Ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας Ουίλιαμ Σαίξπηρ έγραψε με πολύ κέφι την κωμωδία τον «Το ημέρωμα της Στρίγκλας», στα 1593- 1594. Το έργο αυτό είναι το υποχρεωτικό παιγνίδι των ανθρώπινων σχέσεων σε μεταγραφή προς m γελοιογραφία, το κωμικό. Εκείνοι που παίρνουν μέρος σ’ αυτό, πλησιάζουν ο ένας τον άλλο μ ’ επιθετικότητα ή θέση άμυνας, με υποταγή ή περιφρόνηση, με ταχτική υπολογισμένη εκ των προτέρων.
Η «Στρίγκλα» είναι η Κατερίνα, κοπέλα νέα, πλούσια, όμορφη. Μια στρίγκλα όμως που είναι ίσως η γυναίκα — φαινόμενο για τις τότε συνθήκες — με προσωπικότητα, με εξυπνάδα. Με αρκετή περηφάνια πάντως, για να θελήσει να εξομοιωθεί με τη μελιστάλαχτη Μπιάνκα, την αδερφή της, και το μέτριο γενικά περιβάλλον της. Η Κατερίνα είναι ένα ατίθασο αγρίμι που φοβίζει κι απομακρύνει από κοντά του τον καθένα. Αλλά όταν θα ’ρθει εκείνος, που θα βάλει άφοβα το χέρι του μέσα στο στόμα αυτού του αγριμιού και θα του τρίψει σαν αφέντης τρυφερά τη ράχη, θα ζαρώσει, θα υπακούσει, θα υποταχτεί. Όχι φυσικά δίχως ν’ αγριέψει, να συγκρουστεί, ν’ αναμετρηθεί μαζί τον πρώτα. Για να γίνει η Στρίγκλα αρνάκι, θα περάσει μεσ’ από περιπέτειες και παθήματα, από ταπείνωση, από δάκρυα.
Το ημέρωμά της όμως θα κάνει πρώτα απ’ όλα την ίδια ευτυχισμένη. Η Κατερίνα, η Στρίγκλα, ήταν η μεγαλύτερη από τις δυο θυγατέρες ενός πλούσιου άρχοντα της Πάδοβας, του Μπατίστα. Ένα κορίτσι ατίθασο και ιδιότροπο. Η γλώσσα της ήταν μεγάλη σαν το μπόι της. Όλη η Πάδοβα τη φώναζε: η Κατερίνα η Στρίγκλα.
Φαινόταν πολύ απίθανο, αν όχι κι εντελώς αδύνατο, να βρεθεί ποτέ άνθρωπος με τόσο κουράγιο, που ν’ αποφασίσει να παντρευτεί αυτή την κοπέλα. Αυτός ήταν κι ο λόγος που έκανε τον κόσμο να κατηγορεί τον Μπατίστα, γιατί έδιωχνε πολλά καλά προξενιά, που έκαναν στην ευγενικιά αδερφή της Κατερίνας, την Μπιάνκα, με τη δικαιολογία πως όσο η μεγάλη είναι ελεύθερη, δεν μπορούσε να παντρευτεί η μικρότερη.
Ωστόσο, μια μέρα έφτασε στην Πάδοβα ένας άρχοντας, ο Πετρούτσιο, με σκοπό να διαλέξει γυναίκα. Ο Πετρούτσιο δε δείλιασε καθόλου με όσα άκουσε να λέγονται για το χαρακτήρα της Κατερίνας. Όμως τον ενδιέφερε εκείνον, ήταν πως η Κατερίνα ήταν πλούσια κι όμορφη, καθώς λέγανε. Έτσι, αποφάσισε όχι μόνο να παντρευτεί την ονομαστή καβγατζού, μα και να την κάνει και ήμερη και υπάκουη γυναίκα.
Κι αληθινά, σε κανέναν άλλο δεν ταίριαζε ν’ αναλάβει αυτό τον άθλο του Ηρακλή, όσο στον Πετρούτσιο. Γιατί ήταν έξυπνος όσο κι η Κατερίνα. Και μαζί είχε πνεύμα, χαρούμενη διάθεση, φρονιμάδα, κρίση. Μπορούσε μια χαρά να προσποιείται πως είναι θυμωμένος και μέσα του να είναι τόσο ήσυχος, που θα μπορούσε ακόμα και να γελάσει μ’ αυτά του τα φερσίματα. Γιατί ήταν εύθυμος και μαλακός άνθρωπος. Τα κακά φυσικά που παρουσίασε, όταν έγινε άντρας της Κατερίνας, ήταν όλα ψέματα. Καταλάβαινε από την πρώτη στιγμή πως ο μόνος τρόπος να δαμάσει τη γυναίκα του ήταν να της παραβγεί σε όλα. Να κάνει όσα έκανε κείνη κι ακόμα περισσότερα. Κι ακόμα χειρότερα.
Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το πρώτο βήμα του Πετρούτσιο ήταν να παρακαλέσει τον πατέρα της, τον Μπατίστα, να του δώσει την άδεια να παντρευτεί τη «γλυκιά» του κόρη, την Κατερίνα. Ναι, δεν είναι ψέμα. Έτσι την ονόμασε ο Πετρούτσιο. Πρόσθεσε μάλιστα κι από πάνω πως τα παινέματα που είχε ακούσει για τη δειλία, την ταπεινοσύνη της και ίο γλυκό φέρσιμό της, τον έκαναν να ’ρθει από τη Βερόνα, μόνο και μόνο για να κερδίσει την αγάπη της.
Ο πατέρας της δεν επιθυμούσε άλλο καλύτερο από το να την παντρέψει. Ήταν όμως υποχρεωμένος να ομολογήσει πως η Κατερίνα δεν ήταν αυτή ακριβώς που φανταζόταν ο Πετρούτσιο. Τα πράγματα άλλωστε μίλησαν πολύ γρήγορα από μόνα τους.
