Διηγηματική Ιστορία
Λύσσαγε η θηλυκότητα να δραπετεύσει απ’ το στενό λουλουδάτο φόρεμα. Δεν έμεινε ζευγάρι μάτια να μην καρφωθεί στο ζουμερό μπούστο και τις τορνευτές γάμπες.
Αυτό επεδίωκε η Λουκία με την καθυστερημένη άφιξή της στο παραλιακό ταβερνάκι. Να του δείξει, τί χάνει.
Χτυπούν τα τακούνια στο πλακόστρωτο.
Να ‘ταν μαχαιριές στο στήθος του, εύχεται.
Είκοσι χρόνια του αφιέρωσε. Ανέχτηκε τη φτώχεια, τις αποτυχίες και τη μάνα του. Δώδεκα ώρες την ημέρα ορθοστασία στο κομμωτήριο κι ύστερα στο σπίτι νοικοκυριό και τη φροντίδα της φιλάσθενης μανούλας. Που είχε στο χέρι το μαντήλι για τα κροκοδείλια και στην άκρη της γλώσσας το δηλητήριο για τη Λουκία. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Έκανε υπομονή για τις καλύτερες μέρες.
«Πότε θα κάνουμε οικογένεια Γιώργο μου;» ρωτούσε τα πρώτα χρόνια. «Υπομονή βρε μωρό» έλεγε εκείνος .
«Δε θέλω τα παιδιά μας να ζήσουν όπως εμείς, στη μιζέρια».
Υπομόνευε η Λουκία. Τώρα κοντεύει τα πενήντα. Δεν της φαίνεται.
Εντυπωσιακή γυναίκα, ποθητή. Παιδιά όμως δεν πρόλαβε να κάνει.
Κι ήρθαν τα καλύτερα. Ξοφλήθηκε το διαμπερές τεσσάρι στα βόρεια προάστια, ξοφλήθηκε και το εξοχικό στον Ωρωπό. Σκεφτόταν πιά, να κατεβάσει την ταμπέλα «Κομμώσεις Λουκία». Ν΄απολαύσει τους κόπους της. Τότε έσκασε η βόμβα.
«Να δει εγγόνι, πριν κλείσει τα μάτια της η μάνα, βρε Λουκία».
Αυτή ήταν η δικαιολογία του, που τα΄μπλεξε με τη βοηθό στο κομμωτήριο και περιμένουν παιδί.
Το «ευχαριστώ» για τις θυσίες της.
Έφαγε αυτή το σκατό με το κουτάλι, για ν’ απολαύσει η άλλη τους κόπους της.
Δεν σφάξανε. Θα τον άφηνε στον άσσο.
Ότι απέκτησαν στ’ όνομα της Λουκίας. Αυτό την κάλεσε να συζητήσουν. Να πάρει εκείνος το διαμέρισμα – μην ξεβολεύεται κι η μανούλα και να κρατήσει η Λουκία το εξοχικό.
«Ο νόμος λέει, ό,τι αποκτήθηκε μετά τον γάμο πηγαίνει στο ζευγάρι μισά-μισά» της είπε ο Γιώργος.
«Έλα να τα βρούμε, μη μας τα φάνε οι δικηγόροι βρε Λουκία».
Καλύτερα οι δικηγόροι, παρά το πουτανάκι σου, αποφάσισε εκείνη.
Αλλά το έπαιξε πολιτισμένη και ανώτερη. Δε θα του έδινε τη χαρά να τη δει διαλυμένη. Αγωνίστρια η Λουκία και περήφανη.
«Συγγνώμη που άργησα», του είπε με χαμόγελο.
«Παρήγγειλα και για σένα», λέει εκείνος απολογητικά.
«Ξέρω πως δεν κρατιέσαι απ’ την πείνα, μετά τη δουλειά».
«Καλοσύνη σου», μελιστάλαχτη η Λουκία.
