Μια φορά κι έναν καιρό σέ μια υπέροχη κοιλάδα ζούσαν τρία αδέλφια, ο Χάνς, ο Σβαρτς και ο Γκλούκ. Η κοιλάδα, πού την έλεγαν Κοιλάδα των Θησαυρών, ήταν πολύ όμορφη καί πλούσια σέ καρπούς. Από την άλλη μεριά του βουνού ένας επιβλητικός καταρράκτης έπεφτε με θόρυβο από ψηλά και όταν βασίλευε ο ήλιος χρύσιζε τόσο ωραία το νερό, πού ο καταρράκτης είχε ονομαστεί ο χρυσός ποταμός.
Από τα τρία αδέλφια μόνο ο ένας, ο μικρότερος, ήταν καλός. Οι άλλοι δυο ήταν πολύ σκληροί, κακομεταχειρίζονταν τούς εργάτες τους καί τούς γύρω κατοίκους, αλλά πιο πολύ τον Γκλούκ. Μια μέρα ο βασιλιάς των ανέμων αποφάσισε να τούς τιμωρήσει καί έστειλε μεγάλη ξηρασία στην κοιλάδα, έτσι πού καταστράφηκε εντελώς. Τα τρία αδέλφια δεν μπορούσαν πιά να ζήσουν εκεί καί μεταφέρθηκαν από την πλευρά του χρυσού ποταμού.
Ο Χάνς καί ο Σβαρτς τριγύριζαν όλη μέρα καί άφηναν στο σπίτι τον Γκλούκ να δουλεύει για όλους, ενώ εκείνοι ξοδεύαν τα χρήματα τους εδώ κι εκεί. Στο τέλος δεν είχε μείνει παρά μόνο το χρυσό ταμπούρλο του Γκλούκ πού ήθελαν να το λιώσουν κι αυτο για να πουλήσουν το χρυσάφι. Το έριξαν λοιπόν μια μέρα σ’ ένα καζάνι, άναψαν φωτιά για να λιώσει κι άφησαν τον Γκλούκ να κλαίει. Ο Γκλούκ ήταν απαρηγόρητος. Ξαφνικά όπως θαύμαζε τον χρυσό ποταμό από το παράθυρο του άκουσε μια κλαψιάρικη μεταλλική φωνή να έρχεται από το καζάνι.
- Βγάλε με από δω, βράζω!
Ο Γκλούκ τα έχασε. ’Έριξε μια ματιά καί είδε ότι το ταμπούρλο του είχε λιώσει. Άρχισε να το κουνάει σιγά-σιγά. Καί τότε είδε ένα αστείο ανθρωπάκι, έναν νάνο ολόχρυσο να βγαίνει από το καζάνι.
- Είμαι ο βασιλιάς τού χρυσού ποταμού, τού είπε κι έχω να σου πω κάτι. “Αν κάποιος καταφέρει να σκαρφαλώσει ψηλά στο μεγάλο βουνό, όπου αρχίζει ή χαράδρα καί ρίξει από κει τρεις σταγόνες μαγεμένο νερό, τότε όλος ο καταρράκτης θα μεταβληθεί σέ χρυσάφι. Μόνο μια φορά όμως μπορεί να δοκιμάσει καί αν το νερό δεν είναι μαγεμένο θα γίνει ο ’ίδιος μια μαύρη πέτρα. Αυτά είπε ο νάνος καί εξαφανίστηκε πάλι στη φωτιά. Όταν γύρισαν τα αδέλφια τού Γκλούκ καί έμαθαν τί είχε συμβεί άρχισαν να τσακώνονται ποιος θα ξεκινήσει πρώτος για το βουνό. Τελικά ο Χάνς, ο πιο δυνατός, πήγε να ζητήσει νερό από τη μάγισσα. Η μάγισσα όμως δεν τού έδωσε γιατί ήταν κακός καί ο Χάνς έκλεψε ένα μπουκαλάκι. ’Έπειτα πήρε μαζί του ψωμί καί κρασί καί ξεκίνησε.