Το πόσο θαυμάσιους τρόπους και πόση ευγένεια είχε η καλή του θυγατέρα μπορούσε να ίο ομολογήσει κι ο δάσκαλός της της μουσικής, που ίσα-ίσα πάνω στην ώρα έτρεξε μέσα στην κάμαρα αλαφιασμένος. Ο δάσκαλος έκανε παράπονα πως π «γλυκιά» Κατερίνα, η μαθήτριά του, του είχε σπάσει το κεφάλι με το λαούτο της, μόνο και μόνο επειδή της βρήκε κάποιο λαθάκι, καθώς έπαιζε.
0 Πετρούτσιο, μόλις άκουσε τούτα τα λόγια, είπε:
- Να, ένα σπουδαίο κορίτσι! Τώρα μου αρέσει πιο πολύ. Πολύ θα το ’θελα να κουβεντιάσω μια σταλιά μαζί της.
Ύστερα, βιάζοντας το γέροντα να ίου δώσει το γρηγορότερο μια θετική απάντηση, του είπε:
- Η δουλειά μου είναι βιαστική, σινιόρ Μπατίστα. Δεν μπορώ να κουβαλιέμαι κάθε μέρα για γαμπρός. Γνώριζες τον πατέρα μου.
Εκείνος τώρα πέθανε κι άφησε μένα κληρονόμο σ’ όλα του τα χτήματα και τα αγαθά του. Ώστε μπορείς απ’ αυτή τη στιγμή να μου πεις, αν κερδίσω την αγάπη της θυγατέρας σου, τι προίκα θα της δώσεις;
Ο Μπατίστας βρήκε τη συμπεριφορά του νέου παράξενη για έναν ερωτευμένο. Ευχαριστημένος όμως που επιτέλους θα πάντρευε την Κατερίνα, απάντησε:
- Της δίνω είκοσι χιλιάδες κορόνες τώρα. Κι ύστερ’ από το θάνατό μου θα έχει και m μισή μου περιουσία.
Έτσι, στα γρήγορα, έγινε αυτή η παράδοξη συμφωνία. Κι αμέσως ύστερα, ο Μπατίστας έτρεξε να πληροφορήσει τη θυγατέρα του για όσα έγιναν και να την στείλει να τα μιλήσουν και μόνοι τους μετον Πετρούτσιο.
Σ’ αυτό το μεταξύ, ο Πετρούτσιο συλλογιζόταν, ποιος ήταν τάχα ο καλύτερος τρόπος να της φανερώσει την αγάπη του:
- Όταν έρθει — αποφάσισε τελικά —, θα της φερθώ με αναίδεια. Αν αρχίσει να με βρίζει, θα της πω πως κελαηδάει πιο γλυκά κι από το αηδόνι. Αν κατσουφιάσει, θα της πω πως μοιάζει με διάφανο τριαντάφυλλο, που μόλις το ’χει λούσει η δροσιά της αυγής. Αν βουβαθεί και δε θελήσει να βγάλει λέξη, θα παινέψω τη χαριτωμένη φλυαρία της. Κι αν με διατάξει να της αδειάσω τη γωνιά, θα την ευχαριστήσω θερμά, σα να με παρακάλεσε να μείνω κοντά της μια ολόκληρη βδομάδα.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε κι η περήφανη Κατερίνα. Χωρίς να χάσει καιρό, ο Πετρούτσιο της μίλησε μ’ αυτά τα λόγια:
- Καλημέρα, Καίτη! Γιατί αυτό είναι το όνομά σου, καθώς ακούω. Βέβαια, αυτό είναι…
Η Κατερίνα, που δεν της άρεσε τόση οικειότητα στην πρώτη συνάντηση, απάντησε με περιφρόνηση:
- Κατερίνα με φωνάζουν αυτοί που μου μιλάνε.
- Λες ψέματα, αντιμίλησε ο γαμπρός. Λέγεσαι Καίτη. Σκέτα.
Και μάλιστα, καλή Καίτη. Καμιά φορά Βέβαια σε λένε και Στρίγκλα Καίτη. Μα είσαι η Καίτη, η πιο όμορφη Καίτη σ’ όλη τη Χριστιανοσύνη. Γι’ αυτό κιόλας, ακούγοντας κι εγώ να σε παινεύουνε σ’ όλες σας πολιτείες για τη γλύκα σου, ήρθα να σε πάρω γυναίκα μου.
Πολύ παράξενα, μα την αλήθεια, λόγια αγάπης ήταν αυτά που άρχισαν ν’ αλλάζουν με την πρώτη, η Κατερίνα κι ο Πετρούτσιο. Η Κατερίνα, με ξεφωνητά κι αγριοφωνάρες, ζητούσε να του αποδείξει πως της άξιζε και της παράξιζε τ’ όνομα της Στρίγκλας, γιατί ήταν σωστή στρίγκλα. Ο Πετρούτσιο πάλι δεν έπαυε να την παινεύει για τα γλυκά λόγια αγάπης που του ’λεγε. Ώσπου, ακούστηκαν να πλησιάζουν Βήματα. Ερχόταν ο πατέρας της. Τότε ο Πετρούτσιο, που επιθυμούσε να τελειώνει μ’ αυτό το γάμο μια ώρα γρηγορότερα, είπε:
- Γλυκιά μου Κατερίνα! Ας σταματήσουμε αυτή την ανόητη φλυαρία. Ο πατέρας σου, έτσι κι αλλιώς, δέχτηκε να γίνεις γυναίκα μου. Τα συμφωνήσαμε και για την προίκα. Ώστε, θέλεις δε θέλεις, εγώ θα σε παντρευτώ…
Μόλις μπήκε ο Μπατίστας, ο Πετρούτσιο Βιάστηκε να τον πληροφορήσει πως η θυγατέρα του τον είχε υποδεχτεί με m μεγαλύτερη ευγένεια και καλοσύνη. Και πως του είχε δώσει υπόσχεση να τον παντρευτεί την άλλη Κυριακή,
Η Κατερίνα, γεμάτη θυμό, τ’ αρνήθηκε όλα τούτα. Κι είπε πως καλύτερα να τον έβλεπε κρεμασμένο την άλλη Κυριακή, παρά να τον παντρευόταν. Παραπονέθηκε ακόμα στον πατέρα της πως δεν τον ένοιαζε, αν πάντρευε την κόρη ίου μ’ έναν τέτοιο μασκαρά, σαν τον Πετρούτσιο, φτάνει να την ξεφορτωνόταν.
Ο Πετρούτσιο, με τη σειρά του, σύστησε στον πατέρα της να μη δίνει σημασία σης Βρισιές της. Έτσι τα είχαν τάχα συμφωνήσει οι δυο τους. Εκείνη θα εξακολουθούσε να κάνει την ιδιότροπη, όταν βρισκόταν μπροστά ο πατέρας της. Μα όταν θα ’μεναν οι δυο τους μόνοι, όπως και πριν από λίγο, δε θα ήξερε πώς να του πρωτοδείξει την αγάπη της. Τέλος, στράφηκε στην Κατερίνα και της είπε:
- Δώσ’ μου το χέρι σου, Καίτη! Εγώ χώρα πηγαίνω στη Βενετία να σου αγοράσω τα πιο όμορφα νυφιάτικα. Εσύ, πατέρα, φρόνησε για τη γιορτή και τους καλεσμένους. Θα φέρω δακτυλίδια, στολίδια σπάνια και πλούσια φορέματα. Θέλω η Κατερίνα να είναι η πιο όμορφη. Έλα χώρα, Καίτη, φίλησε με. Παντρευόμαστε την Κυριακή.
Και να, η Κυριακή, έφτασε. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν μαζευτεί και περίμεναν το γαμπρό. Περίμεναν και περίμεναν κι ο Πετρούτσιο δε φαινόταν. Η Κατερίνα άρχισε να κλαίει από τη λύσσα της. Αυτός ο άθλιος ο Πετρούτσιο θέλησε να της παίξει άσχημο παιχνίδι…
Επιτέλους όμως ο Πετρούτσιο φανερώθηκε κάποτε. Πού ήταν όμως όλα εκείνα τα νυφιάτικα μεταξωτά που είχε τάξει στην Κατερίνα; Αλλά μήπως κι ο ίδιος ήταν ντυμένος, όπως το ζητούσε η περίσταση, σαν γαμπρός; Δες εκεί. Φορούσε ένα γελοίο τριμμένο ρούχο, σα να περιγελούσε τον ίδιο τον εαυτό του: ερχόταν για υπόθεση πολύ σπουδαία! Μα μήπως κι ο υπηρέτης του; Μήπως και τ άλογα που καβαλούσαν; Δεν πήγαιναν κι αυτά πίσω! Ήταν όλοι τους να τους κλαις!
Στάθηκε αδύνατο να καταφέρουν τον Πετρούτσιο ν’ αλλάξει ρούχα. Εκείνον θα ’παίρνε άντρα, έλεγε, κι όχι τα ρούχα του. Λόγια χαμένα όλα όσα είχε υποσχεθεί λοιπόν; Ας πήγαιναν καλύτερα ευθύς στην εκκλησία.
Μα κι εκεί τα ίδια και χειρότερα, Όταν ο παπάς τον ρώτησε, αν ήθελε την Κατερίνα για γυναίκα του, ξεφώνισε τόσο δυνατά το «ναι», που όλοι κατατρόμαξαν. Του δόλιου του παπά του ’πεσε το ευαγγέλιο καταγής! Και, το χειρότερο, καθώς έσκυψε να το πιάσει, τούτος, εδώ ο θεότρελος γαμπρός του ‘βαλε τέτοια τρικλοποδιά, που παρ’ τον κάτω και τον παπά και το ευαγγέλιο ξανά. Κι όσο γινόταν το μυστήριο, αυτός χτυπούσε τα πόδια του κι έβριζε τόσο φοβερά, που κι αυτή η τόσο εγωίστρια Κατερίνα άρχισε να τρέμει και να ζαρώνει από το φόβο της.
Μόλις τελείωσε η τελετή του γάμου, κι ενώ ακόμα όλοι βρίσκονταν στην εκκλησία, ο Πετρούτσιο ζήτησε να του φέρουν κρασί κι ήπιε στην υγεία των καλεσμένων με πολύ θόρυβο. Ύστερα, άδειασε τ’ αποπήματα με φόρα πάνω στο πρόσωπο του εκκλησάρη. Γιατί είχε, δικαιολογήθηκε, γένια σπανά και διψασμένα και του φάνηκε πως του ζητιανεύανε να τους αφήσει μια γουλιά κρασί την ώρα που ’πίνε…
Στα σίγουρα, δεν είχε ξαναγίνει ποτέ τέτοιος θεότρελος γάμος. Ο Πετρούτσιο, κάνοντας πως δεν έβρισκε τίποτα της- προκοπής, πάταξε τα πιάτα με τα φαγιά στο πάτωμα.
Μα ο Πετρούτσιο είχε ίο σκοπό του. Έβαζε σ’ ενέργεια τα μεγάλα μέσα, για να τα καταφέρει να δαμάσει τη στρίγκλα γυναίκα του από την πρώτη μέρα του γάμου τους.
Ο Μπατίστας είχε ετοιμάσει πλούσιο φαγοπότι για τη γιορτή του γάμου, Μόλις όμως γύρισαν όλοι από την εκκλησία, ο Πετρούτσιο πήγε κοντά στην Κατερίνα και δήλωσε καθαρά πως επιθυμούσε να πάρει τη γυναίκα του στο σπίτι του την ίδια κιόλας στιγμή. Ούτε τα παρακάλια του πεθερού του ούτε οι βρισιές της οργισμένης Κατερίνας τον κάνανε ν’ αλλάξει απόφαση. Σκεπάζοντας τη φωνή της με τη δική του φωνή, είπε πως η γυναίκα είναι ιδιοκτησία του άντρα της και μπορεί να την κάνει όπως του αρέσει. Ύστερα την άρπαξε από το χέρι. Κι έδειχνε τόσο αποφασισμένος και γεμάτος τόλμη, που ούτε που το συλλογίστηκε κανένας να τον εμποδίσει.
Ο Πετρούτσιο ανέβασε τη γυναίκα του πάνω σ’ ένα άθλιο άλογο, σκελετωμένο και κακορίζικο, που το είχε διαλέξει επίτηδες για την περίσταση. Τα ίδια χάλια είχαν και τα δικά τους άλογα, του Πετρούτσιο και του υπηρέτη του. Το ταξίδι άρχισε μεσ’ από δρόμους άσχημους και λασπωμένους. Και κάθε φορά που το άλογο της Κατερίνας γλίστραγε και παραπατούσε, ο Πετρούτσιο χτυπούσε κι έβριζε το ζωντανό, που μόλις σερνόταν, σαν να ήταν ο πιο άγριος άνθρωπος του κόσμου!
Τέλος, ύστερ’ από ένα κοπιαστικό ταξίδι, που η Κατερίνα δε χάρηκε τίποτ’ άλλο έξω από τις φοβερές βρισιές του Πετρούτσιο στον υπηρέτη και τα ζώα, έφτασαν στο σπίτι του. Εκεί ο άντρας καλωσόρισε τη γυναίκα ίου με μεγάλη ευγένεια. Από μέσα του όμως είχε πάρει την απόφαση να μην την αφήσει ούτε να φάει, ούτε και να κοιμηθεί τη νύχτα. Το τραπέζι είχε στρωθεί και τους σέρβιραν φαγητό αμέσως. Ο Πετρούτσιο δεν έβρισκε τίποτα της προκοπής. Πέταξε τις πιατέλες με τα φαγητά καταγής κι έδωσε διαταγή στους υπηρέτες να σηκώσουν ευθύς τα πάντα. Κι αυτά τα έκανε, όπως είπε, μόνο από αγάπη για την Κατερίνα. Πώς μπορούσε να την αφήσει να φάει φαγητό τόσο άσχημα σερβιρισμένο!
Αλλά δεν είχαν τελειώσει γι’ απόψε τα βάσανά της. Σε κακό χάλι από την πείνα και την κούραση, η Κατερίνα ζήτησε να πάει να κοιμηθεί. Μόλις όμως μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα, άρχισαν κι εκεί τα ίδια. Ο Πετρούτσιο, βρίσκοντας πως το κρεβάτι ήταν τάχα κακοστρωμένο, άρχισε να σφεντονίζει τα μαξιλάρια και τα σκεπάσματα στο ταβάνι. Έτσι, η Κατερίνα σωριάστηκε σε μια καρέκλα απελπισμένη. Κι εκεί ακόμα όμως, μόλις έκανε να την πάρει λίγο ο ύπνος, πεταγόταν όρθια απ’ τις αγριοφωνάρες του άντρα της. Όλη νύχτα ο Πετρούτσιο δε σταμάτησε να σκυλοβρίζει τους υπηρέτες του, γιατί δεν είχανε τάχα στρώσει καλά το νυφικό κρεβάτι της γυναίκας του. Τα ίδια καμώματα εξακολούθησαν και την άλλη μέρα. Ο Πετρούτσιο μιλούσε πάντα στη Κατερίνα με τα πιο γλυκά λόγια. Όταν όμως άπλωσε το χέρι να πάρει κάτι να φάει, εκείνος τα βρήκε τάχα πάλι όλα κακομαγειρεμένα και πέταξε το πρωινό της καταγής, όπως είχε κάνει και χτες βράδυ.
Έτσι η Κατερίνα, η εγωίστρια Κατερίνα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει τους υπηρέτες να της φέρουν στα κρυφά κάτι να βάλει στο στόμα της. Εκείνοι όμως, συνεννοημένοι με τον Πετρούτσιο, της απάντησαν πως δεν τολμούσαν να της δώσουν το παραμικρό, δίχως να ’χουν την άδεια του αφέντη τους,
- Αχ! φώναξε τότε αγαναχτισμένη η Κατερίνα. Με παντρεύτηκε λοιπόν, για να μ’ αφήσει να πεθάνω από την πείνα; Ο κάθε ζητιάνος, που χτυπάει την πόρτα του πατρικού μου, παίρνει τροφή για ελεημοσύνη. Κι εγώ, που ποτέ μου δεν έμαθα να παρακαλώ για τίποτα, κινδυνεύω τώρα από την πείνα και τη νύστα! Οι Βλαστήμιες μου παίρνουνε τον ύπνο, οι βρισιές με χορταίνουν. Κι αυτό που πάνω απ’ όλα με δαιμόνιζα, είναι πως όλα αυτά τα κάνει δήθεν από την τρελή αγάπη που μου έχει! Ας μου ’λείπε.
Αυτά μονολογούσε κι έλεγε, όταν μπήκε μέσα στην κάμαρα ο Πετρούτσιο. Για να μην την κάνει να λιποθυμήσει πια από την πείνα, της έφερνε ένα τόσο δα κομματάκι κρέας.
- Τι μου κάνει η γλυκιά μου Καίτη; ρώτησε. Να, αγάπη μου, για ιδές πόσο σε νοιάζομαι; Σου ετοίμασα το φαγητό σου εγώ, ο ίδιος. Κι είμαι σίγουρος πως θα μ’ ευχαριστήσεις, όπως δα ταιριάζει σε τέτοια καλοσύνη. Πώς; Ούτε λέξη; Α, αυτό θα πει πως δε σ’ αρέσει το φαγητό. Χαμένοι τότε όλοι μου οι κόποι…
Κι έδωσε αμέσως διαταγή στον υπηρέτη να σηκώσει το πιάτο. Μα η φοβερή πείνα είχε κουρελιάσει πια τον εγωισμό της Κατερίνας, Με το θυμό να βράζει κρυφά μέσα στην καρδιά της, τον παρακάλεσε να το αφήσει.
Αλλά ο Πετρούτσιο ζητούσε να την ταπεινώσει ακόμα περισσότερο. Κι απάντησε:
- Κι ο τελευταίος υπηρέτης ανταμείβεται, θαρρώ, μ’ ένα ευχαριστώ. Έτσι πρέπει να πληρωθώ κι εγώ, προτού δοκιμάσεις το φαΐ.
Η Κατερίνα ψιθύρισε απρόθυμα:
- Ευχαριστώ, κύριε.
Ο Πετρούτσιο την άφησε τότε να καταπιεί δυο τρεις μπουκιές.
Και της είπε πάλι:
- Ας χαρεί η τρυφερή καρδιά σου, Καίτη μου! Τρώγε γρήγορα… Έχω σκοπό να γυρίσουμε στο σπίτι του πατέρα σου, να το γιορτάσουμε με φουστάνια ολομέταξα, σκούφιες, χρυσά δακτυλίδια, με τραχηλιές, βεντάλιες και λογιώ λογιώ στολίδια…
Και για να την κάνει να το πιστέψει πως είχε αλήθεια σκοπό να της χαρίσει όλα αυτά τα ωραία πράγματα, πρόσταζε να περάσουν μέσα ο ράφτης κι ο έμπορας, για να της δείξουν τα λούσα που της είχε ο ίδιος διαλέξει. Μ’ αυτή την πρόφαση άρπαξε και το πιάτο της Κατερίνας και το ’δωσε του υπηρέτη, προτού καλά καλά η δόλια προφτάσει ούτε στο μισό να χορτάσει την πείνα της. Κάνοντας μάλιστα τον αθώο, της είπε κι αποπάνω:
- Τι, τελείωσες κιόλας το φαΐ σου;
0 έμπορας παρουσίασε ένα καπέλο.
- Έφερα το καπέλο που η ευγένεια σου μου παράγγειλε να φτιάξω, είπε με μια ταπεινά υπόκλιση.
Τι καταιγίδα ήταν εκείνη;
- Τι καπέλο είναι αυτό; ξεφώνισε ο Πετρούτσιο πάλι. Ίδια γαβάθα! Και μικρό σαν καρυδότσουφλο. Παρ’ το γρήγορα από δω και τσακίσου να κάνεις ένα πιο μεγάλο!
Η Κατερίνα μπήκε στη μέση:
- Αυτό το καπέλο θέλω εγώ! Όλες οι κυρίες του καλού κόσμου τέτοια καπέλα φοράνε.
- Όταν θα γίνεις σαν κι αυτές, της απάντησε ο Πετρούτσιο, θα μπορείς να φοράς τέτοιο καπέλο. Όχι όμως πρωτύτερα!
Στο μεταξύ, με κείνο το λίγο έστω φαγητό η Κατερίνα είχε ξαναβρεί το παλιό της κουράγιο. Έβαλε τις φωνές:
- Κύριε, νομίζω πως έχω το δικαίωμα να μιλήσω και επιθυμώ να μιλήσω. Δεν είμαι κανένα μικρό παιδάκι, κανένα μωρό. Άλλοι, πολύ καλύτεροί σου, κάθονταν κι άκουγαν τη γνώμη μου. Αν εσύ τώρα δεν μπορείς, βούλωσε τ’ αυτιά σου!
Ο Πετρούτσιο έκανε σα να μην άκουσε καθόλου τούτα τα θυμωμένα λόγια. Είχε βρει πιο ευχάριστο τρόπο να κουμαντάρει τη γυναίκα του, αντί να κάθεται να τσακώνεται μαζί της. Κάνοντας λοιπόν πάλι τον τρελό, της αποκρίθηκε:
- Δίκιο έχεις. Είναι ένα φριχτό καπέλο. Σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ τώρα που βλέπω ότι δε σ’ αρέσει!
- Αγάπα με ή μη μ’ αγαπάς, λίγο με νοιάζει! αντιμίλησε η Κατερίνα. Το καπέλο μου αρέσει. Ή αυτό το καπέλο θα πάρω ή κανένα άλλο!
- Λες πως επιθυμείς να δεις τώρα το φόρεμα; ρώτησε ο Πετρούτσιο, κάνοντας πάντα τον κουτό.
Αμέσως πλησίασε ο ράφτης και παρουσίασε ένα θαυμάσιο φόρεμα που είχε φτιάξει για την Κατερίνα. Μα ο Πετρούτσιο είχε άλλα στο μυαλό ίου. Ούτε καπέλο ούτε φόρεμα σκόπευε να της πάρει ακόμα. Άρχισε να τα Βλέπει πάλι όλα στραβά και να ξεφωνίζει:
- Θεέ και Κύριε! Τι μασκαράτα είναι αυτή; Κι αυτό εδώ, εσύ το Λες μανίκι; Εγώ μια φορά το βρίσκω ίδιο κανόνι. Και το υπόλοιπο, με τούτα τα χαράκια από πάνω ως κάτω, σκέτη μηλόπιτα!
- Με είχες προστάξει να το φτιάξω, σύμφωνα με την τελευταία μόδα, διαμαρτυρήθηκε ο ράφτης,
- Ποτέ μου δεν είδα πιο καλοραμμένο και πιο κομψό φόρεμα, πρόσθεσε κι η Κατερίνα,
Μα η υπομονή του Πετρούτσιο είχε εξαντληθεί, Χίμηξε καταπάνω στο ράφτη και στον έμπορα και με βρισιές κι απότομα σκουντήματα τους πέταξε έξω. Στα κρυφά όμως είχε δώσει διαταγή να πληρώσουν καλά αυτούς τους ανθρώπους και να τους ζητήσουν και συγνώμη για τα τρελά καμώματά του.
Όταν οι άνθρωποι έφυγαν, γύρισε στην Κατερίνα και της είπε:
« Τι να γίνει, Καίτη μου; Αυτά έχει η ζωή. Έλα τώρα, πάμε στο σπίτι του πατέρα σου, έστω και μ’ αυτά εδώ τα καθημερινά μας. Ας ετοιμάσουν τ άλογα. Μπορούμε μια χαρά να είμαστε κει για το μεσημεριανό φαί. Γιατί τώρα θα είναι εφτά».
Δεν ήταν καθόλου η ώρα εφτά το πρωί. Κόντευε μάλιστα να μεσημεριάσει την ώρα που τα ’λεγε αυτά ο Πετρούτσιο.
Η Κατερίνα, ημερωμένη σχεδόν από τα φερσίματα του άντρα της, τόλμησε να πει δειλά:
- Με την άδειά σου, κύριέ μου, τολμώ να σε βεβαιώσω πως είναι δυο η ώρα. Κι ώσπου να φτάσουμε εκεί, θα είναι η ώρα του δείπνου.
Αλλά ο Πετρούτσιο, που ήθελε πριν πάνε στου πατέρα της να τη μαλακώσει ακόμα πιο πολύ, για να μην φέρνει αντίρρηση πια σε τίποτα, θύμωσε ξανά:
- Για άκου δω! Μάθε πως εγώ προστάζω ακόμα και τον ήλιο! Κι αν προστάξω να είναι εφτά, θα πρέπει να είναι εφτά, για να ξεκινήσω. Αλλά βέβαια, σ’ ό,τι κάνω ή σ’ ό,τι λέω, εσύ έχεις πάντα έτοιμη την αντιλογία. Δε φεύγω κι εγώ σήμερα, Κι όταν θ’ αποφασίσω να φύγω, θα είναι ό,τι ώρα θέλω εγώ. Μάθε το μια και καλή…
Έτσι η Κατερίνα τιμωρήθηκε με μιας ακόμα ολόκληρης μέρας αναγκαστική υπακοή. Όταν έσβηνε η περηφάνια της ολότελα κι ούτε καν θα θυμόταν π θα πει αντιλογία, τότε μόνο ο Πετρούτσιο θα της έδινε την άδεια να επισκεφτεί τον πατέρα της.
Μα και πάνω σ’ αυτό το ταξίδι, που κάποτε τέλος αποφασίστηκε, λίγο έλειψε να γυρίσουν πίσω. Και για ποιο Λόγο; Γιατί η Κατερίνα τόλμησε να πει πως ήταν λιακάδα, ενώ ο Πετρούτσιο ισχυριζόταν πως έλαμπε το φεγγάρι.
- Μα το γιο της μάνας μου λοιπόν, φώναξε ο Πετρούτσιο, κι αυτός είμαι εγώ, θα είναι φεγγάρι ή άστρα ή ό,τι μου γουστάρει, πριν σε πάω στον πατέρα σου!
Κι έκανε τάχα πως γύριζε προς ία πίσω. Αλλά η Κατερίνα, κι όχι πια η Κατερίνα η Στρίγκλα, αλλά η καλή και υπάκουη γυναίκα, είπε τώρα:
- Παρακαλώ, ας προχωρήσουμε! Κάναμε κιόλας τόσο δρόμο. Κι ας είναι ήλιος ή φεγγάρι ή ό,τι άλλο αρέσει σ’ εσένα. Ακόμα κι αν σ’ ευχαριστεί να το πεις λυχνάρι, τ’ ορκίζομαι, λυχνάρι θα είναι και για μένα.
- Είπα πως είναι το φεγγάρι, φώναξε ο Πετρούτσιο, θέλοντας να την ξαναδοκιμάσει.
- Βέβαια, το ξέρω πως είναι το φεγγάρι, επανάλαβε η Κατερίνα.
- Ψέματα λες! Είναι ο ευλογημένος ήλιος, είπε ο Πετρούτσιο.
- Τότε πραγματικά είναι ο ευλογημένος ήλιος, απάντησε η Κατερίνα. Ήλιος θα είναι πάντα, όταν λες εσύ πως είναι. Όπως και να τ’ ονομάσεις, αυτό είναι κι αυτό θα είναι πάντα για την Κατερίνα.
Τότε μονάχα ο Πετρούτσιο δέχτηκε να εξακολουθήσουν το ταξίδι τους. Για να δοκιμάσει όμως και πάλι τη γυναίκα ίου, φώναξε σ’ ένα γέροντα που αντάμωσαν στο δρόμο τους.
- Καλημέρα σας, ωραία κυρία! Μα, πες μου, Καίτη, είδες ποτέ σου πιο όμορφη αρχόντισσα; Ρόδα και κρίνα ανθίζουν στο πρόσωπό της. Σαν άστρα φεγγοβολούν τα μάτια της. Ωραία κι ευγενικιά κυρία, άλλη μια φορά, σας εύχομαι καλημέρα! Φίλησε την, γλυκιά μου Καίτη, για την τόση ομορφιά της…
Κι η Κατερίνα, ήμερη πια σαν αρνάκι, κι ένα με τη γνώμη του άντρα της, είπε κι εκείνη στο γέροντα:
- Τρυφερό, παρθενικό λουλούδι, είσαι όμορφη, είσαι δροσερή, είσαι πολύ γλυκιά. Πού πηγαίνεις και πού Βρίσκεται το σπιτικό σου; Καλότυχα τα γονικά που ’χουν δικό τους τέτοιο όμορφο πλάσμα…
- Τι είναι αυτά τώρα, Καίτη; της φώναξε τότε ο Πετρούτσιο. Δε φαντάζομαι να τρελάθηκες; Τούτος εδώ είναι άντρας και μάλιστα γέροντας και μαραμένος. Σκαμμένος από τις ρυτίδες. Κι εσύ κάθεσαι και μιλάς τάχα για κάποια όμορφη…
- Συγχώρεσε με, σεβαστέ μου γέροντα, αποκρίθηκε στη στιγμή η Κατερίνα. Τόσο μου θάμπωσε τα μάτια μ*ου ο ήλιος, που ό,τι κοιτάζω μου φαίνεται πράσινο. Μα Βέβαια, τώρα μπορώ να παρατηρήσω καθαρά πως είσαι ένας σεβαστός πατέρας. Σου ζητώ να με συχωρέσεις για τούτο το ανόητο λάθος μου.
