Άρθρο
Ο Αναστάσιος Γιαννουλάνος, αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας,
γεννήθηκε στον Πειραιά το 1929, σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα, στα δε πανεπιστήμια
Αμβούργου και Μαρβούργου: Θρησκειολογία, Ιεραποστολική και Εθνολογία. Μιλάει
αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, διαβάζει λατινικά, ιταλικά, ισπανικά και αλβανικά,
και επίσης κατανοεί δυο αφρικανικές γλώσσες. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1960, πρεσβύτερος
το 1964 και επίσκοπος Ανδρούσης το 1972 για τη θέση του Γενικού Διευθυντή της
«Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος». Γνώρισε και μελέτησε διάφορες
θρησκείες (Ινδουισμό, Βουδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, Ισλάμ και αφρικανικά
θρησκεύματα), στις χώρες που ακμάζουν (Ινδία, Ταϋλάνδη, Σρι Λάνκα, Κορέα, Ιαπωνία,
Κίνα, Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Μεξικό και Καραϊβική). Διδάκτωρ της
Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1970) διετέλεσε Κοσμήτωρ της σχολής (1983-1986) και μέλος
της Ακαδημίας Αθηνών (1993-2005), και επίσης αναγορεύτηκε διδάκτωρ Θεολογίας ή
Φιλοσοφίας σε 17 Πανεπιστήμια. Εργάσθηκε ως ιεροκήρυκας και κατηχητής και επίσης
σαν αρχηγός-οργανωτής μαθητικών και φοιτητικών κύκλων της χριστιανικής κίνησης «Ζωή».
Πρωτοστάτησε στην αναγέννηση-αναδιοργάνωση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής από
διάφορες θέσεις: Γενικός Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής για Ιεραποστολή
του «Συνδέσμου», Πρόεδρος του Ιεραποστολικού Κέντρου «Πορευθέντες», Πρόεδρος της
«Επιτροπής Παγκοσμίου Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού» στις Η.Π.Α., Αντιπρόεδρος του
Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών», μέλος διαφόρων οργανισμών σχετικών με την
ιεραποστολή (στη Γερμανία και αλλού), οργανωτής και διευθυντής του «Κέντρου
Ιεραποστολικών Σπουδών» του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και του «Διορθοδόξου
Κέντρου Αθηνών» της Εκκλησίας της Ελλάδος και επίσης Διευθυντής της Αποστολικής
Διακονίας, όπου προώθησε διάφορα εκπαιδευτικά, θεολογικά και εκδοτικά προγράμματα
της Εκκλησίας. Γενικά ανέπτυξε τον τομέα της Εξωτερικής Ιεραποστολής σε Αφρική,
Κορέα και Ινδία.
Το 1964 βρέθηκε στην Αφρική, ακριβώς την επομένη μέρα της χειροτονίας του σε
πρεσβύτερο. Όμως αρρωσταίνει από βαριά μορφή ελονοσίας και αναγκάζεται να
επιστρέψει στην Ευρώπη. Επανέρχεται στην Αφρική, το 1967, το 1968, το 1974, το 1978
και τη δεκαετία 1981-1990 αναλαμβάνει Τοποτηρητής στην Ιερά Μητρόπολη Ειρηνουπόλεως
(Ανατολική Αφρική: Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), με σκοπό την οργάνωση και την ανάπτυξη
της Ορθόδοξης Ιεραποστολής. Χειροτόνησε 62 αφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42
αναγνώστες-κατηχητές από διάφορες αφρικανικές φυλές, μερίμνησε για τη μετάφραση της
Θείας Λειτουργίας σε 4 αφρικανικές γλώσσες και επίσης οργάνωσε 150 ορθόδοξες ενορίες,
παράλληλα δε ανέλαβε την ανέγερση δεκάδων ναών, 7 ιεραποστολικών σταθμών,
σχολείων και ιατρικών κέντρων.
Το έργο του δύσκολο και μεγάλο, μας λέει ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και
πάσης Αφρικής, κ. Θεόδωρος, στην εισαγωγή του βιβλίου του Αναστασίου «Στην Αφρική».
Οι συνθήκες τρομακτικές. Η υγρασία λειώνει ρούχα και σίδερα. Τα μεταφορικά μέσα
ανεπαρκή κι οι δρόμοι επικίνδυνοι, το νερό βρώμικο, οι αποστάσεις τεράστιες
και τα καταλύματα πρωτόγονα. Όμως οι ψυχές ανοικτές παρακαλούν και τα βλέμματα των
παιδιών ικετεύουν: μη μας αφήνετε, κρατήστε γερά! Ο δρόμος της Ιεραποστολής μακρύς
και ανηφορικός κι οι αναβάτες, με μικρές μόνο ανάσες, συνεχίζουν. Τα ποτάμια και τα
ρυάκια γίνονται κολυμβήθρες κι η πνευματική Αναγέννηση προοδεύει. Πρωτεργάτης της
Ιεραποστολής ο Μακαριότατος Αναστάσιος από τα νιάτα του (από τα 35 του),
πρωτοβρέθηκε στην Αφρική το 1964, μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο.
