Δυο αδέρφια ζούσαν με τη γιαγιά τους στη Μεγάλη Λίμνη των Κυπαρισσιών, στη χώρα των Μικασούκι. Τα δυο αγόρια πήγαιναν κάθε μέρα στο κυνήγι και η γιαγιά τους μαγείρευε και κρατούσε το νοικοκυριό τους. Τα αγόρια ήταν καλοί κυνηγοί και φέρνανε κάθε μέρα διάφορα θηράματα, ζώα, πουλιά κι ακόμα ψάρια και χέλια.

Το σπίτι τους ήταν πολύ όμορφο. Οι στύλοι που το στήριζαν ήταν από ωραία κατεργασμένο κυπαρίσσι και η οροφή ήταν από φοινικόφυλλα. Κάθε άνοιξη τ’ αγόρια μάζευαν νέα φοινικόφυλλα και η γιαγιά τους τα καθάριζε και τα πέρναγε μέσα στα πλέγματα των παλιών, για να γίνει ακόμα πιο γερή η οροφή. Το πάτωμα ήταν ανυψωμένο από το χώμα και γύρω γύρω στους τοίχους είχαν βάλει ράφια, έτσι που να μπορούν να αποθηκεύουν ό,τι ήθελαν. Πλάι στο κύριο δωμάτιο, υπήρχε μια αποθήκη για τις ξεραμένες τροφές και η γιαγιά είχε ορμηνέψει τα εγγόνια της να τη χτίσουν με στέρεους, συμπαγείς πασσάλους, βαλμένους τον ένα πολύ κοντά στον άλλο, ώστε να μη φαίνεται απέξω τίποτε από το εσωτερικό.
Έτσι ζούσαν με ασφάλεια και έχοντας όλα τα καλά.
Μια μέρα, η γιαγιά είδε τα εγγόνια της να περιποιούνται τα όπλα τους έξω στην αυλή. Ήταν ένα πολύ ωραίο πρωινό. Οι ιβίσκοι ήταν ανθισμένοι και σ’ όλα τα φυτά μια τρυφερή πράσινη καρδιά ξεχώριζε απ’ τ’ άλλα φύλλα, σαν σμαράγδι. «Κι όμως, αυτό το όμορφο πρωινό, τα εγγόνια μου κάθονται στην αυλή μόνα τους και μελαγχολικά σαν να μην έχουν κανένα στον κόσμο», είπε μέσα της η γιαγιά βλέποντας τα εγγόνια της. «Τι να συμβαίνει άραγε; Θα τα ρωτήσω».
- Τι πάθατε, αγόρια μου; Το πρωινό είναι τόσο όμορφο. Όλα είναι σαν να τραγουδάνε και να γελάνε. Εσείς όμως φαίνεστε λυπημένοι.
- Τότε ο μεγάλος εγγονός είπε:
- Βαρεθήκαμε να τρώμε κρέας. Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε και κάτι άλλο να τρώμε μαζί με το κρέας για αλλαγή;
- Το κρέας είναι η τροφή που μας έδωσε ο Θεός, απάντησε η γιαγιά στενοχωρημένη από το παράπονο του εγγονιού της.
- Ναι, μα αν είχαμε και κάτι άλλο δε θα σκοτώναμε τόσα από τα πλάσματά του, είπε ο δεύτερος εγγονός αντιλέγοντας.
Η γιαγιά σκέφτηκε για λίγο και είπε:
- Δεν έχεις άδικο.
Ύστερα στάθηκε και κοίταζε τα εγγόνια της να καθαρίζουν τα όπλα τους κι όταν τέλειωσαν ρώτησέ:
- Τι κρέας θα φέρετε σήμερα;
- Ελάφι λέμε να φέρουμε, είπε ο μεγάλος εγγονός.
- Καλά, είπε η γιαγιά και πρόσθεσε: Όταν γυρίσετε, ένα μέρος από το γεύμα σας θα έχει κιόλας ετοιμαστεί.
Όλη μέρα, στο κυνήγι, τ’ αγόρια σκεφτόντουσαν τι να ήθελε να πει η γιαγιά τους με τα τελευταία της λόγια.
- Λες να μπορέσει να ετοιμάσει τίποτε διαφορετικό; ρώτησε ο δεύτερος εγγονός.
- Μην ξεχνάς πως έχει πολλή δύναμη και ξέρει πολλά. Γιατί όχι; είπε ο άλλος.
