Ερωτικό Inatantane
“Δεν σου πάνε καθόλου αυτά τα γυαλιά, σύρε πήγαινέ τα πίσω στον κύριο Νίκο και να διαλέξεις άλλο ζευγάρι. Να σου φωτίζει το πρόσωπο ο σκελετός”
Αυτή είναι η Λέτα.” Νικολέτα είναι το όνομά μου, αλλά οι φίλοι μου προτιμούν το”Λέτα”, διευκρίνησε όταν μου συστήθηκε.
Από την αρχή την ξεχώρισα σαν γυναίκα και σαν προσωπικότητα. Πρακτική, μυαλό πολύστροφο, πλάσμα δοτικό κι ένα κορμί που δεν αφήνει τις ορμόνες του άντρα σε ησυχία…
“Σε πειράζει που σου κάνω έτσι;” Είχε περάσει με την παλάμη της όλη την πλάτη μου από τον αυχένα μέχρι λίγο πιο πάνω από τη ζώνη. Ήταν η τρίτη βάρδια που τυχαίναμε μαζί, στην υπηρεσία.
Ένα “όχι” ξερό αλλά όχι και αποτρεπτικό ήταν η απάντησή μου (συνέχισε κορίτσι μου, μη σταματάς ήθελα να της ψιθυρίσω στο χαριτωμένο αυτάκι της και μετά να το δαγκώσω…) Γύρισα και κοίταξα τα καταπράσινα μάτια της…Τόσο εκφραστικά μάτια χρόνια είχα να κοιτάξω… κατάματα.
-Εγώ σκέφτηκα ότι αυτό θα σε ξεκούραζε, τόσες ώρες σκυμμένος μέσα στα βιβλία κι όταν σηκώνεις τα μάτια είναι μόνο για να κοιτάξεις την οθόνη του υπολογιστή…
Την άκουσα προσεκτικά.
-Το ξέρεις ότι έχεις όμορφα μάτια; της πέταξα για να την αιφνιδιάσω.
Χωρίς καμιά αντίδραση μου γύρισε την πλάτη, τάχα μου θυμωμένη. Νάζια. Ένα κοριτσάκι λίγο μετά τα σαράντα. Τότε μου δόθηκε η ευκαιρία να προσέξω το βήμα της, τις γυμνασμένες γάμπες της, τα σμιλεμένα από έμπειρο χέρι τεχνίτη οπίσθια της.
Τέλος, το τρύπιο σε δυο σημεία μπλου τζην, λες και ήταν φτιαγμένο παραγγελία για τη Λέτα, για να περιέχει τις… εξουθενωτικές καμπύλες της.
Ξαναπέσαμε, μετά από 12 μέρες, μαζί, σε βάρδια νυχτερινή. Οι δυο μας, εκείνη νοσηλεύτρια, εγώ γενικών καθηκόντων, λογιστής, γενικά το παιδί για όλες τις δουλειές, κοινώς μάστρο -Μήτσος, από το Λαύριο. Σαν τον παππού μου. Α, και τα βράδια και νυχτοφύλακας. Δυσκολεμένοι κι οι δυο εκείνη τη νύχτα.
Μετά από μια δύσκολη ημέρα – η Λέτα χωρισμένη με τέσσερα παιδιά και ένα πρώην σύζυγο εξαφανισμένο, που δεν έστελνε δεκάρα τσακιστή στα παιδιά, με το ζόρι στεκόταν όρθια.
Αφού κάναμε τον γύρο των δωματίων και βεβαιωθήκαμε ότι όλα πάνε καλά, χαμηλώσαμε την τηλεόραση που έπαιζε στα χαμένα… Κάτσαμε στον καναπέ. Την παρακολουθούσα μέσα στο μισοσκόταδο ενώ μου μιλούσε για τη ζωή της…
-Θέλω μια αγκαλιά… ναι; με αιφνιδίασε. Ήταν η σειρά της να το κάνει…
Χωρίς να απαντήσω την πήρα μια αγκαλιά, τη πιο μεγάλη αγκαλιά που μπορούσα.
-Πω, πω μεγάλη που είναι η αγκαλιά σου… Και άρχισε να κλαίει κι εγώ ένιωθα τα στήθη της να συνταράσσονται κόντρα στο κορμί μου. Την άφησα να κλαίει χαϊδεύοντας της την πλάτη με το χέρι μου κάτω από την μπλούζα της. Όταν ηρέμησε ένιωσα την ανατριχίλα της.
Σήκωσα το πρόσωπό της με τα δυο μου χέρια ώστε να μπορώ να την κοιτώ στα μάτια και κόλλησα τα χείλη της στα δικά μου. Εκεί, ήταν η πρώτη φορά που την ένιωσα να εισχωρεί εντός μου, σαν μια ηλιαχτίδα μέσα στο μισοσκόταδο. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου στο γραφείο εκεί δίπλα, μας επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ο επόπτης…
Αφού του αναφέραμε ό,τι άξιζε τον κόπο να αναφερθεί και αφήσαμε το ακουστικό στο γραφείο, εξαφανίστηκα και σε πέντε λεπτά επέστρεψα με κουβέρτα, σεντόνι και μαξιλάρι.
-Καλέ τί έκανες εκεί;
-Από την ιματιοθήκη είναι, στρώσε και νάνι
-Μα…
-Δεν έχει μα, πέσε να κοιμηθείς.
-Κι εσύ;
-Εγώ, θα αφήσω την πόρτα του γραφείου μισάνοιχτη, γιατί σε έχω έννοια… Άντε τώρα καλό ξημέρωμα να έχουμε…
-Καλό ξημέρωμα και καλή βάρδια Δημήτρη μου…
Μετά από εφτά μέρες σε πρωινή βάρδια μαζί.
Μόλις την είδα φωτίστηκε το πρόσωπό μου:
-Πού είσαι εσύ μωρέ;
Εκείνη χωρίς να βγάλει τσιμουδιά, σκύβοντας λίγο, κάτι άφησε μέσα στην αριστερή τσέπη του μπουφάν μου, αφού πρώτα έλεγξε με μεγάλη σβελτάδα αν την βλέπει κανείς. Κι εξαφανίστηκε στο βάθος του διαδρόμου, αφήνοντας πίσω της ένα μακρόσυρτο: Έρχομαιιιι…
Το εσώρουχο της, ένα μαύρο στριγκάκι, έβγαλα από την τσέπη μου. Το ξανάβαλα αμέσως μέσα… Πραγματικά, τρελοκόριτσο…
Στο τέλος της βάρδιας η Διευθύντρια με ρώτησε με το ανάλογο ύφος:
-Δημήτρη είσαι ερωτευμένος; Γιατί σήμερα ήσουν απών… Άντε πήγαινε σπίτι σου να ξεκουραστείς και πάρε και ένα ρεπό… Άλλο κακό να μη μας βρει, και με κοίταξε χασκογελώντας μου συν ενοχικά…
Την επομένη έτυχε να έχει ρεπό και η Λέτα. Πήγε τα μεγάλα της, τις δυο κορούλες της, στο ολοήμερο και τα δυο μικρά τά άφησε στην αδερφή της.
Λίγο αργότερα άκουσα ένα αυτοκίνητο να παρκάρει μαρσάροντας μπροστά στην πολυκατοικία.
-Εγώ είμαι από κάτω… μουσκίδι έχω γίνει.
-Κι εγώ σε θέλω σαν τρελός… Μην αργείς
-Κλειδώνω. Άνοιξέ μου την κάτω πόρτα… Θα τελειώσω χωρίς να με αγγίξεις. Πρώτη μου φορά…
Μπήκε στο ασανσέρ και η επικοινωνία χάθηκε.
Με το που της άνοιξα την πόρτα, ο ένας έπεσε στην αγκαλιά του άλλου.
Ο ένας βάλθηκε να γδύνει τον άλλο. Φιλιά και δαγκωματιές σ’ όλο το σώμα. Χειμώνας ήταν. Ποιος να νοιαστεί για τα σημάδια. Πέσαμε -στην κυριολεξία- στο αναστατωμένο και ζεστό κρεβάτι μου που πριν λίγο είχα αποχωριστεί. Μέχρι την στιγμή που χιλιάδες μικρά πυροτεχνήματα έσκασαν μαζί, ως τον τελευταίο ατιθάσευτο οργασμό δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη. Ίχνος αναπνοής δεν περίσσευε για κουβέντες. Μόνο τα κορμιά μας μιλούσαν. Το ένα που σπαρταρούσε μέσα, δίπλα ή κάτω από το άλλο.
Με δέχτηκε μέσα της με τόση ένταση, τέτοια δίψα… Ήταν τόσο υγρή και τόσο ζεστή σαν να πρόσμενε από μέρες αυτή την στιγμή. Και μήπως αυτό δεν συνέβαινε…; Ακολουθούσα τους οργασμούς της υπομονετικά κι αφού βεβαιωνόμουν ότι λιγοθυμούσε στην αγκαλιά μου, διεκδικούσα κι εγώ το μερίδιο της ηδονής που μου αναλογούσε, μέσα σε μια ένταση απερίγραπτη. Όλα μια παραζάλη… Κρατιόμασταν μόνο όταν κοντεύαμε να κόψουμε κομμάτι ο ένας από τις σάρκες του άλλου. Μια ατέλειωτη γιορτή, μια πάλη, ένας Διονυσιασμός. Δυο κορμιά, που και τις σπάνιες στιγμές που ξεχώριζαν, δεν έπαυαν να σπαρταρούν από ηδονικούς σπασμούς… Τέτοια ήταν η καύλα που νόμιζες πως αν τραβηχτούμε μακρυά ο ένας από τον άλλο, στις δυο άκρες της κάμαρας, θα εκραγούμε και δεν θα μείνει τίποτα να μας θυμίζει… Μόνο ένας πολύχρωμος φωσφοριζέ χαρτοπόλεμος θα γεμίσει το μισοσκότεινο δωμάτιο.
Δεν θυμάμαι πόσες φορές την φίλησα, από το στόμα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της. Και πόσες φορές σταμάτησα να ξεδιψάσω από την πηγή της, εκεί μέσα στην υγρασία του ιερού άλσους της, εκείνου της Αφροδίτης, κερνώντας την από την ηδονή που μ’ έκανε να νιώθω,. Γιατί τι είναι ο έρωτας, αν όχι το πιο ολοκληρωτικό πάρε – δώσε, το πιο αγαπημένο παιχνίδι των αισθήσεων;
Ήταν ένα γκρίζο, χειμωνιάτικο πρωινό και η κάμαρη έλαμψε.
©️2024 Δημήτρης Κανελλόπουλος
Αρθρογράφος * Συγγραφέας

υπέροχο!