Θα αναγκαστεί να επιστρέψει στην Ευρώπη κάποιες φορές, για λόγους υγείας.
Όταν αρρωστήσει από βαριά ελονοσία, μια άλλη φορά όταν πάθει αποκόλληση
αμφιβληστροειδούς κι αργότερα όταν σ’ ένα τροχαίο ατύχημα θα πληγωθούν οι
κερατοειδείς των ματιών του με χιλιάδες θραύσματα από το μπαρμπρίζ του αυτοκινήτου,
μια τρομακτική και φοβερά επώδυνη εμπειρία, καθώς ο μοναδικός οφθαλμίατρος ήταν
χιλιόμετρα μακριά κι αργούσε πολύ να έρθει, και μόνος προσπαθούσε για ώρες να βγάλει
τα γυαλιά. Ωστόσο πάντα επέστρεφε στην Αφρική. Πιστός στο «Πορευθέντες μαθητεύσατε
πάντα τα έθνη» συνέχιζε με πάθος αυτό που άρχισε.
Ο ίδιος στο έργο του: «Αδιαφορία για την Ιεραποστολή σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας»
αποκαλύπτει την ιδεολογία και την πίστη του και ερμηνεύει την ενεργητικότητα
και την αποτελεσματικότητά του!
Ξεκίνησε από την Καμπάλα, συνέχισε στην Ουγκάντα, την Τανζανία και την Κένυα,
οργανώνοντας την Ορθόδοξη Εκκλησία στα μέρη αυτά. Ίδρυσε την Πατριαρχική Σχολή
«Αρχιεπίσκοπος Μακάριος» που έγινε πραγματικό φυτώριο της Ορθοδοξίας. Αντιμετώπισε
με σύνεση και υπομονή τις αντιξοότητες, τα εμπόδια αλλά και τις πικρίες.
Δεχόταν τους πάντες με αγάπη, χωρίς διακρίσεις κι έτσι ο λόγος του Θεού καρποφορούσε.
Τα πνευματικά του παιδιά, Μητροπολίτες του θρόνου Καμπάλας, Ιωνάς και Μουάντζας Ιερώνυμος,
εργάζονταν με ζήλο, ο δε ναός της Αναστάσεως στο Νακούρου της Δυτικής Κένυας, έργο
δικό του, έμεινε να συγκινεί και να εντυπωσιάζει τους πάντες.
Και ενώ το εντυπωσιακό ιεραποστολικό του έργο προχωρούσε, δέχθηκε ένα σημαντικό
τηλεφώνημα.
Διαβάζουμε στο βιβλίο του «Στην Αφρική»:
Τέλος του 1990, στη Ναϊρόμπη, πήρα ένα τηλεφώνημα από την Κωνσταντινούπολη.
Ήταν ο Αρχιγραμματεύων της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, Σεβασμιότατος Μητροπολίτης
Φιλαδελφείας κ. Μελίτων. «Συγχαρητήρια» μου είπε, «εξελέγητε για να πάτε Πατριαρχικός
Έξαρχος στην Αλβανία». «Με συγχωρείτε δεν καταλαβαίνω» ήταν η απάντησή μου (Πολλά
πράγματα στη ζωή μου τα είχα υπολογίσει, όπως το Πανεπιστήμιο και την Αφρική, αλλά την
Αλβανία δεν την είχα ποτέ στη σκέψη μου. Άλλωστε όλοι θεωρούσαμε ότι στη χώρα αυτή η
Εκκλησία είχε σβήσει οριστικά). Επανέλαβε πάλι τη φράση και πρόσθεσε:
«Σας το ζητεί ο Πατριάρχης (τότε ήταν ο Δημήτριος) και σας παρακαλεί και ο άγιος Χαλκηδόνος»
(ο μετέπειτα Πατριάρχης Βαρθολομαίος). «Αφήστε με μια ώρα να σκεφθώ», ψιθύρισα.
Αποσύρθηκα στο απλό δωμάτιο που μέναμε. Έβρεχε. Κι όπως ήμουν γονατισμένος
αναλογιζόμουν… Εάν σου πρότειναν να πας στην τάδε μεγάλη πόλη, θα έλεγες ασφαλώς,
ευχαριστώ πάρα πολύ αλλά έχω προτιμήσει την Αφρική.
Τώρα όμως που σου ζητούν να προχωρήσεις σε μια πολύ δύσκολη κι αμφίβολη αποστολή,
έχεις δικαίωμα να αρνηθείς;
Τα προηγούμενα χρόνια (κάτι σαν προετοιμασία) ως πρόεδρος-συντονιστής της «Παγκοσμίου
Συνελεύσεως για την Ιεραποστολή και τον Ευαγγελισμό» με είχε απορροφήσει το θέμα:
«Γεννηθήτω το θέλημά Σου. Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού».
Σε λίγο μονολόγησα:
«Έκανες τόσες και τόσες σκέψεις και ομιλίες γι αυτό το θέμα. Τώρα έρχεται η κρίσιμη
στιγμή…». Όταν ξανατηλεφώνησε, ρώτησα: «Πότε θέλετε να έρθω;». Η απάντηση ήταν,
«αύριο»! «Μα έχω να τελειώσω χειροτονίες…». «Πρέπει, είναι πολύ επείγον το θέμα»
(είχαν αρχίσει τότε κατά κύματα οι μετανάστες να φθάνουν από την Αλβανία στην Ελλάδα.
Έβγαλα εισιτήριο την τελευταία στιγμή (Ναϊρόμπη-Αθήνα).
Ήταν η πιο γρήγορη απόφαση για ταξίδι που έχω πάρει…
Έτσι περιγράφει παραστατικά ο Μακαριότατος τις ημέρες αυτές του 1990, τότε που
αναχώρησε για το νέο του έργο, γεμάτος ευγνωμοσύνη για την αγάπη του Θεού αλλά και
την αγάπη των Αφρικανών αδελφών… που τον αποχαιρέτησαν συγκινημένοι σε μια
εκδήλωση.
Στην Αλβανία, ως Αρχιεπίσκοπος, παρά τις τεράστιες δυσκολίες, ανασυγκρότησε τη
διαλυμένη Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Ακόμη ίδρυσε την Ορθόδοξη
Θεολογική Ακαδημία «Ανάστασις», δύο Εκκλησιαστικά Λύκεια και τρεις σχολές με
οικοτροφεία. Χειροτόνησε 150 νέους κληρικούς, ίδρυσε Ορφανοτροφείο, Οικοτροφείο
μαθητριών, 50 κέντρα Νεολαίας και φρόντισε για τη μετάφραση και έκδοση θρησκευτικών
βιβλίων. Φρόντισε για την ανοικοδόμηση 145 ναών, την αναστήλωση 70, την επισκευή 158,
καθώς και την ανέγερση ή επισκευή 70 διαφόρων άλλων κτηρίων (Μητροπόλεων, ιατρείων,
οικοτροφείων και εκπαιδευτηρίων).
Φρόντισε ακόμη για δρόμους, υδραγωγεία και γέφυρες. Επί των ημερών του το φιλανθρωπικό
έργο της Εκκλησίας αναπτύχθηκε πολύ, με τη διανομή εκατοντάδων τόνων τροφίμων,
ιματισμού και φαρμάκων. Μερίμνησε για τυπογραφείο, έκδοση εφημερίδας,
περιοδικών και βιβλίων, και επίσης για εργαστήρια αγιογραφίας και συντήρησης εικόνων.
Εφήρμοσε νέα προγράμματα στο θέμα της υγείας με διαγνωστικά κέντρα, αλλά μερίμνησε
και για νηπιαγωγεία, δημοτικά, Τεχνικά Λύκεια, Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης,
κοινωνικής πρόνοιας και αγροτικής ανάπτυξης.
Η συμβολή του στην επιστήμη και τη διάδοση του Χριστιανισμού έχει πλέον αναγνωρισθεί
και έχει τιμηθεί από διάφορα κράτη και διάφορες Εκκλησίες με:
το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, ως πρωτοπόρος της ιεραποστολικής θεολογίας
και δράσης (1987), με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας (1997),
το Athenagoras Human Rights Award το 2001 στη Νέα Υόρκη, το βραβείο «διακεκριμένων δραστηριοτήτων
για την ενότητα των Ορθοδόξων Εθνών» το 2006 στη Μόσχα, τον Μεγαλόσταυρο του
Αποστόλου Μάρκου του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, το 2009.