- Συγχώρεσε την, καλέ μου άρχοντα, παρακάλεσε κι ο Πετρούτσιο. Και πες μας, πού πηγαίνεις. Πολύ θα χαρούμε να σ’ έχουμε συντροφιά, αν ο δρόμος μας είναι ίδιος.
- Όμορφο παλικάρι, κι εσύ κυρά, που είσαι όλο χαρά, απάντησε ο γέροντας, με κάνατε να τα χάσω λιγάκι με την παράξενη υποδοχή σας. Μάθετε πως με λένε Βικέντιο. Και πηγαίνω στην Πάδοβα να δω το γιο μου.
Απ’ αυτά κι από άλλα ο Πετρούτσιο κατάλαβε πως ο γέροντας ήταν ο πατέρας του Λουκέντιο, που θα παντρευόταν τη μικρότερη κόρη του Μπατίστα, την Μπιάνκα. Πράμα που, μόλις το ’μαθε ο γέροντας, γέμισε χαρά: ο γιος του θα έκανε έναν τόσο καλό και πλούσιο γάμο!
Έτσι, όλοι μαζί πια, συνέχισαν το ταξίδι τους, φλυαρώντας ευχάριστα. Ούτε κατάλαβαν πότε έφτασαν στο σπίτι του Μπατίστα.
Βρήκαν πλήθος φίλους που είχαν έρθει να γιορτάσουν το γάμο της Μπιάνκας και του Λουκέντιο. Γιατί τώρα ο Μπατίστας δεν είχε λόγο να μην αφήσει να παντρευτεί η Μπιάνκα, αφού είχε ξεφορτωθεί την Κατερίνα.
Μόλις μπήκαν μέσα, ο Μπατίστας έτριξε να τους καλωσορίσει στη γιορτή. Εκεί αντάμωσαν κι άλλο ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Αμέσως ο Λουκέντιο, ο άντρας της Μπιάνκας, κι ο Ορτένσιο, ο άλλος νιόπαντρος, βάλθηκαν να πειράζουν τον Πετρούτσιο για τη στρίγκλα τη γυναίκα του. Τούτοι δω οι νιόγαμπροι ήταν πολύ περήφανοι για τις καλές και υπάκουες γυναίκες που είχαν διαλέξει. Και κοροϊδεύαν τώρα τον Πετρούτσιο για τη δική του άτυχη εκλογή.
Ο Πετρούτσιο κατάλαβε τα πειράγματα τους. Παρατήρησε μάλιστα πως κι ο ίδιος ο πεθερός του, ο Μπατίστας, τον περιγελούσε.
Περίμενε λίγο, ώσπου οι κυρίες, ύστερα απ’ το φαγητό, άφησαν τους άντρες μόνους. Τότε τους πρότεινε να βάλουν μαζί του, αν θέλανε, στοίχημα, γιατί μπορούσε ν’ αποδείξει πως η δίκη του γυναίκα ήταν απ’ όλες η πιο υπάκουη. Ο πατέρας της Κατερίνας πετάχτηκε τότε και είπε:
- Τι αστείο είναι τούτο, γιε μου Πετρούτσιο; Πολύ φοβάμαι πως εσύ είσαι κείνος που έχει παντρευτεί την πιο στριμμένη απ’ όλες.
- Αυτή είναι η γνώμη σου, απάντησε ο Πετρούτσιο. Εγώ όμως λέω πως όχι. Και, για να μάθουμε την αλήθεια, ας στείλει να φωνάξει ο καθένας από μας τη γυναίκα του. Κι εκείνος που η γυναίκα του θα υπακούσει και θα ’ρθει στη στιγμή, θα κερδίσει το στοίχημα που θα βάλουμε.
Πολύ πρόθυμα συμφώνησαν οι δυο άλλοι άντρες. Ήταν σίγουροι πως οι καλές τους γυναίκες θα ‘βγαίναν πολύ πιο υπάκουες από την ξεροκέφαλη Κατερίνα. Πρότειναν λοιπόν να βάλουν στοίχημα είκοσι κορόνες. Αλλά ο Πετρούτσιο γέλασε:
- Είκοσι κορόνες! Εγώ βάζω τόσα για το γεράκι μου ή για το σκυλί μου! Για τη γυναίκα μου όμως βάζω είκοσι φορές τόσα!
Ο Λουκέντιο κι ο Ορτένσιο δέχτηκαν να γίνει το στοίχημα εκατό κορόνες.
Πρώτος ο Λουκέντιο έστειλε τον υπηρέτη του να πει στην Μπιάνκα πως τη ζητούσε ο άντρας της. Ο υπηρέτης γύρισε αμέσως.
- Αφέντη, είπε, η κυρά μου σου παραγγέλνει πως έχει δουλειά και δεν μπορεί να ’ρθει.
