Ποίημα
Μαλώνουν οι άνεμοι πάνω από τους βάλτους
Σπρώχνουν βίαια τις καλαμιές, ξυπνώντας τους κοιμισμένους βάτραχους
που ονειρεύονταν φιλιά και πριγκιπικές κορώνες.
Δυό λιβελούλες,
μπλε φοράνε νυφικό και γυροφέρνουν σε μιά προσωπική τους τελετή θανάτου
καθώς τα νυφικά τους πέπλα γίνονται ένα με την νυχτερινή ομίχλη.
Κατά μήκος του ομιχλώδους τοπίου,
διαχέονται φλόγες μικρών φαναριών που κρατούν οι πυγολαμπίδες
και μυρωδιές φρεσοκομμένου φασκόμηλου και μαντζουράνας.
Η αυτού υψηλότης,η θλίψη των ορέων,
καταλαγιάζει στους πρόποδες σκεπασμένη από ψιλή βροχή και φτέρες
Στα χωράφια του Μάη, χαμένες ψυχές έκπτωτων αγγέλων
κόβουν παπαρούνες και τις αποθέτουν νεκρές, ματωμένες,
στα πόδια της σελήνης των λουλουδιών, που κρέμεται χλωμή και απόμακρη
πάνω από ξάγρυπνα όνειρα και απουσίες
Οι σκέψεις, άγρια άλογα που φουρμάζουν στην άδεια δημοσιά
χωρίς χαλινάρι, χωρίς συνδετικό κρίκο μεταξύ τους.
Τρέχουν ξοπίσω απ’του ανέμου τον ξέφρενο χορό,
στα σύννεφα, που το χέρι αγγίζουν του Θεού,
σε ένα ουτοπικό ταξίδι αφανισμού
Έλα, μου φωνάζουν, έλα μαζί μας ,
θα σε κάνουμε να σκέφτεσαι σαν τους ποιητές
θα σε μάθουμε να τιθασεύεις φωνήεντα ,
να φυλακίζεις τα δύστροπα σύμφωνα,
να δαμάζεις τις νύχτες τις μοναχικές
Δεν θα αφανίζεσαι μονάχος
Κοίταξα τις άδειες μου σελίδες κι αναστέναξα
Κοίταξα την σελήνη και δάκρυσα
Κοίταξα τα μάτια σου
Μέσα στην σιωπή τους αφανίστηκα…..
©️2025 Αργυρούλα Κτενά
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
