Ερωτικό Instantane
Σαν το σκύλο με τη γάτα
Η Μαρία και ο Γιάννης ζούσαν στον ίδιο όροφο ενός παλιού, διώροφου κτιρίου σε μια ήσυχη γειτονιά, αλλά η καθημερινότητά τους ήταν οτιδήποτε άλλο, εκτός φιλική. Ο Γιάννης, ένας ακατάστατος και θορυβώδης τύπος, φαινόταν να μην μπορεί να καταλάβει τη σημασία της
ησυχίας. Η Μαρία, από την άλλη πλευρά, ήταν οργανωτική, τελειομανής και—όπως θα έλεγε ο Γιάννης—σπαστική και γκρινιάρα.
Κάθε μέρα υπήρχαν μικροτσακωμοί. Ο Μπρούνο, ο μεγαλόσωμος σκύλος του Γιάννη, γάβγιζε συνεχώς μόλις κάποιος περνούσε από το πεζοδρόμιο. Η Μαρία δεν άντεχε άλλο. Κάθε φορά που άκουγε τον Μπρούνο, γκρίνιαζε με δυνατές παρατηρήσεις που περνούσαν μέσα από τους λεπτούς τοίχους.
«Γιάννη, πάλι ο Μπρούνο ξύπνησε όλη τη γειτονιά! Πόσες φορές να σου πω να του μάθεις τρόπους; Κράτα τον μέσα»
Ο Γιάννης, συχνά μισοκοιμισμένος ή απασχολημένος με τη μουσική του, απαντούσε αδιάφορα.
«Είναι σκύλος, Μαρία, τι να του κάνω; Εσύ όμως μπορείς να πεις στη Ζιζέλ να μην ξύνει την πόρτα μου κάθε βράδυ;»
Η Ζιζέλ, η γάτα της Μαρίας, ήταν το ακριβώς αντίθετο του Μπρούνο: ήρεμη, σιωπηλή, αρχοντική, αλλά με μια μυστηριώδη ικανότητα να βάζει τη μύτη της εκεί που δεν τη σπέρνουν—ιδιαίτερα στην πόρτα του Γιάννη. Αυτή η εκρηκτική καθημερινότητα έκαναν τον Γιάννη και τη Μαρία να μην λένε ούτε καλημέρα.
Όμως, μια μέρα τα πράγματα άλλαξαν. Ο Γιάννης επέστρεφε από τη βόλτα του με το σκύλο. Ως συνήθως με το που έμπαινε στην οικοδομή τον έλυνε. Όμως ο Μπρούνο που ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, βρήκε την πόρτα της Μαρίας μισάνοιχτη και δεν έχασε την ευκαιρία. Με μία κίνηση, τρύπωσε μέσα στο διαμέρισμα, ενώ η Μαρία μόλις είχε τελειώσει την τακτοποίηση του χώρου της.
«Μπρούνο!» φώναξε έντρομη η Μαρία μόλις είδε τον σκύλο να ορμάει μέσα. «Γιάννη!» τσίριξε «θα σε σκοτώσω!»
Ο Γιάννης, που εκείνη τη στιγμή ανέβαινε αργά τα σκαλοπάτια με τα ακουστικά στα αυτιά, δεν άκουσε τίποτα. Ο Μπρούνο, όμως, είχε ήδη ξεκινήσει τις περιπλανήσεις του στο διαμέρισμα της Μαρίας, ενώ η Ζιζέλ κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια από το περβάζι του παραθύρου.
Η Μαρία έτρεξε πανικόβλητη προς το σαλόνι της, προσπαθώντας να τον βγάλει έξω, όμως αυτός είχε βρει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη μαξιλαροθήκη του καναπέ ανέβηκε και ξάπλωσε.