Αργά το απόβραδο, όταν από τις όχθες της Λίμνης των Κυπαρισσιών άρχισαν να σηκώνονται τα πρώτα σύννεφα της νύχτας και στον ουρανό πάσχιζε ένα χλομό αστέρι να δείξει τη λάμψη του, τα δυο αδέρφια γύρισαν σπίτι τους. Από μακριά, τους ήρθε μια μυρωδιά μαγειρεμένου φαγητού που ήταν θαυμάσιο άρωμα.
- Γιαγιά, γιαγιά, τι μαγειρεύεις που μυρίζει τόσο όμορφα; φώναξε ο μεγάλος εγγονός γεμάτος χαρούμενη έκπληξη.
- Γδάρτε και κόψτε το κρέας του ελαφιού και φέρτε το μου, είπε εκείνη. Θα δοκιμάσετε όπου να ‘ναι το πιο νόστιμο φαγητό του κόσμου.
Ύστερα άνοιξε τη χύτρα κι έριξε μέσα το κρέας του ελαφιού και το φαγητό μοσκοβόλησε ακόμη περισσότερο, τόσο που τα παιδιά ένιωσαν το στόμα τους να υγραίνεται στη σκέψη πόσο νόστιμο θα ήταν.
Το ελάφι ήταν μικρό και για αυτό το κρέας του, τρυφερό όπως ήταν, έβρασε γρήγορα. Η γιαγιά το σερβίρισε στα ξύλινα βαθιά πιάτα κι έδωσε κι από ένα ξύλινο πιρούνι στον καθένα και είπε:
- Εμπρός, παιδιά. Τρώγετε!
Το φαγητό πραγματικά ήταν τόσο νόστιμο, όσο το είχαν φανταστεί από τη μυρωδιά τα παιδιά. Δεν είχαν ξαναδοκιμάσει τίποτε καλύτερο.
- Τι πράγμα είναι, γιαγιά; ρώτησε ο μεγάλος εγγονός.
- Το λένε καλαμπόκι, είπε η γιαγιά χωρίς να δώσει καμιά άλλη εξήγηση.
Το άλλο πρωί, όταν ξύπνησαν τα δυο αγόρια, τα πρόσωπά τους ήταν χαμογελαστά όσο ποτέ άλλοτε.
Η γιαγιά τα παρατήρησε με κρυφή χαρά, αλλά μαζί με κάποια λύπη.
- Τι σκοπεύετε να κυνηγήσετε σήμερα; ρώτησε τα εγγόνια της.
- Άγρια γαλόπουλα, απάντησαν. Νομίζουμε πως θα γίνουν πολύ καλά με το καλαμπόκι.
- Ωραία, είπε η γιαγιά. Πάντοτε είναι νόστιμα τα άγρια γαλόπουλα. Ωστόσο, σε περίπτωση που δε θέλετε πάλι καλαμπόκι, θα σας έχω άλλο φαγητό απόψε.
Τα παιδιά φύγανε για το κυνήγι. Το μυαλό τους όμως το είχαν στα λόγια της γιαγιάς.
Πρώτος ρώτησέ ο μεγάλος:
- Τι να ήθελε να πει η γιαγιά πάλι; Τι νέο φαγητό άραγε να μας ετοιμάζει;
- Δεν ξέρω. Πάντως, ό,τι και να μαγειρέψει, μου φαίνεται πως δε θα μου αρέσει περισσότερο από το καλαμπόκι, είπε ο άλλος.
Κυνήγησαν με όρεξη και τόσο βιαζόντουσαν να γυρίσουν σπίτι και να δοκιμάσουν το νέο φαγητό, που ετοίμασαν κιόλας τα γαλοπούλα για τη χύτρα καθώς γύριζαν στο δρόμο.
Σαν έφτασαν κοντά στο σπίτι τους, πάλι μια πολύ ωραία μυρωδιά τους χτύπησε τα ρουθούνια. Η νέα μυρωδιά ήταν και πάλι καλαμπόκι, αλλά τώρα είχε και κάτι το δικό της, το ξεχωριστό, που ήταν και πολύ ωραίο.
- Μου φαίνεται πως είσαστε κιόλας έτοιμοι με το κρέας, είπε η γιαγιά μόλις τους είδε και πήρε το κρέας του γαλόπουλου και το ‘ριξε μέσα στη χύτρα. Τότε το φαγητό μοσκοβόλησε όσο ποτέ άλλοτε. Έτοιμο, είπε σε λίγο και το σερβίρισε. Ελάτε!
Τα δυο αδέρφια πλύθηκαν και κάθισαν να φάνε.
