδόσεις Βεργίνα