Είχα τη χαρά να μιλήσω για λίγο με τον Μακαριότατο, όταν οργάνωνα την εκδρομή της
ΕΛΒΕ στην Αλβανία. Μου τηλεφώνησε κάποιος γραμματέας της Αρχιεπισκοπής και μου
είπε ότι ο Μακαριότατος ήθελε να μου μιλήσει, σχετικά με τη συνάντησή μας. Με
εντυπωσίασαν και με συγκίνησαν… η ευγένεια, η απλότητα κι η εγκαρδιότητά του. Και
μπορεί να μην καταφέραμε να τον συναντήσουμε (του το απαγόρευσαν οι γιατροί, λόγω
του κορονοϊού και της εύθραυστης υγείας του), αλλά με εντολή του η Αρχιεπισκοπή άνοιξε
για μας, ξεναγηθήκαμε, ενημερωθήκαμε για το έργο του με ένα ντοκιμαντέρ, μας κέρασαν
και μας χάρισαν κάποια βιβλία του για τη βιβλιοθήκη της ΕΛΒΕ.
Τώρα τα διαβάζω, συγκινούμαι από την προσφορά και θαυμάζω την πνευματικότητα!
Στην «Αναζήτηση του υπερβατικού»: με τη μελέτη όλων των θρησκειών και την ανάλυση
του Μυστικισμού (ελληνικού, Νεοπλατωνικού, Κινέζικου, Ινδουιστικού, Βουδιστικού,
Ιουδαϊκού και Ισλαμικού) με διαφωτίζει και μετά, με τον αντίστοιχο χριστιανικό και κυρίως
τον Ανατολικό-Ορθόδοξο και τους: Γρηγόριο Νύσσης, Ευάγριο Ποντικό, Μακάριο, Διονύσιο
Αεροπαγίτη, Ιωάννη Σιναΐτη, Μάξιμο Ομολογητή, Συμεών τον Νέο Θεολόγο, Γρηγόριο
Παλαμά, Νικόλαο Καβάσιλα, Νικόδημο Αγιορείτη, μου αναλύει και μου ερμηνεύει τη
γνώση, την «ησυχία», την προσευχή, την άσκηση, την έκσταση, τη μνήμη Θεού, τη θέα
Θεού, το θείο φως, τη μέθεξη, τη θέωση…
Στο βιβλίο «Στην Αφρική» περιγράφει την εμπειρία του:
«Στη θεία Λειτουργία νιώθεις σχεδόν αισθητά την πνοή του Αγίου Πνεύματος που…
“εις ενότητα πάντας εκάλεσε” και έφερε τις γλώσσες της Βαβέλ σε μια πολυφωνική συμφωνία
κοινής δοξολογίας. Χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Άλλωστε στην Αφρική, όπως και στις
εκκλησίες της Ανατολής, τη Ρωσία, την αραβική Ορθοδοξία και το Άγιο Όρος, νιώθεις ότι δεν
υπάρχει χρόνος στις ακολουθίες. Κι αν σε ξυπνά που και που το σώμα τούτο της φθοράς,
είναι για να νοσταλγήσεις τη στολή της αφθαρσίας, στην οποία θα μεταστοιχειωθεί».
Στο βιβλίο «Στην Αλβανία Σταυρός και Ανάσταση» εξομολογείται:
«Είμαι ευγνώμων που είμαι Ορθόδοξος, αλλά και έτοιμος να το προσφέρω σε όσους θα
ήθελαν, να το μοιραστώ μαζί τους χωρίς επιβολή».
«Η αιώνια ζωή δεν αρχίζει με τον θάνατο. Ήδη ζούμε την αιώνια ζωή».
«Με τη βία δεν μπορείς να πετύχεις δικαιοσύνη».
«Η γνώση μού έλεγε ότι έχω καρκίνο, ελονοσία, άσθμα. Η πίστη ότι μπορώ να συνεχίσω».
«Κάποια στιγμή ο Θεός θα μου πει: Αναστάσιε, τέρμα, δώσε μου την κόλλα σου…».
«Η γνώση δεν έχει απαντήσει σε όλα… Η πίστη είναι άλμα πέρα από τη γνώση».
«Πρέπει να καλλιεργείται η νηφαλιότητα της ανεξιθρησκίας και να ενισχύονται
οι προσπάθειες ειρηνικής συμβίωσης των λαών».
«Έχει θεοποιηθεί το άτομο, η μικρή του αλήθεια κι η μικρή του εξουσία, την οποία σπεύδει
να ασκήσει πάνω στους άλλους. Ναι, στην εξουσία που διακονεί, συγχωρεί και κατανοεί».
«Ότι κι αν συμβεί είσαι στα χέρια του Θεού. Αποδέξου τη ζωή με τις δυσκολίες της. Να σου
φθάνει ο Θεός».
Λόγια σοφά, σπουδαίου ανθρώπου. Κρατώ για επίλογο αυτό το τελευταίο:
«Ότι κι αν συμβεί είσαι στα χέρια του Θεού.
Αποδέξου τη ζωή με τις δυσκολίες της.
Να σου φθάνει ο Θεός».
©2025 Δέσποινα Χιντζόγλου – Αμασλίδου
Αρθρογράφος * Συγγραφέας