Καθώς σκαρφάλωνε συνάντησε έναν τεράστιο παγετώνα πού γλιστρούσε. Με μεγάλους κόπους κατάφερε να τον περάσει. Πιο πέρα τον περίμεναν μερικοί πανύψηλοι βράχοι πού έκαιγαν ἀπ’ τον ήλιο καί δεν υπήρχε ίχνος σκιάς τριγύρω. Αισθανόταν τόσο κουρασμένος πού έβγαλε να πιει λίγο νερό, όταν ένιωσε κάτι να σαλεύει στα πόδια του. ‘Ένα σκυλάκι σερνόταν στο δρόμο, έτοιμο να πεθάνει από τη δίψα. Ο Χάνς το προσπέρασε με μια κλωτσιά. ‘Ύστερα από μια ώρα είχε κουραστεί ακόμα περισσότερο καί το ανέβασμα γινόταν όλο καί πιο δύσκολο. Σέ μια στιγμή δίψασε καί καθώς έβγαλε να πιει είδε ένα παιδάκι καθισμένο στο βράχο πού διψούσε πάρα πολύ καί τού ζήτησε νερό. Πάλι δεν έδωσε σημασία καί προχώρησε. Πιο κεί συνάντησε ένα γέρο, πού τού ζήτησε νερό. ’Αδιαφόρησε ξανά. Στο μεταξύ ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Φτάνοντας ψηλά δίπλα στον καταρράκτη, ήπιε το υπόλοιπο νερό καί έριξε το μπουκαλάκι στη χαράδρα. Την ίδια στιγμή όμως ακούστηκε ένας δυνατός κρότος -καί ο Χάνς κατρακύλησε στους βράχους καί έγινε μια μαύρη πέτρα. ‘Ύστερα από λίγες μέρες ο Σβαρτς αποφάσισε να ξεκινήσει κι’ αυτός για την περιπέτεια. Αγόρασε μαγεμένο νερό από μια κακιά μάγισσα καί άρχισε να σκαρφαλώνει. Στο δρόμο συνάντησε τίς ’ίδιες φοβερές δυσκολίες με τον αδερφό του.
Καί κάθε φορά πού έβγαζε να πιει παρουσιαζόταν μπροστά του καί κάποιος διψασμένος. Δεν έδινε όμως σημασία και συνέχιζε. ’Έτσι έφτασε στον καταρράκτη, αλλά μαζί με το μπουκαλάκι του σωριάστηκε κι εκείνος στη χαράδρα καί σε λίγο είχε γίνει μια μαύρη πέτρα, πού κόλλησε δίπλα στην άλλη.
Ο Γκλούκ περίμενε αρκετές μέρες καί στο τέλος αποφάσισε να δοκιμάσει κι’ αυτός την τύχη του. Η μάγισσα του έδωσε αμέσως νερό καί ξεκίνησε. Το σκαρφάλωμα όμως ήταν πιο δύσκολο γι’ αυτόν, γιατί ήταν πιο αδύνατος. ‘Όλη την ώρα έπεφτε, αλλά σηκωνόταν καί συνέχιζε το δρόμο του. Κάποια στιγμή πού ήταν κατάκοπος είδε ένα γέρο πολύ διψασμένο πού τού ζήτησε να πιει. Ο Γκλούκ-του έδωσε παρακαλώντας τον να του αφήσει λίγο. Ο γέρος όμως ήπιε το μισό. Ο Γκλούκ συνέχισε το δρόμο του καί πιο κάτω είδε το παιδάκι. Έδωσε καί σ’ αυτο γιατί το λυπήθηκε, αποφασισμένος ν’ αντέξει όσο μπορεί ο ίδιος. Όταν όμως είχαν μείνει λίγες σταγόνες στο μπουκαλάκι καί ο Γκλούκ ήταν πτώμα από την κούραση, σκέφτηκε να πιει λίγο. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του το σκυλάκι. Ο Γκλούκ δίστασε για μια στιγμή, αλλά δεν μπορούσε ν’ ακούει το κλάμα τού ζώου. Τού έριξε λοιπόν τις υπόλοιπες σταγόνες στα χείλη, αδιαφορώντας πιά για το χρυσάφι πού τον περίμενε. Μα ξαφνικά όμως είδε το σκυλί να μεταμορφώνεται καί ο βασιλιάς τού χρυσού ποταμού παρουσιάστηκε μπροστά του. Τού έριξε τρεις σταγόνες νερό στο μπουκάλι καί τον διέταξε να τις πετάξει στον ποταμό.
’Έπειτα εξαφανίστηκε. Ο Γκλούκ προχώρησε με μεγάλη δυσκολία, πεθαμένος πιά από την .κούραση καί έριξε τις σταγόνες στη χαράδρα. Τίποτα όμως δεν συνέβη. Ο Γκλούκ αποφάσισε να γυρίσει πίσω, απογοητευμένος λίγο. Κατέβηκε το βουνό καί φτάνοντας στην Κοιλάδα των Θησαυρών, όπως την έλεγαν, στάθηκε κατάπληκτος. Ένα μεγαλόπρεπο ποτάμι κυλούσε καί ή κοιλάδα είχε γίνει πάλι όμορφη καί γεμάτη καρπούς, όπως άλλοτε. Ο Γκλούκ εγκαταστάθηκε ξανά εκεί καί έζησε από τότε πλούσιος καί ευτυχισμένος, βοηθώντας τούς φτωχούς. Ο ποταμός είχε γίνει γι’ αυτόν πηγή χρυσού, όπως τού είχε υποσχεθεί ο χρυσαφένιος νάνος.
