Θεριό σε τόπο έρημο ο κόσμος ξαγρυπνά
κι η γη αυτή κοιλοπονά· τι μέλλει να γεννήσει;
Τον ουρανό τα σύννεφα καλύψανε πυκνά,
οργή ζητά πρωτόγνωρη την πλάση να γεμίσει.
Η θύμηση ξεθάφτηκε του πρώτου Παραδείσου,
ο άνθρωπος το τίμημα πληρώνει κι υπομένει.
Και το παιδί που χάθηκε στα βάθη της αβύσσου
ξυπνά σαν τον αρχάγγελο, με σπάθα πυρωμένη.
Αυτό το άνομο θεριό τον άνθρωπο γρανάζι
στη μηχανή του ήθελε, με σάρκες που την τρέφει.
Και πνεύμα δίχως φρόνηση σαν βρίσκει και αρπάζει
την κάθε μέσα του στοργή και όποιο φως διαστρέφει.
Γλυκιά πολύ η πρόγευση της άχρονης γαλήνης,
δεν έχει δώρο πιο γλυκό κανείς πατέρας δώσει.
Κι εσύ απ’ την αγάπη σου που έμεινε αφήνεις
το χνάρι σου για την πηγή φωτός που θα μας σώσει.
Ζυγό βαρύ κουβάλησες, αψήφησες τα σκότη·
σαν ναυτικός στα πέλαγα γυρεύεις φως και άστρο.
Και σαν αυτόν τον έρημο και άοπλο ιππότη
την πυργοδέσποινα ζητάς που άφησες στο κάστρο.
Μη σκιάζεσαι τη νύχτα αυτή και θα φανεί φανάρι
και φάρος μες στη θάλασσα, για να σε οδηγήσει·
αυτό που είχες κάποτε κι αν κάποιος σου ’χει πάρει,
αρκεί η σπίθα μιας στιγμής, για να ξαναγυρίσει.
©2023 Δάφνη Τζαμαλή Υακίνθου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Πάρα πολύ καλό