Γιαγιά, πώς το λένε το καινούργιο φαγητό; ρώτησε ο μεγάλος.
- Χοντράλευρο. Είναι ένα από τα δώρα του καλαμποκιού, είπε εκείνη.
Την άλλη μέρα, τα δυο αδέρφια σκότωσαν ένα είδος ζαρκάδι.
Και πάλι, όταν πλησίασαν στο σπίτι τους, μια νέα μυρωδιά καλαμποκιού τους ήρθε στα ρουθούνια τους.
- Πού να βρίσκει άραγε όλα αυτά τα ωραία πράγματα η γιαγιά; ρώτησε περίεργος ο δεύτερος εγγονός το μεγάλο.
- Τι να σου πω; Δεν ξέρω. Μπορεί όμως κάποτε να μάθουμε, απάντησε εκείνος.
Όταν απόφαγαν, τ’ αδέρφια ρώτησαν τη γιαγιά:
- Πόσοι τρόποι υπάρχουν, γιαγιά, να μαγειρεύει κανείς το καλαμπόκι; Είναι πάντα τόσο ωραίο.
- Κανένας άνθρωπος δεν το ξέρει αυτό. Κι ούτε κανένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει τόσο πολύ για να μπορέσει να πάρει από το καλαμπόκι όλα τα δώρα που του δίνει, απάντησε η γιαγιά με σοβαρό ύφος.
Ωστόσο, η περιέργεια άρχισε πια να γίνεται αβάσταχτη για τα δυο αδέρφια.
- Πρέπει να μάθουμε από πού παίρνει όλο αυτό το καλαμπόκι η γιαγιά, είπαν.
Έτσι την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησαν κι οι δυο μαζί για το κυνήγι, αλλά λίγο πιο πέρα από το σπίτι χώρισαν. Ο νεότερος ξαναγύρισε και κρύφτηκε στα δέντρα κοντά στο σπίτι, απ όπου μπορούσε να βλέπει τι έκανε η γιαγιά. Η ώρα φαινόταν να μην πέρναγε καθόλου για το δεύτερο εγγονό, εκεί πίσω από τις πορτοκαλιές που ήταν κρυμμένος και περίμενε. Ήταν η εποχή που τα δέντρα είχαν ανθίσει και το άρωμα που ξεχυνόταν του φαινόταν τόσο ωραίο όσο και του καλαμποκιού, κι αυτό τον έκανε να νιώσει πεινασμένος. Τέλος, είδε τη γιαγιά να βγαίνει από το κύριο δωμάτιο και να πηγαίνει δίπλα στην αποθήκη. Ο εγγονός της τότε βγήκε από την κρυψώνα του και χωρίς να κάνει τον παραμικρότερο θόρυβο, όπως το καταφέρνουν οι ινδιάνοι στο κυνήγι και τον πόλεμο, πλησίασε σε ένα μέρος από- που μπορούσε να βλέπει στο εσωτερικό της αποθήκης από την ανοιχτή πόρτα.
Είδε, λοιπόν, τη γιαγιά να παίρνει ένα δέρμα Ελαφιού και να το απλώνει στο πάτωμα. Ύστερα πήρε κι ένα μεγάλο βαθύ πιάτο και το ‘βαλε δίπλα. Μετά στάθηκε όρθια στη μέση του απλωμένου δέρματος κι έτριψε τις ανοιχτές παλάμες της επάνω στο σώμα της. Τότε ο εγγονός της είδε κατάπληκτος πως περνούσαν απ’ όπου τα χέρια της γιαγιάς, έπεφταν από πάνω της καλαμπόκια.
Όταν έπεσαν αρκετά για το βραδινό τους φαγητό η γιαγιά έσκυψε και τα μάζεψε, τα έβαλε στο βαθύ πιάτο και γύρισε σπίτι να τα μαγειρέψει. Ο εγγονός κατάπληκτος και βαθιά συγκινημένος, πήρε το μονοπάτι για το δάσος να συναντήσει τον αδερφό του.
Ο μεγάλος εγγονός γύριζε εκείνη την ώρα και, μόλις είδε τον αδερφό του, ρώτησε ανυπόμονα:
- Είδες τίποτα;
- Ναι, απάντησε εκείνος. Το καλαμπόκι είναι μέρος από το σώμα της!
- Δεν είναι δυνατόν! ξεφώνισε εκείνος. Πώς μπόρεσε να σκεφτεί ότι θέλουμε να τρώμε το κορμί της! Ποτέ δε θα το κάναμε αυτό. Οι Μικασούκι δεν είμαστε κανίβαλοι σαν τους Τονκάβας και τους Κάντος.
