Ποίημα
Σκιαχτηκες από τον θόρυβο της σιωπης;
Λιγοψυχησες στον έρημο σου δρομο;
Νόμιζες πως ήσουν καμμένο κλαδι αμοναχο
και σου μαυρίζει της καρδιάς το θολο;
Γιατί;
Όσες δύσβατες ανηφοριές και να διαβείς
Όσες στερνες την μοναξιά σου
να βάλουν μέσα περιμένουν,
άκου με… μην τα παρατάς
τις ρίζες σου βάλε στους ποταμούς να πιουν χαρές
Άνοιξες να φέρνουν
Κυνήγησε τις στιγμές, τον άνεμο,
το ολόδροσο βουνό,
ως εκεί που ανεβαινουνε του ήλιου τα χνάρια
Ακολούθησε τα βήματα του φεγγαριού
κρέμασε χάντρες θαλασσιες σε όλα τα υπόλοιπα φεγγάρια
Να σε φοβηθουνε οι γκρεμοί
τις ώρες που τη σκέψη σου συνθλιβουν
τα όνειρα σου να ανάψουνε φωτιές
δες τα έρημα σου τα βουνά χαλίκια μικρα θα γίνουν
Θα δεις πως μοσχοβολουν οι κορφές,
τα ελάφια αμέριμνα γλυκό νερό πως πίνουν
Μύρια κεφαλάκια στη χλοη της γης χρωματιστά
Τα χαμομηλια θα πανηγυρίζουν
Στο στήθος σου γλαροι θα πετούν
Τα άστρα σου θα γελούν
την ώρα που στιγμές ονειρεμένες θα ψαρεύεις
Τη μοναξιά στην ακρη θα συναντάς αμοναχη
της κραυγες της να μαζεύει !
Άρτεμις η Θαλασσινή
Από την καλντέρα της ψυχής μου
©️2024 Άρτεμις Τομαή
Αρθρογράφος * Ποιήτρια