«Φύγε από κει! Δεν μπορώ να πιστέψω πως αυτός ο αχαΐρευτος δεν έχει μάθει να τον ελέγχει!» μονολογούσε θυμωμένη. «Ω, όχι…» ο Μπρούνο σηκώθηκε και έριξε το βιβλίο της από το τραπέζι. «Μπρούνο, έξω!» φώναξε, αλλά ο μεγάλος σκύλος ούτε που την πρόσεξε. Η προσοχή του είχε στραφεί στη Ζιζέλ, που κοιτούσε ήρεμη από το περβάζι του παραθύρου, μισοκλείνοντας τα μάτια της σαν το θηλυκό που περιμένει να υποκλιθούν μπροστά της. Δεν έδειξε καμιά ανησυχία. Και ο Μπρούνο φαίνεται να τα έχασε με την ψυχραιμία της. Όλες οι
γάτες της γειτονιάς τον έτρεμαν.
Εκείνη τη στιγμή μπούκαρε αλαφιασμένος ο Γιάννης. Μόλις είδε τη Μαρία να βγάζει φωτιές από τα μάτια κοκάλωσε. Όμως δεν έχασε το χιούμορ του.
«Ήρθε μήπως εδώ ο κύριος Μπρούνο;» ρώτησε με ένα αθώο βλέμμα «τον έχασα στη σκάλα».
Η Μαρία τον κοίταξε, φανερά εξοργισμένη. «Γιάννη, ο σκύλος σου αποφάσισε να κάνει ανακαίνιση στο σαλόνι μου. Μάζεψε τον αμέσως.»
«Ε, δεν θα το έλεγα κακή ιδέα», απάντησε ειρωνικά ο Γιάννης, χαμογελώντας. «Ήδη δείχνει πιο ζωντανό τώρα…»
Η Μαρία τον κοίταξε εξοργισμένη, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ειρωνεία του.
«Γιάννη, ο σκύλος σου έχει καλύτερο γούστο από σένα. Έρχεται εδώ για να βρει λίγη τάξη, κάτι που εσύ προφανώς δεν ξέρεις καν τι σημαίνει!».
«Α, βλέπω βρήκε το καταφύγιο των σπαστικών και των γκρινιάρηδων», απάντησε εκείνος, καθώς έκανε μερικά βήματα μέσα. «Ευτυχώς που ο Μπρούνο είναι σκύλος και δεν μπορεί να καταλάβει πόσο άσχημα είναι τα πράγματα εδώ…» πρόσθεσε, ρίχνοντας μια ματιά στο άψογα
τακτοποιημένο διαμέρισμά της.
«Και δυστυχώς που ο Γιάννης είναι άνθρωπος και δεν μπορεί να καταλάβει πόσο βρώμικο και ακατάστατο είναι το δικό του διαμέρισμα!» απάντησε η Μαρία, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά στο στήθος.
«Εντάξει, εντάξει, το παραδέχομαι», είπε ο Γιάννης χαμογελώντας πιο γλυκά τώρα, προσπαθώντας να κατευνάσει την ένταση. «Αλλά μήπως να τον μαζέψω πριν σου κατασπαράξει τη γάτα;»
Έκανε να τον πλησιάσει. Όμως εκείνη τη στιγμή η Ζιζέλ κατέβηκε με τη σιγουριά ντίβας από το περβάζι και πλησίασε τον έκπληκτο Μπρούνο που κοκάλωσε με το θράσος της. Ο Γιάννης και η Μαρία έκλεισαν με τρόμο τα μάτια τους. Μια χαψιά θα την κάνει. Η Ζιζέλ με τη συνηθισμένη ηρεμία τον πλησίασε, τον περιεργάσθηκε και αφού τον ενέκρινε έτριψε τη μουσούδα της στην δική του. Ο άγριος, ο τρομερός ο καβγατζής Μπρούνο υπνωτισμένος έβγαλε τη γλώσσα και την έγλειψε. Η Ζιζέλ τρίφτηκε με χάρη επάνω του και βγήκαν μαζί στη βεράντα.
Η Μαρία και ο Γιάννης έμειναν άφωνοι για μια στιγμή, παρακολουθώντας τα ζώα να γίνονται φίλοι.
«Εεεε… Γιάννη; Η Ζιζέλ μόλις… τρίφτηκε στον κοπρόσκυλό σου και αυτός την έγλειψε;;
Εντάξει, αυτό δεν το περίμενα», ψιθύρισε η Μαρία, σπάζοντας τη σιωπή.
«Ούτε εγώ», είπε ο Γιάννης με ένα ζεστό χαμόγελο. «Μάλλον τα ζώα μας είναι πιο σοφά από εμάς. Ξέρουν πότε να σταματήσουν έναν αδιέξοδο καυγά»
Ο Γιάννης γέλασε, αλλά αυτή τη φορά χωρίς ειρωνεία. «Περίμενε, ποιος είναι τελικά ο σπαστικός και ο θορυβώδης εδώ; Εμείς ή αυτά;»
Η Μαρία, για πρώτη φορά, άφησε τη σκληρή της έκφραση. «Ίσως έχεις δίκιο», είπε πιο ήρεμα. «Μπορεί να υπερβάλλω κάποιες φορές»
«Μερικές; Μαρία, αν έπαιρνες ένα ευρώ κάθε φορά που μου φωνάζεις, θα ήσουν εκατομμυριούχος!» αποκρίθηκε ο Γιάννης γελώντας.
«Ξέρω, ξέρω», απάντησε εκείνη με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια της. «Αλλά κοίτα τα τώρα. Σαν να έχουν φτιάξει το δικό τους μικρό παράδεισο εδώ. Ίσως να μην είναι τόσο κακό να μάθουμε κι εμείς κάτι από αυτούς» και από συνήθεια συμπλήρωσε «Αλλά, Γιάννη,σοβαρά, ο Μπρούνο είναι τεράστιος και γεμίζει τρίχες το σπίτι μου»
«Δουλειά σου δίνει για να μην βαριέσαι καϋμένη!!»
«Ίσως έχεις δίκιο. Ας ξεκινήσουμε με το να πιούμε έναν καφέ μαζί και να αφήσουμε τις φωνές για λίγο. Ίσως είμαστε λίγο πιο περίπλοκοι από ότι χρειάζεται», είπε χαμογελώντας η Μαρία.
«Συμφωνώ. Αλλά τον καφέ τον φτιάχνεις εσύ. Εγώ είμαι καλός μόνο στο να φτιάχνω… χάος»
Για πρώτη φορά συζητούσαν χωρίς να τσακώνονται. Από τα αρχικά παράπονα και τις ειρωνείες, πέρασαν να μιλάνε για τα όνειρα, τα πάθη και τις ανασφάλειές τους. Ένιωθαν και οι δύο μια παράξενη οικειότητα, ως να συναντήθηκαν για πρώτη φορά σήμερα. Είπαν για τις σπουδές τους, τις δουλειές τους, τα χόμπι τους, τους φίλους τους, τις οικογένειές τους.
Ενώ η βραδιά φαινόταν να πλησιάζει στο τέλος της, ακούστηκε ξαφνικά μια δυνατή βροντή απ΄ έξω και η βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς. Ο Γιάννης κοίταξε το ρολόι του και μετά τη Μαρία, που είχε ήδη σηκωθεί και κοίταζε τη βροχή μέσα από το παράθυρο.
«Πάλι βροχή», είπε. «Τι θα έλεγες να μείνω λίγο ακόμα; Δεν νομίζω πως ο Μπρούνο έχει όρεξη να βρεθεί μέσα στο χάος δίπλα.»
Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε σκεπτική. «Ξέρεις κάτι; Ίσως και να μην είναι κακή ιδέα»
Κάθισαν για λίγο σιωπηλοί, μέχρι που ο Μπρούνο και η Ζιζέλ ήλθαν και έκατσαν στα πόδια τους. Καθώς χάιδευαν τα ζώα τους το χέρι του Γιάννη ακούμπησε το χέρι της Μαρίας. Αυτή δεν το τράβηξε, αντίθετα έμπλεξε τα δάκτυλά της με τα δικά του, τον κοίταξε και έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του.
©️2024 Παύλος Κωνσταντινίδης
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