- Πώς! γέλασε ο Πετρούτσιο. Παραγγέλνει πως έχει δουλειά και δεν μπορεί να ’ρθει; Κι είναι τούτη απάντηση για μια καλή γυναίκα;
Μα όλοι τον περιγέλασαν και του είπαν να προσέξει τι απάντηση θα του ’δίνε κείνου η Κατερίνα.
Τώρα ήταν η σειρά του Ορτένσιο να στείλει να φωνάξει τη γυναίκα του. Είπε λοιπόν στον υπηρέτη του:
- Πήγαινε και παρακάλεσε τη γυναίκα μου να ’ρθει που τη θέλω!
- Χο! χο! κορόιδεψε ο Πετρούτσιο. Να την παρακαλέσει! Μα τότε σίγουρα πρέπει να ’ρθει
- Πολύ φοβάμαι, κύριε, πως η δική σου γυναίκα δε θα δεχτεί ούτε τα παρακάλια σου, παρατήρησε ο Ορτένσιο.
Μα σα να τα ’χασε λιγάκι ο ευγενικός τούτος σύζυγος, μόλις είδε τον υπηρέτη του να επιστρέφει μόνος.
- Νάτα μας, τώρα. Πού είναι η γυναίκα μου; τον ρώτησε.
- Αφέντη, απάντησε ο υπηρέτης, η κυρά μου λέει πως σίγουρα θέλεις να της κάνεις χωρατό και δεν έρχεται. Αν τη θέλεις, λέει, να πας εσύ.
- Απ’ το κακό στο χειρότερο, γέλασε ο Πετρούτσιο. Ύστερα είπε με τη σειρά του στον υπηρέτη του:
- Πήγαινε στην κυρά σου και πες της πως προστάζω να ’ρθει που τη θέλω!
Δεν πρόλαβε η μικρή συντροφιά να καλό ακούσει κι ο Μπατίστας άνοιξε το στόμα του ένα μέτρο:
- Ο Θεός να με συγχωρέσει, φώναξε, μα αυτή είναι η Κατερίνα!
Κι η Κατερίνα ρώτησε, μόλις μπήκε, γλυκά τον Πετρούτσιο:
- Ποιο είναι το θέλημά σου, αφέντη μου;
- Πού είναι η αδερφή σου κι η γυναίκα του Ορτένσιο; Ρώτησε εκείνος.
- Στη σάλα. Κάθονται και κουβεντιάζουν κοντά στο τζάκι, απάντησε η Κατερίνα.
- Πήγαινε και φέρε τες εδώ! πρόσταξε ο Πετρούτσιο.
Δίχως λέξη η Κατερίνα βγήκε να κάνει όπως όριζε ο άντρας της.
- Θαύμα από τα θαύματα! αναφώνησε ο Λουκέντιο.
- Θαύμα, αλήθεια! είπε κι ο Ορτένσιο. Κι αναρωτιέμαι τι να προμηνάει.
- Προμηνάει χαρά και ειρήνη. Κι αγάπη και ήσυχη ζωή και τη σωστή εξουσία στο σπίτι. Κοντολογίς ό,τι καλό κι ευτυχισμένο, απάντησε ο Πετρούτσιο.
Ενθουσιασμένος τώρα κι ο πατέρας της Κατερίνας από τη μεταμόρφωση της θυγατέρας του, είπε:
- Να ’χεις την ευχή μου, γιε μου Πετρούτσιο! Πάνω στο στοίχημα που κέρδισες βάζω άλλες είκοσι χιλιάδες κορόνες. Νομίζω πως προικίζω κι άλλη κόρη μου. Γιατί άλλη βέβαια είναι τώρα τούτη δω.
- Και, για να το αξίζω πιο πολύ το στοίχημα που κέρδισα, πρόσθεσε ο Πετρούτσιο, θα σας δώσω κι άμα σημάδια για τις αρετές και την υπακοή της. Μα, να την κιόλας που έρχεται και φέρνει τις πεισματάρες τις γυναίκες σας, αυτές που τις σκλάβωσε η γυναικεία φλυαρία. Κατερίνα, αυτό το καπέλο που φοράς δε σου πηγαίνει. Βγάλ’ το και τσαλαπάτησέ το!
Στη στιγμή η Κατερίνα έβγαλε το καπέλο της και το πέταξε κάτω.
- Θεέ μου! .φώναξε τότε η γυναίκα του Ορτένσιο. Μη με κάνεις ποτέ να κλάψω τόσο, που να καταντήσω έτσι κουτή…
- Τι σόι υποταγή είναι αυτή η τόσο ανόητη; πρόσθεσε κι η Μπιάνκα.
Ο άντρας της όμως παρατήρησε με πίκρα:
- Μακάρι να ήταν κι η δική σου υποταγή έτσι, ανόητη. Γιατί η σοφία σου μου κόστισε ήδη εκατό κορόνες, ωραία μου Μπιάνκα!
- Ο πιο ανόητος ήσουν εσύ, που ‘βαλες αυτό το στοίχημα, του απάντησε, δίχως να χάσει καιρό, η Μπιάνκα.
- Τώρα, Κατερίνα, θέλω να εξηγήσεις σε τούτες εδώ τις ξεροκέφαλες, ποιο είναι το χρέος τους απέναντι στον άντρα κι αφέντη τους, είπε ο Πετρούτσιο.
Και μέσα σε γενική κατάπληξη, η παλιά στρίγκλα, που τώρα πια είχε γίνει αρνάκι, άρχισε να μιλάει για το χρέος της υπακοής, που άλλωστε το είχε εφαρμόσει μπροστά σε όλους τόσες φορές η ίδια. Κι έτσι, γι’ άλλη μια φορά, η Κατερίνα έγινε ξακουστή στην Πάδοβα. Όλοι μιλούσαν γι’ αυτήν. Όχι όμως τώρα, για την Κατερίνα τη Στρίγκλα, αλλά για την Κατερίνα, την πιο υπάκουη και πιο καλή γυναίκα της Πάδοβας.