«Αλλά δεν τρώω πια βράδυ. Μια μπύρα χωρίς αλκοόλ, παρακαλώ» λέει στον σερβιτόρο που έχει καταφθάσει με τον δίσκο φορτωμένο.
Ο Γιώργος τσιμπολογάει ανόρεχτα. Το μίσος κόμπος στο λαιμό της Λουκίας, ούτε η μπύρα δε γλιστράει. Τον βλέπει που κάνει νόημα σε κάποιον πίσω της. Γυρίζει ελαφρά και κοκαλώνει. Ο μεσήλικας με το ακορντεόν που πλησιάζει στο τραπέζι τους, αιτία της ταραχής της. Η γλυκιά μελωδία που γεμίζει τη νύχτα της δίνει ευκαιρία ανασυγκρότησης.
«Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζώγραφιά» η βραχνή φωνή του ακορντεονίστα παλεύει ν’ ακουστεί πάνω απ’ τη μουσική.
Τα δάχτυλά του τρέχουν στα πλήκτρα. Εισπνέει κι εκπνέει το όργανο και τη δική της την ανάσα. Έχει να τον δει τριάντα χρόνια σχεδόν, αλλά είναι σίγουρη. Ο Αλέκος ο πρώτος της έρωτας. Πάθος τρελό. Παράδοση απόλυτη, όπως μόνο τα νιάτα μπορούν να παραδίνονται στον έρωτα: άνευ όρων και ορίων. Αποδείχθηκε όμως, μονόπλευρο το αίσθημα.
«Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι…» συνεχίζεται το τραγούδι αλλά η Λουκία είναι αλλού.
Αχνίζει η άσφαλτος και τα πυρωμένα πεζοδρόμια. Ο ουρανός ξασπρισμένος, ακίνητος, αέρας ούτε γι’ ανάσα. Οι δρόμοι παντέρημοι. Τα δόντια της όμως χτυπάνε, απ’ την παγωνιά, που έρχεται από μέσα της.
Στο χειρουργείο ήταν όλα φωτεινά. Κάρφωσε το βλέμμα στη λάμπα πάνω απ’ το κεφάλι της. Η νοσοκόμα ετοιμάζει ένα δίσκο. Ακούει τους μεταλλικούς ήχους των εργαλείων. Απ’ τα μάτια της κυλούν δάκρυα. Μπαίνει ο γιατρός.
“Δεν είναι τίποτα” λέει, με άνεση. “Όπως κόβεις τα νύχια σου. Πετάς μια μικρή μάζα κυττάρων”.
Ακολουθεί τις οδηγίες, μετράει ένα, δυο, τρια,…οκτώ…
Ξυπνά σ’ ένα θάλαμο με πολλά άδεια κρεββάτια.
“Έλα, άνοιξε τα μάτια” η νοσοκόμα της δίνει χαϊδευτικά χτυπήματα στο πρόσωπο για να συνέλθει απ’ τη νάρκωση.
“Ο δικός σου ανησυχεί”, συμπληρώνει και την ανασηκώνει στο κρεββάτι.
“Σε παρακαλώ, πες του να φύγει” λέει η Λουκία ενώ ντύνεται. Της το είχε ξεκαθαρίσει. Δεν ήταν έτοιμος για γάμο. Η μάνα του είχε την καρδιά της, η αδερφή του ανύπαντρη.
«Θα πληρώσω εγώ, μην ανησυχείς», η ανάληψη της ευθύνης του.
Δεν τον ξαναείδε από τότε.
Το τραγούδι έχει τελειώσει. Η Λουκία σηκώνεται. Βγάζει μερικά χαρτονομίσματα από την τσάντα της και τ’ αφήνει στο τραπέζι. «Μοιραστείτε τα», λέει ειρωνικά.
«Φτηνά μου κόστισε το παρελθόν».
Τα τακούνια στο πλακόστρωτο, ήταν πραγματικά μαχαιριές στα στήθη των δυο αντρών.
©2023 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΖΑΓΑΡΑΗ
Αρθρογράφος – Λογοτέχνιδα

Υπεροχο