Γύρισαν βιαστικά σπίτι, όπου τους περίμενε έτοιμο το φαγητό. Η γιαγιά είχε βάλει ξεραμένο γαλόπουλο από την αποθήκη στο καλαμπόκι. Όσο όμως κι αν ήταν νόστιμο το φαγητό, τα δυο παιδιά δεν μπορούσαν να φάνε. Με πολλή δυσκολία κατάπιναν.
Η γιαγιά παραξενεύτηκε και τα ρώτησε:
- Τι πάθατε και δεν τρώτε; Βαρεθήκατε απότομα τα φαγητά μου;
- Όχι, είπαν εκείνα ξεροκαταπίνοντας. Απλώς δεν έχουμε όρεξη. Το φαγητό σου είναι όπως πάντα θαυμάσιο, αλλά είμαστε κουρασμένοι.
- Ααααα, φώναξε τότε η γιαγιά κι έπεσε στο πάτωμα σχεδόν πεθαμένη.
Τα εγγόνια της τη σήκωσαν αμέσως και γεμάτα αγάπη την ξάπλωσαν στο κρεβάτι της και τη ροπή σαν κατατρομαγμένα:
- Τι έπαθες, γιαγιά; Τι να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε;
- Τίποτα, είπε ξέψυχα εκείνη. Βρήκατε το μυστικό μου. Τώρα πρέπει να ετοιμάζομαι να φύγω από ετούτο τον κόσμο.
- Αγαπημένη μας γιαγιά, σε παρακαλούμε, μην πεθαίνεις! φώναξαν τα εγγόνια της με δάκρυα στα μάτια. Πώς θα ζήσουμε χωρίς εσένα;
- Ησυχάστε, απάντησε εκείνη. Θα είμαι πάντοτε μαζί σας. Δε σας αφήνω. Τώρα όμως που θα φύγω, πρέπει να κάνετε ό,τι σας πω: θάψτε με στο χωράφι που δεν πλημμυρίζει ποτέ. Σκεπάστε με, με πλούσιο χώμα και φράξτε τον τάφο μου με χοντρούς πασσάλους να τον προφυλάξετε από τ’ αγριογούρουνα και μην αφήνετε κανέναν να τον πλησιάσει. Αν το κάνετε αυτό, την άνοιξη θα δείτε κάτι πράσινο να φυτρώνει επάνω στον τάφο μου. Το φυτό θα ψηλώσει πολύ και στην κορυφή του θ’ ανθίσει ένα λουλούδι. Γύρω στο λουλούδι θα κρέμονται όμορφες φούντες, που θα τις λικνίζει απαλά ο άνεμος. Μην το πειράξετε και το φθινόπωρο θερίστε τις κορυφές από τις φούντες. Ύστερα να ξεράνετε τον καρπό και να τον φυλάξετε σ’ ένα μέρος χωρίς υγρασία κι όπου δεν μπορούν να τον φτάσουν τα ποντίκια.
Η γιαγιά πήρε μια βαθιά ανάσα κι εξακολούθησε:
- Όταν ξεραθεί κι αποθηκέψετε το καλαμπόκι, βγείτε έξω στον κόσμο και βρείτε συζύγους. Εκείνες θα
φυτέψουν τov καρπό την άνοιξη. Κάντε ακόμη μικρούς σωρούς από χώμα στη σειρά και σε κάθε σωρό φυτέψτε τέσσερις σπόρους καλαμπόκι και τέσσερις φασόλια. Τότε, καλαμπόκια και φασόλια θα φυτρώσουν μαζί κι ανάμεσα στις αυλακιές τους μπορείτε να φυτέψετε τη μικρή τους αδερφή, την κολοκύθα. Αν οι γυναίκες σας φροντίσουν όπως πρέπει το χωράφι, θα ζήσετε πλούσια γιατί είσαστε και σεις καλοί κυνηγοί. Όσο για μένα, θα είμαι πάντοτε μαζί σας, όσο υπάρχει καλαμπόκι.
Ύστερα η γιαγιά μάζεψε όση δύναμη της απόμενε, ευλόγησε τα εγγόνια της κι έκλεισε τα μάτια της για πάντα μ’ ένα χαμόγελο στα χείλια.
Τα εγγόνια της ακολούθησαν ακριβώς τις οδηγίες της. Από τότε οι Μικασούκι έμαθαν να καλλιεργούν το καλαμπόκι κι ακόμη τα κηπευτικά, και ζουν ήσυχα και καλά.

