You are currently viewing Ποίηση – Το περιστέρι του κάστρου. . .  –

Ποίηση – Το περιστέρι του κάστρου. . . –

Ποίημα

Το περιστέρι ξέμεινε,
μέσ’ τη φωλιά του κάστρου,
εκεί που είναι οι ρίζες του,
ζεί με τη λάμψη άστρου.
Φύλακας πιστός,
μα δεν κελαηδάει,
στη μοναξιά του θλίβεται,
στα τείχη αργό πετάει.
Κάθεται κι ονειρεύεται,
τη θάλασσα ρεμβάζει,
κι ούτε που σκιάζεται ,
που του Βορκά τ´αγιάζι.
Ξέμεινε μονάχο του,
το ταίρι του έχει χάσει,
θλίψη μέσ’ τα ματάκια του,
δεν μπορεί να ξεχάσει.
Ατέρμονη η σκέψη του,
βαθειά συλλογισμένο,
τηρά δεξιά,τηρά ζερβά
και πάντα λυπημένο.
Το στεναγμό του ένοιωσα,
με το δικό μου μοιάζει,
τρέχουν και τα ματάκια του,
το πνίγει το μαράζι.
Κοντεύω ,πλησιάζω το,
θέλω να το ρωτήσω,
τη σκέψη του να συμμεριστώ,
και να το βοηθήσω.
Περιστέρι μου ολόλευκο,
μίλα ,πές το παράπονο σου,
και κάθεσαι αμίλητο,
στο πόνο το δικό σου.
Άνοιξε τότε μια φωνή,
κι άρχισε να μιλάει,
το πόνο να εξιστορεί,
τη σιωπή του σπάει.
Έχω μιά πίκρα στη ψυχή,
είμαι πάντα θλιμμένο,
γιατί έχασα το ταίρι μου,
που μουν ευτυχισμένο.
Πάντα εδώ θα κάθομαι,
τούτο έκαμα τάμα,
τα μάτια του βουρκώσανε,
κι άρχισε το κλάμα.
Κι αν θές την ιστορία μου,
να σου διηγηθώ,
άκουσε με προσοχή,
αυτά που θα σου πώ.
1974…20 Ιουλίου,ήταν η αρχή,
τούτου του μαρτυρίου,
μιά κόλαση επίγεια,
η εισβολή του βάρβαρου θηρίου.
Μιά μέρα δύσκολη,
μέρα καταραμένη,
τούτο τον τόπο πάτησαν,
οι βάρβαροι οι ξένοι.
Η ηρεμία χάθηκε,
αλλάξασιν τα πλάνα,
ο ουρανός εγέμωσε,
τούρκικα αεροπλάνα.
Οι πόμπες πέφτουν σαν βροχή,
σκοτείνιασε η πλάση,
κανόνια ,σφαίρες να κτυπούν,
να κρούζουσιν τα δάση.
Μές’ τη φωλιά μας είμαστε,
μεσ’ τα ζεστά αγκάλια,
φωνές μεγάλες ακούσαμε,
κλάματα,παρακάλια.
Αμέσως τρόμος στη ψυχή,
τρέξαμε να σωθούμε,
με μία μας υπόσχεση,
να μην λησμονηθούμε.
Πενήντα χρόνια πέρασαν,
ακόμα καρτερώ την,
κάθομαι κι αναπολώ,
στα όνειρα θωρώ την.
Πάνω στο κάστρο κάθομαι,
μα είμαι λυπημένο,
τα φτερά μου τσάκισαν ,
γιατί είμαι λαβωμένο.
Εδώ πάντα θα κάθομαι,
γιατί εν να γυρίσει,
έτσι μου υποσχέθηκε,
εν θα το λησμονήσει.
Τα φτερά μου τσάκκισαν,
δεν μπορώ να πετάξω,
μα το όνομα της ξέρω το ,
και θα της το φωνάξω.
Ελευθερίαααα,θα της πώ,
έλα κοντά μου πάλι,
να σ´έχω σύντροφο ξανά,
δίπλα στο προσκεφάλι.
Ελευθερίαααα,θα της πώ,ήρτες;
έφερες την σημαία;
Πάμε τζιαι να τη στήσουμε,
κάτω στην προκυμαία.
Έτσι εν να ησυχάσουμε,
ελεύθεροι να ζούμε,
να στέκουμαστε προσοχή,
και να την χαιρετούμε.
Είς τον Θεό να στέλλουμε,
ύμνους,ευχαριστίες,
γιά την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ μας ,
πολλές δοξολογίες!

©️2024 Αντρούλλα Θεοκλή Νικηφόρου
Αρθρογράφος – Ποιήτρια

Αντρούλλα Θεοκλή - Νικηφόρου

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ - ΠΟΙΗΤΡΙΑ - Αντρούλλα Θεοκλή Νικηφόρου Γεννήθηκε στη Κερύνεια Κύπρου. Τώρα κατεχόμενη από τους Τούρκους. Σήμερα ζει στη Λεμεσό, ενώ είναι παντρεμένη και έχει τέσσερα παιδιά. Είναι απόφοιτος Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, ενώ τώρα πια είναι συνταξιούχος. Σήμερα ασχολείται με την ποίηση. Τα θέματα της αντλημένα από την τουρκική εισβολή κ γενικά από τη ζωή. Αρθρογραφεί μόνο μέσω του Διαδικτύου στο προσωπικό της προφίλ και τώρα πια και στο μπλοκ των Εκδόσεων Γλαύκα. Ερασιτεχνικά ασχολείται και με τη ζωγραφική.

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση