Γεννήθηκα σε νήσο που το κύμα
μαστίγωνε, σε τόπους βορινούς.
Μια βάγια στην ανέμη με το νήμα
με κοίμιζε με θρύλους σκοτεινούς.
Ξεδίπλωνε τα βράδια κόσμους άλλους,
θεούς που υποτάχθηκαν στη μοίρα
και γίγαντες αρχέγονους μεγάλους
που ρίχτηκαν στη γη αυτή τη στείρα.
Στον τόπο μου ο χρόνος δεν περνάει,
θαρρείς στιγμές πετρώσαν και αιώνες.
Και, όταν πια ο άνθρωπος γερνάει,
φθινόπωρα θυμάται και χειμώνες.
Τη θάλασσα κοιτάμε με ελπίδα
προσμένοντας ο ήλιος να φανεί.
Και όνειρο φαντάζει μια ακτίδα
δική του χρυσαφένια και ζεστή.
Συνήθισα τις νύχτες και τα σκότη,
αγάπησα τ’ απέραντα ρουμάνια,
αυτά που με πλανήσανε στη νιότη,
τα νέφη που σκεπάζουν τα ουράνια.
Τα χιόνια, η βροχή και το χαλάζι
μας κάνανε σκληρούς και μας διδάξαν.
Ο άνθρωπος ψυχή μπορεί να αλλάζει
και όσα μας πονέσαν δε μας σκιάξαν.
Καμιά φορά τη θάλασσα ατενίζω
στην έρημη ακτή που ανταριάζει.
Το βλέμμα μου πλανιέται και νομίζω
πως κάτι μύχιο μέσα μου στενάζει.
Με μάθανε ποτέ να μη δακρύζω
και έτσι ένα κλάμα γοερό
στα στήθη μου και πάλι φυλακίζω
κι αφήνω να κυλάει τον καιρό.
Ο ήλιος δε μου δόθηκε κι η θέρμη,
μα μέσα στην ψυχή μου ιερό,
θνητή ψυχή κακόμοιρη και έρμη,
το φως με πόθο κρύφιο καρτερώ.
©2023 Δάφνη Τζαμαλή Υακίνθου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια
